Κείμενο συμβολής του ΚΟΚΚΙΝΟΥ στην πανελλαδική συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ

 

Για τη Ριζοσπαστική Αριστερά της ρήξης και του σοσιαλισμού

15 σημεία για το πολιτικό μας σχέδιο, το πρόγραμμα, τις ιδεολογικές αναφορές, το στρατηγικό προσανατολισμό και τις οργανωτικές αρχές του ΣΥΡΙΖΑ ενιαίου κόμματος της Ριζοσπαστικής Αριστεράς

Η διπλή εκλογική αναμέτρηση της 6ης Μάη και της 17ης Ιούνη συνιστά ένα πολιτικό ορόσημο όχι μόνο για την Αριστερά, αλλά και για το κίνημα αντίστασης στα μνημόνια: Το πολιτικό στοιχείο, που κατακτήθηκε από το κίνημα ήδη από την εποχή του «κινήματος των πλατειών» («να μην περάσει το Μεσοπρόθεσμο», «να φύγουν»), στις εκλογές μετασχηματίστηκε από άρνηση σε θέση: κυβέρνηση της Αριστεράς! Στη βαθιά πολιτική ζύμωση που συνόδευσε τις δύο εκλογικές αναμετρήσεις, το πολιτικό και δημοσιογραφικό προσωπικό του συστήματος πίεσε ασφυκτικά τον ΣΥΡΙΖΑ πάνω στα κεντρικά ερωτήματα για το χρέος, τις τράπεζες, το ευρώ κ.λπ., ελπίζοντας να «αποκαλύψει» την έλλειψη θέσεων ή την έλλειψη συνοχής στις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, ελπίζοντας α κόμη να δημιουργήσει ρωγμές στις γραμμές του εκμαιεύοντας διαφορετικές ή και αντιφατικές απαντήσεις, ελπίζοντας -τέλος- να τρομοκρατήσει ένα τμήμα των ψηφοφόρων με την εικόνα ενός ΣΥΡΙΖΑ που δεν έχει θέσεις και αυτοσχεδιάζει σε κεντρικά ζητήματα. Ταυτόχρονα, το μεγάλο εργατικό-λαϊκό ρεύμα που προσανατολίστηκε στον ΣΥΡΙΖΑ έθετε τα δικά του «αμείλικτα» ερωτήματα: για τις προγραμματικές θέσεις, το πολιτικό σχέδιο, το «plan B» κ.λπ., ζητώντας να πεισθεί ότι υπάρχει στιβαρό πολιτικό σχέδιο αλλά και πολιτική βούληση και ανάληψη πολιτικής ευθύνης για τη διαφαινόμενη μετωπική σύγκρουση με το σύστημα.
Έκτοτε, το αυτονόητο αίτημα αλλά και η ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ είναι να αποσαφηνίσει το πολιτικό του σχέδιο και να γίνει δεσμευτικά συγκεκριμένος, τόσο για το πώς θα φτάσει στην επίτευξη του πολιτικού στόχου («κυβέρνηση της Αριστεράς») όσο και για το ποιο πρόγραμμα και ποιο πολιτικό σχέδιο θα υλοποιήσει την «επόμενη μέρα».
Το αίτημα δεσμευτικής συγκεκριμενοποίησης του πολιτικού σχεδίου και του προγράμματος, λοιπόν, απορρέει από μια τριπλή ανάγκη:
Πρώτο, για να είμαστε αποτελεσματικοί στην πάλη ενάντια στους πολιτικούς, δημοσιογράφους και ιδεολόγους του συστήματος.
Δεύτερο, για να μπορούμε να εμπνεύσουμε και να κερδίσουμε στην προοπτική της κυβέρνησης της Αριστεράς την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα, τον κόσμο της Αριστεράς και των κοινωνικών αντιστάσεων, πείθοντάς τους ότι υπάρχει και πολιτική βούληση και πολιτικό σχέδιο.
Τρίτο, για να έχει ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ ως πολιτικό υποκείμενο αποσαφηνίσει τι θα κάνει την «επόμενη μέρα» στα θεμελιώδη ζητήματα, αλλά και με ποια κριτήρια και κατευθύνσεις θα αντιμετωπίσει τα ζητήματα που θα ανακύψουν και που δεν μπορούν να προβλεφθούν.
Στις ανάγκες αυτές λογοδοτεί το κείμενο εργασίας «Διακήρυξη του ΣΥΡΙΖΑ», που είναι προϊόν πλούσιων και έντονων συζητήσεων, συγκλίσεων αλλά και διαφωνιών, επιμέρους και κεντρικών, στη Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ και είναι ήδη στα χέρια των σ. του ΣΥΡΙΖΑ. Μαζί με άλλες συμβολές, ατομικές και συλλογικές, αποτελεί το εισηγητικό υλικό για τη συζήτηση που θα γίνει στις οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ και στην ίδια τη Συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ στις αρχές Δεκεμβρίου αλλά και ύστερα απ’ αυτήν. Με το κείμενο αυτό, το ΚΟΚΚΙΝΟ καταθέτει τη δική του συμβολή στο διάλογο για τις ιδεολογικές, πολιτικές, προγραμματικές και οργανωτικές αρχές του ΣΥΡΙΖΑ-κόμματος της Ριζοσπαστικής Αριστεράς.

1. Η καπιταλιστική κρίση είναι δομική, δεν υπάρχουν ενδιάμεσες λύσεις: είτε έξοδος από την κρίση του καπιταλισμού με συντριβή της εργατικής τάξης και της Αριστεράς είτε μεταβατικό πολιτικό σχέδιο ρήξης με το σύστημα και σοσιαλισμός

Πέντε χρόνια ύστερα από το ξέσπασμα της κρίσης, με το «κραχ» στα παράγωγα προϊόντα με βάση τα ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια στις ΗΠΑ, η καπιταλιστική κρίση όχι μόνο δεν έχει ξεπεραστεί αλλά βαθαίνει διαρκώς, αγκαλιάζοντας συνεχώς νέες περιοχές και λειτουργίες του παγκόσμιου συστήματος. Είναι μια ιστορικών διαστάσεων, δομική κρίση, μια κρίση υπερσυσσώρευσης. Το ιδιαίτερο στοιχείο της δημοσιονομικής κρίσης, της οξείας κρίσης χρέους σε όλο τον αναπτυγμένο κόσμο και ιδιαίτερα στην Ευρωζώνη, επιδεινώνει την κρίση υπερσυσσώρευσης, περιπλέκει και επιδεινώνει τα χαρακτηριστικά της κρίσης συνολικά και υπογραμμίζει τις ιστορικές της διαστάσεις. Το ενιαίο νόμισμα στην Ευρωζώνη, στο πλαίσιο της κρίσης υπερσυσσώρευσης και της οξείας κρίσης χρέους, μετατρέπει την Ευρώπη σε επίκεντρο της κρίσης.
Οι επιλογές του κεφαλαίου απέναντι στην κρίση είναι σαφείς: ο προ της κρίσης νεοφιλελευθερισμός, μέσα στην κρίση μετατρέπεται αναπόδραστα σε ακραίο νεοφιλελευθερισμό που αποσκοπεί να καταργήσει τη μεταπολεμική «παρένθεση» του κοινωνικού κράτους και των εργατικών κατακτήσεων και να μας γυρίσει έναν αιώνα πίσω. Η επιλογή αυτή του συστήματος δεν είναι προϊόν «νεοφιλελεύθερου δογματισμού» ή «ιδεολογικής τύφλωσης», αλλά υποχρεωτική διαδρομή για το κεφάλαιο, ακριβώς λόγω των καταναγκασμών της κρίσης. Δεν θα αλλάξει αν δεν ηττηθεί στη σκληρή ταξική αντιπαράθεση με τις δυνάμεις της εργασίας και την Αριστερά.
Γι’ αυτό, η κρίση και η διαχείρισή της διαμορφώνουν το πλαίσιο για μια σκληρή και αμείλικτη ταξική αντιπαράθεση, με επίκεντρο τις χώρες-αδύναμους κρίκους αυτής της κρίσης και πρώτη μεταξύ αυτών την Ελλάδα. Ο ιστορικός χαρακτήρας της κρίσης και η οξύτητά της δεν αφήνουν χώρο για ενδιάμεσες στρατηγικές, πολιτικά σχέδια και προτάσεις. Ο «τρίτος δρόμος» της σοσιαλδημοκρατίας, που είχε αποδειχτεί ήδη πριν την κρίση ο δρόμος της σοσιαλφιλελεύθερης προσαρμογής στο νεοφιλελευθερισμό, τώρα μετατρέπεται σε πολιτικές έκτακτης ανάγκης για το κεφάλαιο – το ΠΑΣΟΚ, αλλά και η ΔΗΜΑΡ, είναι το χαρακτηριστικό παράδειγμα. Επομένως, στο πλαίσιο που διαμορφώνει η κρίση, οι ιστορικές δυνατότητες που ανοίγονται μπροστά στις κοινωνίες του αναπτυγμένου καπιταλισμού είναι δύο: είτε έξοδος από την κρίση του καπιταλισμού με συντριβή της εργατικής τάξης και της Αριστεράς και επιστροφή σε συνθήκες καπιταλιστικής εκμετάλλευσης του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα είτε έξοδος από τον καπιταλισμό σε κρίση και σοσιαλισμός!
Υπ’ αυτούς τους όρους, ο σοσιαλισμός δεν είναι ένα ιδεώδες για το ομιχλώδες μέλλον αλλά το μόνο ρεαλιστικό σχέδιο «έκτακτης ανάγκης» για τη Ριζοσπαστική Αριστερά μέσα στην κρίση. Στην Ελλάδα, το «προκεχωρημένο φυλάκιο» της κρίσης και διεθνές «πειραματόζωο» των πολιτικών του κεφαλαίου, οι «ενδιάμεσοι» δρόμοι έχουν καταρρεύσει με πάταγο όπως αποδεικνύει η πολιτική κατάντια της ΔΗΜΑΡ και του ΠΑΣΟΚ. Ο ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή η Ριζοσπαστική Αριστερά της ρήξης, βρέθηκε στην «άλλη όχθη» ακριβώς γιατί εκεί τον έταξε η ταξική πόλωση, η αμείλικτη ταξική σύγκρουση, η επιλογή του συστήματος να διαχειριστεί την κρίση με μετωπική επίθεση στα ιστορικά δικαιώματα και τις κατακτήσεις του κόσμου της εργασίας. Η μόνη επιλογή που έχει ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι να παραμείνει με συνέπεια σε αυτή την «όχθη» – οποιαδήποτε προσπάθεια μετακίνησης σε κάποιο «ενδιάμεσο τόπο» θα είναι λαθεμένη, μάταιη και καταστροφική.

2. Το πολιτικό μας σχέδιο: ρήξη με το μνημόνιο και το σύστημα. Απέναντι στις πολιτικές «έκτακτης ανάγκης» του κεφαλαίου, οι δικές μας πολιτικές «έκτακτης ανάγκης» για τον κόσμο της εργασίας

Οι κυβερνήσεις του μνημονίου επικαλούνται την «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» για να νομιμοποιήσουν τις αντεργατικές και αντικοινωνικές πολιτικές τους. Παρουσιάζουν την κρίση σαν «φυσικό φαινόμενο» εξαιτίας του οποίου υποφέρει «όλη η κοινωνία», εξαιτίας του οποίου κινδυνεύει η «οικονομία», από το οποίο θα σωθούμε με «κοινή εθνική προσπάθεια» και υπομένοντας τις «αναγκαίες θυσίες». Πίσω από αυτές τις υποτιθέμενες ουδέτερες εκφράσεις,  στην πραγματικότητα ασκούν σκληρές ταξικές πολιτικές: τα μνημόνιά τους και τα σχέδια «σωτηρίας» αποσκοπούν στη σωτηρία των κερδών τους και του συστήματός τους, στην εφαρμογή ενός «επιτυχημένου» υποδείγματος ακραίας λιτότητας που θα δικαιώνει αυτές τις πολιτικές σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.
Δυόμισι μόλις χρόνια ύστερα από την ψήφιση του πρώτου μνημονίου το Μάιο του 2010, στην ελληνική κοινωνία έχουν δημιουργηθεί συνθήκες κοινωνικής κατάρρευσης, με τρομακτική επέκταση της ανεργίας και της φτώχειας και ιστορικά πρωτοφανή επιδείνωση όλων των δεικτών της κοινωνικής εξαθλίωσης: δεκάδες χιλιάδες άστεγοι, θεαματική αύξηση του ποσοστού των μακροχρόνια άνεργων, ανεργία που προσεγγίζει το 50% στη νεολαία, κατακόρυφη αύξηση των κρουσμάτων αυτοκτονιών, όπως και των ψυχασθενειών, «υπαρξιακά» προβλήματα για τις πιο αδύναμες ομάδες του πληθυσμού (συνταξιούχοι, ασθενείς που έχουν ανάγκη από ακριβά φάρμακα, ΑΜΕΑ, μονογονεϊκές οικογένειες, άτομα με ψυχικές ασθένειες, οροθετικοί κ.λπ.). Δίπλα στα εργατικά και λαϊκά στρώματα που βιώνουν μια καταστροφή, οι μετανάστες εργαζόμενοι και οι οικογένειές τους βιώνουν μια κόλαση: κυνηγημένοι, χωρίς χαρτιά, έρμαια των εργοδοτών, κοινωνικά αποκλεισμένοι, συχνά ζώντας σε ζωώδεις συνθήκες, και επιπλέον θύματα του ρατσισμού, των επιχειρήσεων «σκούπα» της αστυνομίας και της δολοφονικής βίας των φασιστών της Χρυσής Αυγής.
Επιλέγοντας να συγκρουστούμε με αυτές τις πολιτικές, να ανατρέψουμε αυτό το υπόδειγμα, να χαλάσουμε τα σχέδια των ντόπιων και ξένων καπιταλιστών, γνωρίζουμε ότι θα έρθουμε σε αναπόφευκτη σύγκρουση με το εγχώριο και διεθνές σύστημα. Η προεκλογική εμπειρία, όταν όχι μόνο το εγχώριο αλλά και το ευρωπαϊκό και παγκόσμιο σύστημα είχε στοχοποιήσει με πρωτοφανή τρόπο τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν αφήνει καμία αμφιβολία: ύστερα από μια νίκη της Αριστεράς, μια κυβέρνηση της Αριστεράς θα αναγκαστεί να κυβερνήσει σε «πολεμικές συνθήκες», να διαχειριστεί με το δικό της τρόπο μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης και κοινωνικής κατάρρευσης, να ασκήσει πολιτική με πλήρη ταξική ιδιοτέλεια υπέρ της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων, της νεολαίας, των μεταναστών.
Δεν πρέπει να υπάρχει καμία αυταπάτη: αν καταργήσουμε το μνημόνιο και τους εφαρμοστικούς νόμους και καταγγείλουμε τις δανειακές συμβάσεις, θα βρούμε απέναντί μας τους Έλληνες τραπεζίτες και βιομήχανους, τους μιντιάρχες, τους ντόπιους και ξένους τοκογλύφους, τους εκπροσώπους του διεθνούς κεφαλαίου και της νέας Ιερής Συμμαχίας των Βρυξελλών. Οι Έλληνες καπιταλιστές έχουν κάνει σαφείς τις διαθέσεις τους: όχι μόνο δεν έχουν διάθεση για «ιστορικούς συμβιβασμούς» αλλά απαιτούν όλο και πιο σκληρές ταξικές πολιτικές. Οι ξένοι τοκογλύφοι, το ευρωπαϊκό και διεθνές κεφάλαιο και τα αφεντικά των Βρυξελλών έχουν κάνει επίσης σαφείς τις δικές τους διαθέσεις: δεν πρόκειται να συμβιβαστούν -και μάλιστα να χρηματοδοτήσουν!- ένα ελληνικό υπόδειγμα ανατροπής της λιτότητας. Το ελληνικό και διεθνές κεφάλαιο δεν δείχνει καμία διάθεση να συμβιβαστεί ούτε καν με τις ξεθωριασμένες και αδιόρατες «κόκκινες γραμμές» της ΔΗΜΑΡ και του ΠΑΣΟΚ, άρα πολύ περισσότερο δεν θα συμβιβαστεί με μια κυβέρνηση της Αριστεράς που θα υλοποιεί ένα σχέδιο ανατροπής! Αν ένα σχέδιο συμβιβασμού με το σύστημα είναι ουτοπικό, ένα σχέδιο ρήξης και συμβιβασμού ταυτόχρονα (θα καταργήσουμε το μνημόνιο αλλά θα αναγκαστούν να καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να χρηματοδοτήσουν ένα πρόγραμμα ανατροπής της λιτότητας) είναι ακόμη πιο ουτοπικό.
Η ρήξη είναι αναπόφευκτη, αλλά ρήξη χωρίς δημιουργία προϋποθέσεων για τη νίκη είναι τυχοδιωκτισμός: χρειαζόμαστε ένα νικηφόρο σχέδιο! Ένα τέτοιο σχέδιο πρέπει να ξεκινάει από τη θεμελιώδη εκτίμηση ότι κυβέρνηση της Αριστεράς και ανατροπή του μνημονίου οδηγούν σε μετωπική αντιπαράθεση με το σύστημα και σε κατάσταση «έκτακτης ανάγκης»: διακοπή της εξωτερικής χρηματοδότησης και άρα συνθήκες άμεσης εξίσωσης εσόδων και δαπανών του προϋπολογισμού με μείωση των δημόσιων εσόδων τουλάχιστον στο κρίσιμο πρώτο διάστημα, φυγή καταθέσεων και κεφαλαίων, προβλήματα στη χρηματοδότηση των εισαγωγών, προβλήματα στην εισαγωγή πετρελαίου και τροφίμων αλλά και στη διάθεση φαρμάκων, ανταρσία των εργοδοτών και των μιντιαρχών. Αυτό σημαίνει ότι δεν θα υπάρξουν ούτε προϋποθέσεις ούτε χρόνος ούτε πόροι για εφαρμογή ενός αριστερού – φιλολαϊκού προγράμματος μεταρρυθμίσεων σε συνθήκες σχετικής ταξικής ισορροπίας με τους καπιταλιστές και την οικονομία της αγοράς. Το plan B (πολιτικές για έκτακτες συνθήκες) είναι στην πραγματικότητα plan A (δηλαδή το βασικό μας πλάνο), γιατί θα έχουμε να διαχειριστούμε ακριβώς έκτακτες συνθήκες.
Χρειαζόμαστε λοιπόν ένα σχέδιο που με ωμό ρεαλισμό και χωρίς αυταπάτες θα απαντάει στα προβλήματα της «επόμενης μέρας». Ένας τέτοιος «ρεαλισμός της ρήξης» οδηγεί αναπόφευκτα στην κλιμάκωση του αγώνα για την εξουσία συνολικά, με τη μαζική εθνικοποίηση τραπεζών, ΔΕΚΟ και στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων, δημόσιων υποδομών που έχουν ιδιωτικοποιηθεί, με τον έλεγχο των ροών κεφαλαίου και του εισαγωγικού και εξαγωγικού εμπορίου. Είναι λοιπόν αυτός ο ωμός ρεαλισμός της ρήξης που συνδέει άμεσα το πολιτικό μας σχέδιο που παραπέμπει άμεσα στην εκκίνηση μιας διαδικασίας μετάβασης στο σοσιαλισμό, ο οποίος έτσι παύει να είναι ένα ιδεώδες για το μακρινό μέλλον και γίνεται «λύση ανάγκης», η απόλυτα αναγκαία πυξίδα της πολιτικής μας στο σήμερα! Η κοινωνία δεν είναι ένα ουδέτερο σώμα αλλά ταξικά διχασμένη και οι κυβερνητικές πολιτικές δεν είναι ουδέτερες αλλά ταξικά ιδιοτελείς. Το πρόγραμμα που θα εφαρμόσει μια κυβέρνηση της Αριστεράς είτε θα ενεργοποιεί μια διαδικασία κοινωνικού μετασχηματισμού και θα δημιουργεί προϋποθέσεις για την κατάληψη της εξουσίας -αξιοποιώντας το κοινοβουλευτικό μετερίζι της κυβέρνησης της Αριστεράς- είτε θα διαχειριστεί το σύστημα. Ιδιαίτερα σε συνθήκες κατάστασης «έκτακτης ανάγκης» και δομικής καπιταλιστικής κρίσης, μέσος δρόμος δεν υπάρχει!

3. Δεν υπάρχει νικηφόρο πολιτικό σχέδιο ρήξης χωρίς ένα μαζικό ανατρεπτικό κίνημα, χωρίς κοινωνική γείωση, χωρίς μεταφορά του κέντρου βάρους στο μαζικό εξωκοινοβουλευτικό αγώνα

Αν η μία βασική προϋπόθεση ενός νικηφόρου πολιτικού σχεδίου είναι η Ριζοσπαστική Αριστερά της ρήξης, ο ΣΥΡΙΖΑ με πολιτική πυξίδα σταθερή σε αυτή την κατεύθυνση, η άλλη απόλυτη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη – συγκρότηση ενός μαζικού ανατρεπτικού κινήματος. Η μετωπική πολιτική πόλωση και ο ΣΥΡΙΖΑ του 27% θα ήταν αδιανόητα χωρίς την πλούσια κινηματική εμπειρία των 2,5 χρόνων αγώνων ενάντια στα μνημόνια: χωρίς τις πάνω από 15 γενικές απεργίες και τις αντίστοιχες μαζικές πορείες στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και όλη την Ελλάδα, χωρίς κορυφαίες-εξεγερτικές κορυφώσεις του αγώνα όπως η 5 Μάη του 2010, το «κίνημα των πλατειών», η 19-20 Οκτώβρη του 2011, η 12 Μάη του 2012, χωρίς εκατοντάδες μικρές και μεγάλες, τοπικές και κλαδικές απεργίες και διαδηλώσεις, χωρίς την τοπική αλλά γενικότερης σημασίας εξέγερση των κατοίκων της Κερατέας κ.λπ. Ο ΣΥΡΙΖΑ του 27% έδωσε πολιτική διέξοδο στο μαζικό λαϊκό ρεύμα που συγκροτήθηκε πάνω σε αυτές τις αγωνιστικές εμπειρίες και στις διαθέσεις μιας μαζικής κοινωνικής πρωτοπορίας η οποία διαμορφώνει μέσα από αντιφάσεις και συγχύσεις αγωνιστικά και ανατρεπτικά χαρακτηριστικά.
Αν το πολιτικό σχέδιο της ρήξης και της ανατροπής δεν θα έπαιρνε σάρκα και οστά χωρίς τη μαζική κίνηση απ’ τα κάτω, ακόμη περισσότερο η υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου, με πρώτο βήμα την κυβέρνηση της Αριστεράς, έχει απόλυτη προϋπόθεση τη διεύρυνση, εμβάθυνση και κλιμάκωση του κινήματος αντίστασης. Για να εξασφαλιστεί αυτή η θεμελιώδης προϋπόθεση, θα πρέπει ο ΣΥΡΙΖΑ να πρωταγωνιστήσει στη συγκρότηση μαζικών κινημάτων αντίστασης, τόσο οργανώνοντας τις κεντρικές μάχες ενάντια στο μνημόνιο όσο και οργανώνοντας την αντίσταση τοπικά, περιφερειακά και σε κοινωνικούς χώρους, αλλά και στη συγκρότηση ενός μαζικού εργατικού κινήματος χειραφετημένου από τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία.
Οι μαζικοί αγώνες απ’ τα κάτω, που θα ανατρέψουν τη μνημονιακή κυβέρνηση, είναι ο μόνος δρόμος να πετύχουμε το στόχο για κυβέρνηση της Αριστεράς αλλά και να εξασφαλίσουμε ότι η κυβέρνηση της Αριστεράς δεν θα ανατραπεί γρήγορα από τις συνδυασμένες επιθέσεις των δυνάμεων του συστήματος ούτε θα εγκλωβιστεί ή λοξοδρομήσει στην κατεύθυνση της διαχείρισης του συστήματος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η χρησιμότητα του εργατικού κινήματος, του κινήματος αντίστασης γενικότερα, είναι απλώς να στηρίξει τους εκλογικούς μας σχεδιασμούς ή μια κυβέρνηση της Αριστεράς. Για τον ΣΥΡΙΖΑ η κυβέρνηση της Αριστεράς είναι το πρώτο βήμα στην πορεία για την κατάκτηση της εξουσίας από τους εργαζόμενους, ο πρώτος κρίκος μιας μεγάλης αλυσίδας μαχών για τον κοινωνικό μετασχηματισμό και το σοσιαλισμό. Σε αυτή την πορεία, ένα μαζικό – μαχητικό εργατικό κίνημα και τα μαζικά κινήματα αντίστασης δεν είναι μόνο προϋπόθεση ή στήριγμα για το πολιτικό μας σχέδιο, αλλά ο δρόμος μέσα από τον οποίο θα δημιουργηθούν τα όργανα της εξουσίας των εργαζομένων και των καταπιεσμένων, που θα προκύψουν μέσα από την ίδια τους την κίνηση, τις εμπειρίες του αγώνα αλλά και την πολιτική, προγραμματική και ιδεολογική παρέμβαση της Αριστεράς στο κίνημα.
Όλα αυτά θέτουν στον ΣΥΡΙΖΑ συγκεκριμένα καθήκοντα:
– Να οργανωθεί ο ίδιος με έμφαση στο από τα κάτω, στην παρέμβαση στο εργατικό κίνημα, στους μαζικούς κοινωνικούς χώρους, στις γειτονιές, στις κοινωνικές αντιστάσεις γενικότερα.
– Να πρωταγωνιστήσει -και όχι απλώς να στηρίζει- τις κοινωνικές αντιστάσεις. Να κρατήσει το κέντρο βάρους της παρέμβασής του στο μαζικό εξωκοινοβουλευτικό αγώνα, κοινωνικό και πολιτικό.
– Να διαχωρίσει τη θέση του από τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, να φύγει από τα κοινά προεδρεία με την ΠΑΣΚΕ και ΔΑΚΕ στις δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις και να πρωταγωνιστήσει στον αγώνα για τη μεγάλη ανατροπή των συσχετισμών στο εργατικό κίνημα.
– Να δώσει ανοιχτά, χωρίς πρακτικές οργανωτικού ελέγχου και «καπελώματος» αλλά και χωρίς ενοχές, τη μάχη του πολιτικού προσανατολισμού στα κινήματα αντίστασης, για να κερδίσει τη μαζική τους πρωτοπορία σε μια μαχητική κατεύθυνση ρήξης και ανατροπής.
– Να ενισχύσει κάθε έμβρυο αυτο-οργάνωσης του εργατικού κινήματος αλλά και του κινήματος αντίστασης, στην προοπτική δημιουργίας των οργάνων εξουσίας των εργαζομένων και των καταπιεσμένων.

4. Το πρόγραμμά μας: πρόγραμμα ρήξης και μετάβασης

Όσον αφορά το πρόγραμμα, είναι απαραίτητες τρεις κρίσιμες κατευθύνσεις:
Πρώτο, το πρόγραμμά μας αποσκοπεί πάνω απ’ όλα στο να συγκροτήσει έναν κοινωνικό και πολιτικό «σχηματισμό μάχης» για την υλοποίηση του πολιτικού σχεδίου ρήξης και ανατροπής και δευτερευόντως στο να φτιάξει μια «ατζέντα διακυβέρνησης». Διότι ένα τέτοιο σχέδιο δεν μπορεί να υλοποιηθεί ούτε μόνο ούτε κυρίως με οικονομικά μέτρα που θα πάρει μια κυβέρνηση απ’ τα πάνω.
Δεύτερο, το κυβερνητικό πρόγραμμα δεν είναι η «ρεαλιστική άρνηση» του προγράμματος του κόμματος, δεν μετατρέπει τους στόχους του προγράμματος σε «στρατηγικούς στόχους» απωθώντας τους στο αόρατο μέλλον, αλλά υλοποιεί με συγκεκριμένα μέτρα και χρονική κλιμάκωση το πρόγραμμα του κόμματος.
Τρίτο, το κόμμα κυβερνάει και η κυβέρνηση υλοποιεί – η Ριζοσπαστική Αριστερά δεν θα επαναλάβει τη διαχειριστική εμπειρία της σοσιαλδημοκρατίας, που στο όνομα του «διαχωρισμού κόμματος και κράτους» από τη μια έκανε την κυβέρνηση όργανο προδοσίας του προγράμματος και των διακηρυγμένων στόχων του κόμματος και από την άλλη έκανε το κόμμα αδύναμο μηχανισμό υποτιθέμενου «ελέγχου» της κυβέρνησης.
Από το πολιτικό μας σχέδιο, λοιπόν, από τις ανάγκες ωμού ρεαλισμού για την «επόμενη μέρα» μιας κυβέρνησης της Αριστεράς, από την ανάγκη να ασκήσουμε τις δικές μας πολιτικές «έκτακτης ανάγκης» για λογαριασμό των εργαζόμενων, των ανέργων, των συνταξιούχων, των νέων κ.λπ., από τη θεμελιώδη προϋπόθεση της συγκρότησης μαζικού κινήματος ρήξης και ανατροπής, απορρέει άμεσα το πρόγραμμά μας:
α. Άμεση αναστολή (στάση) πληρωμών στους τοκογλύφους – διαγραφή του χρέους (με την εξαίρεση του χρέους προς τα ασφαλιστικά ταμεία). Είναι υποχρεωτική διαδρομή σε συνθήκες διακοπής της εξωτερικής χρηματοδότησης και αναγκαστικού ισοσκελισμού δημόσιων εσόδων και δημόσιων δαπανών. Είναι η μοναδική απάντηση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς στο δίλημμα «στάση πληρωμών σε μισθούς, συντάξεις και κοινωνικό κράτος ή στάση πληρωμών στους τοκογλύφους».
Άνοιγμα των βιβλίων για τον έλεγχο όλου του φάσματος των κρατικών προμηθειών και δημόσιων δαπανών, των φορολογικών εσόδων και των υποθέσεων φοροδιαφυγής, των υποθέσεων ιδιωτικοποίησης δημόσιων επιχειρήσεων. Τιμωρία όλων των ενόχων για τη λεηλασία του δημόσιου χρήματος.
β. Εθνικοποίηση των τραπεζών, χωρίς αποζημίωση των μεγαλομετόχων και υπό κοινωνικό και εργατικό έλεγχο. Είναι απόλυτος όρος για την εφαρμογή του προγράμματός μας, αναγκαία για να αποφευχθεί η φυγή καταθέσεων και κεφαλαίων και είναι ρεαλιστική μόνο υπό τον όρο ότι θα γίνει χωρίς αποζημίωση των μεγαλομετόχων – αλλιώς θα μείνει στα χαρτιά.
Διαγραφή των δανείων των νοικοκυριών κάτω από ένα εισοδηματικό όριο – αναχρηματοδότηση με ευνοϊκούς όρους των δανείων των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (με κριτήρια τζίρου και με προϋπόθεση την πλήρη φορολογική και εργασιακή συμμόρφωση).
γ. Μαζική επανεθνικοποίηση ΔΕΚΟ ή πρώην κρατικών επιχειρήσεων σε στρατηγικούς τομείς της οικονομίας (υγεία, παιδεία, νερό, μεταφορές, ενέργεια, τηλεπικοινωνίες) χωρίς αποζημίωση των μεγαλομετόχων, υπό κοινωνικό και εργατικό έλεγχο. Χωρίς μαζικές εθνικοποιήσεις, με τις θεμελιώδεις υπηρεσίες να παράγονται και να προσφέρονται με όρους κερδοσκοπικούς, δεν μπορεί να εξασφαλιστεί η φτηνή και μαζική πρόσβαση σε αυτές τις υπηρεσίες για τα εργατικά και λαϊκά στρώματα. Χωρίς να θίξουμε την καπιταλιστική ιδιοκτησία δεν μπορούμε να κάνουμε συνεπή αριστερή πολιτική ούτε να ανοίξουμε το δρόμο για το σοσιαλισμό. Ένα τέτοιο σχέδιο μαζικών εθνικοποιήσεων είναι επίσης ρεαλιστικό μόνο αν γίνουν χωρίς αποζημίωση των μεγαλομετόχων.
δ. Για τα εργασιακά δικαιώματα των εργαζομένων και το χτύπημα της ανεργίας: Άμεση κατάργηση όλων των μορφών «ευέλικτης» ή «μαύρης εργασίας». 35ωρο – 7ωρο – 5νθήμερο. Νομοθεσία που θα διευκολύνει το πέρασμα των επιχειρήσεων που κλείνουν ή κάνουν μαζικές απολύσεις στην αυτοδιαχείριση των εργαζομένων. Μαζικό πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων για έργα φυσικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών υποδομών (σχολεία, νοσοκομεία, υποδομές, προστασία του περιβάλλοντος κ.λπ.).
Αυξήσεις στους μισθούς και τις συντάξεις. Επίδομα ανεργίας στο 80% του κατώτερου μισθού για όλη τη διάρκεια της ανεργίας.
ε. Την κρίση να πληρώσουν τα καπιταλιστικά κέρδη και οι πλούσιοι: Βαριά φορολογία των κερδών (άμεση επαναφορά του ανώτατου φορολογικού συντελεστή των κερδών στο 45%), των χρηματιστηριακών συναλλαγών, του συσσωρευμένου πλούτου, των υψηλών εισοδημάτων. Κατάργηση όλων των φοροαπαλλαγών του κεφαλαίου. Προοδευτική φορολογική κλίμακα για τα φυσικά πρόσωπα που να μεταφέρει τα βάρη στα υψηλά εισοδήματα. Δραστική αύξηση του ΦΠΑ για εισαγόμενα προϊόντα πολυτελούς κατανάλωσης – κατάργησή του για προϊόντα μαζικής λαϊκής κατανάλωσης – μείωσή του στον τομέα των εγχώρια παραγόμενων υπηρεσιών.
στ. Διεθνισμός και αλληλεγγύη των λαών, τα κριτήρια της διεθνούς μας πολιτικής: Έξοδος από το ΝΑΤΟ – κλείσιμο των βάσεων. Επιστροφή όλων των ελληνικών στρατευμάτων, καμία συμμετοχή σε ιμπεριαλιστικές αποστολές. Καταδίκη των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων και πολέμων. Πολιτική ειρήνης με τις γειτονικές χώρες – Αλληλεγγύη στην Παλαιστίνη – Όχι στη συμμαχία με το σιωνιστικό Ισραήλ – Δεν θα πολεμήσουμε για τις ΑΟΖ!
ζ. Κοινωνικός και εργατικός έλεγχος στα δημόσια οικονομικά και σε όλη την κλίμακα της παραγωγής. Κατάργηση του εμπορικού και επιχειρηματικού απορρήτου. Πάλη για επέκταση των μορφών εργατικού και κοινωνικού ελέγχου: για να αποφασίζουν οι εργαζόμενοι και όχι οι μέτοχοι και οι διευθύνοντες σύμβουλοι, για να παράγουμε και καταναλώνουμε με βάση το κοινωνικό σχέδιο και τις ανάγκες των εργαζομένων και όχι για το καπιταλιστικό κέρδος.

5. Ο ΣΥΡΙΖΑ αξιωματική αντιπολίτευση: ένα κοινοβουλευτικό μετερίζι στον αγώνα για την ανατροπή. Όχι στην τακτική του «ώριμου φρούτου» και της «υπεύθυνης θεσμικής αντιπολίτευσης»: αγώνας για την ανατροπή της κυβέρνησης του μνημονίου

Στις διπλές εκλογές της 6 Μάη και της 17 Ιούνη ένα μεγάλο εργατικό – λαϊκό ρεύμα έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ στο 27% και ένα βήμα από την κατάκτηση του στόχου για κυβέρνηση της Αριστεράς με πρόγραμμα ρήξης με το μνημόνιο και την τρόικα. Ο στόχος για κυβέρνηση της Αριστεράς δεν επιτεύχθηκε, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ αναδείχθηκε αξιωματική αντιπολίτευση.
Αυτή η επιτυχία έχει για μας τη σημασία ότι καταλάβαμε ένα κοινοβουλευτικό μετερίζι, το οποίο θα αξιοποιήσουμε με διπλό τρόπο: Πρώτο για να ξαναδώσουμε μεγαλύτερη δύναμη και ορμή στα κινήματα αντίστασης και δεύτερο για να συντομεύσουμε και διασφαλίσουμε τη διαδρομή ως το στόχο της κυβέρνησης της Αριστεράς.
Δεν θα πετύχουμε αυτούς τους στόχους κάνοντας «υπεύθυνη θεσμική αντιπολίτευση» και με διακηρύξεις ότι «θα σας ταράξουμε στη νομιμότητα». Το νέο «πακέτο» μέτρων της τρικομματικής κυβέρνησης του κεφαλαίου είναι το σκληρότερο απ’ όλα και η μόνη απάντηση του ΣΥΡΙΖΑ και της Αριστεράς πρέπει να είναι: ανένδοτος πολιτικός αγώνας – γενική πολιτική απεργία, για να ανατραπεί η κυβέρνηση, για να ανοίξει ξανά ο δρόμος για την κυβέρνηση της Αριστεράς και την κατάργηση του μνημονίου. Αν αυτά τα μέτρα, προστιθέμενα σε όλα τα προηγούμενα, υλοποιηθούν, αν η κυβέρνηση αυτή σταθεροποιηθεί, η κοινωνική καταστροφή θα πάρει αδιανόητη έκταση και βάθος. Δεν μπορούμε να ζητούμε -τηρώντας πολιτική «στάση αναμονής»- από τον κόσμο που υποστήριξε πολιτικά και εκλογικά τον ΣΥΡΙΖΑ και το στόχο για κυβέρνηση της Αριστεράς για την ανατροπή του μνημονίου να «κάνει υπομονή», περιμένοντας καρτερικά να «έρθει η σειρά» του ΣΥΡΙΖΑ για να κυβερνήσει. Ο κόσμος υποφέρει και δεν μπορεί να «περιμένει», η δε κοινωνική κατάρρευση δεν ενισχύει αυτονόητα μόνο την Αριστερά αλλά μπορεί να ενισχύσει και το φασισμό, ιδιαίτερα μάλιστα αν η Αριστερά τηρήσει παθητική στάση αναμονής. Το «ήπιο κλίμα» και η «υπεύθυνη θεσμική αντιπολίτευση» απογοητεύουν αυτό τον κόσμο, τον αποσυσπειρώνουν, ενισχύουν τη Χρυσή Αυγή και υπονομεύουν τελικά το στόχο για κυβέρνηση της Αριστεράς. Μόνο αν ο ΣΥΡΙΖΑ και η Αριστερά πρωταγωνιστήσουν στα κινήματα αντίστασης, μόνο αν θέσουν στόχο την ανατροπή αυτής της κυβέρνησης και αγωνιστούν με συνέπεια γι’ αυτό, μόνο τότε η προοπτική της κυβέρνησης της Αριστεράς, της ρήξης και της ανατροπής θα πάρει σάρκα και οστά. Και μόνο έτσι η κυβέρνηση της Αριστεράς θα έχει τις προϋποθέσεις για να αποτελέσει βήμα στην πορεία για τη ρήξη με το σύστημα, για την εξουσία των εργαζομένων, για το σοσιαλισμό. Δεν ανήκουμε στο πολιτικό τους σύστημα – είμαστε η λύση και όχι μέρος της κρίσης του. Δεν υποτασσόμαστε στη «νομιμότητά» τους, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα των συμφερόντων των ντόπιων και ξένων τοκογλύφων, των βιομηχάνων, των τραπεζιτών. Εκπροσωπούμε τη «νομιμότητα» των αγώνων, των δικαιωμάτων και κατακτήσεων της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων, της νεολαίας, των μεταναστών. Είμαστε η Ριζοσπαστική Αριστερά της ρήξης και της ανατροπής.

6. Όταν λέμε κυβέρνηση της Αριστεράς, το εννοούμε!

Ο στόχος της «κυβέρνησης της Αριστεράς» εντάσσεται σε ένα τέτοιο πολιτικό σχέδιο και άρα πρέπει να οριοθετηθεί αποφασιστικά από «ερμηνείες» που παραπέμπουν σε εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις. Πιο συγκεκριμένα, «κυβέρνηση της Αριστεράς» δεν μπορεί να σημαίνει:
α. Κυβέρνηση «ειδικού σκοπού» ή αντιμνημονιακών δυνάμεων:
Η πρόταση αυτή παραπέμπει σε κυβέρνηση με τους Ανεξάρτητους Έλληνες, στο όνομα της έλλειψης κοινοβουλευτικής αυτοδυναμίας και της πιθανής άρνησης του ΚΚΕ να στηρίξει μια τέτοια κυβέρνηση. Δημιουργεί σοβαρότατα ζητήματα πολιτικού και στρατηγικού προσανατολισμού για τον ΣΥΡΙΖΑ, καθώς το κόμμα του Π. Καμένου πέρα από την αντιμνημονιακή ρητορική του, παραμένει υποστηρικτής της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, παραμένει κόμμα της σκληρής Δεξιάς και αποτελεί τον πιθανότατο πόλο μιας εθνικιστικής (και τυχοδιωκτικά φιλοπόλεμης) στρατηγικής διεξόδου του ελληνικού καπιταλισμού από την κρίση.
β. Κυβέρνηση «εθνικής (ή κοινωνικής) σωτηρίας»:
Το βάθεμα της κρίσης σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, η «κόντρα» ΔΝΤ – Γερμανίας, τα αποσυνθετικά φαινόμενα στην Ευρωζώνη και την Ε.Ε., η κατάρρευση του ελληνικού «προγράμματος προσαρμογής» και τα καψώνια της τρόικας στην κυβέρνηση Σαμαρά για τη δόση, η σκληρή επιτροπεία, κυρίως όμως τα σοβαρά αδιέξοδα της ελληνικής αστικής τάξης (από τη βαθιά ύφεση αλλά και μέσω της διαδικασίας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, που απειλεί με απώλεια του ελέγχου των τραπεζών από την ελληνική αστική τάξη αλλά και με «κούρεμα» την αφρόκρεμα του μιντιακού και επιχειρηματικού αστικού κατεστημένου) διαμορφώνουν όρους για στροφή σημαντικού τμήματος της κυρίαρχης τάξης σε «εθνικές» και «πατριωτικές» λύσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να αποκρούσει αποφασιστικά τέτοιας σενάρια, συγκυβέρνησης με πλατύ φάσμα αστικών – «πατριωτικών» δυνάμεων, που σε κάθε περίπτωση θα λειτουργήσουν  σαν παράγοντες επανασταθεροποίησης του συστήματος και σε ευθύ ανταγωνισμό τόσο με τις προοπτικές της Αριστεράς όσο και με τα συμφέροντα των εργαζομένων και της νεολαίας – κανείς δεν δικαιούται να ξεχνά την τραγική πείρα του 1989….
γ. Κυβέρνηση ταξικού συμβιβασμού: Αυτή η ερμηνεία, που έχει διατυπωθεί δημόσια από κορυφαία στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, θα μπορούσε επίσης κάλλιστα να στηριχτεί σε ανάγνωση θέσεων της ίδιας της «Διακήρυξης» που είναι εξαιρετικά προβληματικές, όπως: «Θα ανοίξει (η κυβέρνηση της Αριστεράς) το δρόμο στην πραγματική δημοκρατία και την ανασυγκρότηση της χώρας ενόσω θα διαλύει το ‘‘τρίγωνο’’ που δυναστεύει τον τόπο επί δεκαετίες, διαπλέκοντας αξεδιάλυτα το κρατικοδίαιτο κεφάλαιο, το πολιτικό σύστημα του δικομματισμού και τα καθεστωτικά ΜΜΕ», «θα αξιοποιήσει όλες τις έντιμες και δημιουργικές δυνάμεις της κοινωνίας», «η δημιουργική επιχειρηματικότητα που λειτουργεί για το δημόσιο όφελος και υπό σταθερούς και δίκαιους κανόνες, δεν θα πληγεί αλλά θα βοηθηθεί».
Πρέπει λοιπόν να γίνει συγκεκριμένα δεσμευτικό ότι κυβέρνηση της Αριστεράς σημαίνει κυβέρνηση που θα στηριχτεί στις δυνάμεις της Αριστεράς (με μόνιμη και εμφατική, παρά τη σεχταριστική στάση κυρίως της ηγεσίας του ΚΚΕ, στο ΚΚΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ) και σε δυνάμεις που με απόλυτα πειστικό τρόπο έρχονται σε ρήξη με τη σοσιαλδημοκρατία και αποδέχονται ένα πολιτικό σχέδιο ρήξης και ανατροπής των μνημονίων και της λιτότητας. Το μειονέκτημα της έλλειψης κοινοβουλευτικής αυτοδυναμίας θα πρέπει να λυθεί πολιτικά: με σταθερή απεύθυνση για πολιτικό μέτωπο της Αριστεράς (ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ), με έκκληση στον κόσμο της Αριστεράς και των κινημάτων αντίστασης να δώσει αυτοδυναμία στον ΣΥΡΙΖΑ σε περίπτωση επιμονής του ΚΚΕ στη σεχταριστική του άρνηση και με διαβεβαίωση ότι ακόμη και αυτοδύναμος ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιμείνει στην κατεύθυνση για πολιτικό μέτωπο της Αριστεράς. Ο κόσμος θα επιβραβεύσει -τόσο πολιτικά όσο και εκλογικά- την ενωτική και τολμηρή στάση και την επιμονή αριστερά που δείχνουν συνέπεια στο στόχο για ανατροπή της λιτότητας και ρήξη με το σύστημα.
Σε κάθε περίπτωση, η κυβέρνηση της Αριστεράς μπορεί να εννοηθεί μόνο σαν ένα «σημείο εκκίνησης», ένα σημείο ρήξης, μια «στιγμή» στη διαδρομή για ρήξη με το σύστημα, κι όχι μια κυβερνητική θητεία «φιλολαϊκής» διαχείρισης του συστήματος.

7. Ο ΣΥΡΙΖΑ μαζικό εργατικό – λαϊκό κόμμα, ενιαίο κόμμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς

Για να βαδίσουμε με σταθερό βήμα στην σκληρή ταξική σύγκρουση που διεξάγεται, για να δώσουμε τη μάχη για την υλοποίηση ενός τέτοιου προγράμματος και για να ανταποκριθούμε στοιχειωδώς στις ανάγκες μιας τέτοιας, ιστορικών διαστάσεων ανατροπής, χρειαζόμαστε ένα μαζικό και μαχητικό πολιτικό εργαλείο, ένα μαζικό και μαχητικό κόμμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς.
Χρειαζόμαστε ένα κόμμα που δεν μπορεί να είναι ταξικά ουδέτερο αλλά ταξικά ιδιοτελές, το κόμμα της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων.
Που θα τους ξεσηκώσει και θα τους οργανώσει στον αγώνα ενάντια στους τραπεζίτες, τους βιομήχανους, τους μιντιάρχες, το ντόπιο και ξένο κεφάλαιο. Που με το πολιτικό του σχέδιο, το πρόγραμμα και τους αγώνες του θα συγκροτήσει τη μεγάλη «παράταξη» των εργαζόμενων και των καταπιεσμένων.
Χρειαζόμαστε ένα κόμμα της μαζικής πρωτοπορίας των αγώνων και των κοινωνικών αντιστάσεων.
Που θα ανοίξει για να εντάξει στις γραμμές του και να στρατεύσει πολιτικά τη μαζική πρωτοπορία του λαϊκού ρεύματος που στράφηκε προς τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και τα καλύτερα στοιχεία του εργατικού κινήματος, της νεολαίας, των μεταναστών, του κινήματος αντίστασης. Μόνο έχοντας εντάξει στις γραμμές του ένα τέτοιο πρωτοπόρο δυναμικό, θα μπορεί να πρωταγωνιστεί και να αποτελεί το μαχητικό πολιτικό κορμό της αντίστασης, της αλληλεγγύης, των μαζικών αγώνων.
Χρειαζόμαστε ένα κόμμα της ταξικής αλληλεγγύης, του διεθνισμού και του αντιμπεριαλισμού.
Που θα πρωταγωνιστεί στις πρωτοβουλίες και τα δίκτυα ταξικής και λαϊκής αλληλεγγύης σε αγωνιζόμενα κομμάτια του κινήματος αλλά και στους άνεργους και τους εξαθλιωμένους, που θα οικοδομεί δίκτυα διεθνούς αλληλεγγύης και συντονισμού μαζί με τα ευρωπαϊκά και διεθνή κινήματα αντίστασης, που θα εμπνέεται από τις αρχές του διεθνισμού, που θα είναι με συνέπεια ενάντια στον πόλεμο, το μιλιταρισμό και τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις.
Χρειαζόμαστε ένα κόμμα αντιρατσιστικό και αντιφασιστικό. Που θα διακηρύσσει ότι το πρόβλημα δεν είναι οι μετανάστες αλλά ο ρατσισμός, που θα αναγνωρίζει το θανάσιμο κίνδυνο τον οποίο εκπροσωπεί ο φασισμός και θα τον αντιμετωπίζει αποφασιστικά.
Χρειαζόμαστε ένα κόμμα αντισεξιστικό και αντιομοφοβικό.
Που δε θα διστάζει να βγαίνει στην πρώτη γραμμή των αγώνων των γυναικών και των ΛΟΑΤ για ίσα δικαιώματα. Που θα παλεύει για την αποδόμηση της πατριαρχίας και την εξάλειψη των ιεραρχικών και εξουσιαστικών σχέσεων που ενδημούν μέσα στην πατριαρχική οικογένεια. Και που θα υπερασπίζεται την συναίνεση, τόσο σε ό,τι αφορά τον ερωτισμό μεταξύ ενηλίκων όσο και στις μορφές συμβίωσης δύο ή περισσότερων ανθρώπων, διαφορετικού ή ίδιου φύλου.
Χρειαζόμαστε ένα κόμμα δημοκρατικό.
Που θα υιοθετήσει ένα οργανωτικό πλαίσιο το οποίο θα παίρνει υπόψη του ότι παραμένει στρατηγικά ανοιχτό, με στοιχεία ιδεολογικής ταυτότητας αλλά χωρίς πλήρη τέτοια ταυτότητα, με διαφορετικές προσεγγίσεις για το πολιτικό σχέδιο ή και διαφορετικά πολιτικά σχέδια στο εσωτερικό του. Που -στη βάση αυτή- θα εξασφαλίζει ίσα δικαιώματα αλλά και υποχρεώσεις για τα μέλη και πλήρη ισοτιμία στις δυνατότητες έκφρασης των απόψεων μελών, ρευμάτων και οργανώσεων. Που -στη βάση όλων των παραπάνω- θα αναδεικνύει τους/τις αντιπροσώπους στις συνδιασκέψεις και τα συνέδριά του και τα μέλη των συλλογικών του οργάνων με βάση την αρχή «ένα μέλος μία ψήφος», με μόνη παρέκβαση την ελάχιστη διασφάλιση της συμμετοχής στην Κ.Ε. όλων των οργανώσεων και τάσεων με ένα τουλάχιστον μέλος.
Που για όλα αυτά θα συζητάει ανοιχτά μέσα και έξω από τις γραμμές του και ταυτόχρονα θα εκφράζεται ενιαία προς τα έξω από όσους/ες αναλαμβάνουν να το εκπροσωπήσουν και να εκφωνήσουν τη γραμμή του, ιδιαίτερα κεντρικά (μέσα από τα μίντια κ.λπ.). Που θα διασφαλίζει την ελεύθερη οριζόντια διασύνδεση για τα μέλη, τις τάσεις, τα ρεύματα και τις συνιστώσες του.
Που θα πρωταγωνιστεί στα κινήματα, θα δίνει στο πλαίσιό τους ανοιχτά τη μάχη για το πολιτικό του σχέδιο και τις ιδέες του, αλλά δεν θα τα διασπά, καπελώνει και αφυδατώνει τη δημιουργική τους δύναμη και πρωτοβουλία.
Χρειαζόμαστε ένα κόμμα μαρξιστικό.
Ο μαρξισμός, στέρεη ιδεολογική αναφορά της κομμουνιστικής αριστεράς, αλλά και της σοσιαλδημοκρατίας μέχρι και τη δεκαετία του ’60, δεν μπορεί παρά να είναι η ιδεολογική αναφορά του ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί απλούστατα η δική μας Ριζοσπαστική Αριστερά δεν είναι παρά κομμάτι της ιστορικής διαδρομής που αναφέρεται στους μεγάλους ιστορικούς σταθμούς στον αγώνα για την ανθρώπινη χειραφέτηση: τη μεγάλη Γαλλική Επανάσταση των πληβείων και των καταφρονεμένων, την ευρωπαϊκή επανάσταση – «άνοιξη των λαών» του 1848, την κομμούνα του Παρισιού, την Οκτωβριανή επανάσταση, τις εθνικο-απελευθερωτικές επαναστάσεις του 20ού αιώνα, τον παγκόσμιο Μάη του ’68. Γιατί το σχέδιο για την ανθρώπινη χειραφέτηση θα ήταν «τυφλό» αν δεν αντλούσε την έμπνευσή του από τη μαρξιστική θεωρία και την ικανότητά μας να την ανανεώνουμε και να την επικαιροποιούμε. Γιατί το σχέδιο της ανθρώπινης χειραφέτησης σηματοδοτείται πάντα από τη μετάβαση στο σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό, από το στόχο μιας κοινωνίας χωρίς εκμετάλλευση και καταπίεση κάθε είδους.
Χρειαζόμαστε ένα κόμμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς.
Χωρίς συμβιβασμούς με τα πιο καθυστερημένα στοιχεία, χαλαρή έννοια του μέλους και σύγχυση των ορίων με τον ψηφοφόρο και τον «οπαδό», χωρίς οργανωτική αμορφία. Πάλη ενάντια στη λογική της ανάθεσης μέσα στο κόμμα, που ευνοεί και την ανάθεση στη σχέση κόμματος και κόσμου και οδηγεί σε οργανωτική αμορφία και αποσάθρωση και σε έλλειμμα μαχητικότητας και κοινωνικής παρέμβασης. Με σταθερή την πυξίδα στην κατεύθυνση της ρήξης και των ιστορικών προοπτικών, μαχητική οργάνωση και παρέμβαση, προτεραιότητα στον εξωκοινοβουλευτικό αγώνα, ζωντανή σχέση με τα κινήματα.
Με ουσιαστικές διαδικασίες κόμματος κι όχι «πανηγυρικές» διαδικασίες «κινήματος» ή «παράταξης». Πραγματικά αποφασιστικά συλλογικά όργανα κι όχι συμβουλευτικά όργανα για τον πρόεδρο. Εκλογή του προέδρου από την Κ.Ε. κι όχι από το συνέδριο. Διαφορετικά, καταλήγουμε στα ίδια «συμπτώματα»: οργανωτική, πολιτική και ιδεολογική αμορφία, απαξίωση και ατροφία των συλλογικών οργάνων και εκφυλισμός τους σε συμβουλευτικά σώματα, αυτονόμηση του προέδρου και καταστατική επικύρωση της αυτονόμησής του με την εκλογή του από το συνέδριο, που καλλιεργεί την απευθείας σχέση του «με το λαό».
Όλα τα προηγούμενα είναι αλληλένδετα και παραπέμπουν σε μια συνειδητή πάλη ενάντια στα σοσιαλδημοκρατικά χαρακτηριστικά κόμματος.
Χρειαζόμαστε ένα κόμμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς: το «παράταξη της Αριστεράς» έχει έναν τόνο ηγεμονισμού απέναντι στις άλλες δυνάμεις και κόμματα της Αριστεράς: παράταξη της Αριστεράς είναι η Αριστερά στο σύνολό της αλλά και με την ιστορική έννοια του όρου, ως πολιτική παράταξη της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων και με αυτή την έννοια δεν είναι «ιδιοκτησία» του ΣΥΡΙΖΑ, παρά τα υψηλά ποσοστά του.
Τέλος, λέγοντας «κόμμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς» δεν θέλουμε να στενέψουμε το κοινωνικό εύρος αναφοράς του, ούτε είμαστε αντίθετοι με τη συμμετοχή σ’ αυτό όσων προσεγγίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ προερχόμενοι από άλλες πολιτικές τοποθετήσεις, παραδόσεις κ.λπ. Απλώς θέλουμε το μαζικό λαϊκό ρεύμα να εκπροσωπηθεί πολιτικά και η πρωτοπορία του να οργανωθεί σε ένα μαζικό κόμμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς γιατί αυτή η διαδικασία ποτέ δεν είναι ουδέτερη οργανωτικά, πολιτικά, προγραμματικά, ιδεολογικά. Πάντα γίνεται σε κάποιο «έδαφος», δηλαδή με ηγεμονία κοινωνικών δυνάμεων, οργανωτικού μοντέλου, απόψεων, προγράμματος, ιδεολογίας, στρατηγικής. Και όταν όλα αυτά δεν καθορίζονται συνειδητά, διά συνειδητών πράξεων, καθορίζεται διά παραλείψεων που πάντα κάποιους άλλους ευνοούν… Μαζικό ρεύμα ναι, πολυσυλλεκτικό ως προς τις προηγούμενες πολιτικές διαδρομές όσων εντάσσονται σε αυτό, αλλά στο «έδαφος» της Αριστεράς, με ηγεμονία των ιδεών και του πολιτικού σχεδίου ρήξης της Ριζοσπαστικής Αριστεράς.

8. Ούτε βήμα πίσω στην πάλη ενάντια στο ρατσισμό: το πρόβλημα είναι ο ρατσισμός κι όχι οι μετανάστες!

Καθώς η κρίση βαθαίνει, οι κυβερνήσεις του μνημονίου καταφεύγουν στην πολιτική του «νόμου και της τάξης», στη λογική ότι τα δικαιώματα δεν είναι για όλους ούτε για όλες τις περιστάσεις (σε έκτακτες συνθήκες μπορούν και πρέπει να αναστέλλονται), ότι αυτοί που «δεν χωράνε», θα εξοστρακίζονται κοινωνικά. Όλα αυτά τα στοιχεία νομιμοποιούνται κατεξοχήν μέσα από το ρατσισμό και το κυνήγι του μετανάστη, με στόχο στη συνέχεια να εμπεδωθούν και να επεκταθούν σε όλες τις κατηγορίες αυτών που «δεν χωράνε» ή που «αποκλίνουν». Επομένως, η υπεράσπιση των μεταναστών είναι κεντρικό ζήτημα στην αντιπαράθεση με τα μνημόνια και το σύστημα, κι όχι ένα ζήτημα που «αποπροσανατολίζει την ταξική πάλη».
Θέση του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να είναι ότι το πρόβλημα δεν είναι οι μετανάστες αλλά ο ρατσισμός! Στη βάση αυτή, θεωρούμε απαραίτητη την «άνευ όρων» υπεράσπιση των μεταναστών:
Ελεύθερη διακίνηση των ανθρώπων, όχι των κεφαλαίων – ανοιχτά σύνορα: Γιατί όλοι/ες έχουν το δικαίωμα της ελεύθερης διακίνησης από χώρα σε χώρα και ιδιαίτερα όσοι/ες κινδυνεύει η ζωή τους από την πείνα και τον πόλεμο – κι όχι μόνο το κεφάλαιο. Κυρίως όμως γιατί κλειστά σύνορα σημαίνει φράχτες, νάρκες, Frontex και ειδικές μονάδες κεφαλοκυνηγών στα σύνορα, μετατροπή του Λιμενικού σε πολεμικό σώμα ενάντια στους μετανάστες, με αποτέλεσμα όλων αυτών να αυξάνεται το κόστος σε ανθρώπινες ζωές και να αυξάνονται τα «κόμιστρα» για τα κυκλώματα που εκμεταλλεύονται τους μετανάστες. Γιατί, τέλος, κλειστά σύνορα σημαίνει τη συγκρότηση ενός δεύτερου στρατού δίπλα σ’ αυτόν που υπάρχει ήδη – με όλες τις βλαβερές συνέπειες του γεγονότος…
Νομιμοποίηση όλων των μεταναστών: Νομιμοποίηση όλων των μεταναστών σημαίνει κανένας μετανάστης «λαθραίος»: παροχή εγγράφων για όλους τους μετανάστες (απαγόρευση δίωξης για παράνομη είσοδο, καταγραφή, ταυτότητα μετανάστη, ταξιδιωτικά έγγραφα, νομιμοποίηση με απλές προϋποθέσεις, ιθαγένεια στα παιδιά των μεταναστών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα). Γιατί «λαθρομετανάστης» σημαίνει ότι κανείς δεν δικαιούται να γλιτώσει από την πείνα και το θάνατο, γιατί δεν υπάρχουν λαθραίοι άνθρωποι, γιατί ο ρατσισμός τούς θέλει «λαθραίους» για να πλουτίζουν τα κυκλώματα εκμετάλλευσής τους (κομιστές, ελληνικές και μεταναστευτικές μαφίες), για να κάνουν πολιτική καριέρα διάφορα πολιτικά αποβράσματα και να κερδοσκοπούν πολιτικά η εμφυλιακή Δεξιά και η ακροδεξιά, γιατί οι φασίστες τους θέλουν «λαθραίους» για να επιβεβαιώνουν τη θεωρία του «Καιάδα» και να αναλαμβάνουν το ρόλο του δεσμοφύλακα σε μια κοινωνία-φυλακή.
Αλληλεγγύη: Αυτό δεν σημαίνει μόνο αξιακές διακηρύξεις, αλλά και έμπρακτη υπεράσπισή τους από τις διώξεις της αστυνομίας και από τους φασίστες, δραστήρια προσπάθεια να ενταχτούν στα συνδικάτα, τις κοινωνικές οργανώσεις και το κίνημα.

9. Το τσάκισμα του φασισμού, επείγον και κορυφαίο πολιτικό καθήκον!

Στο έδαφος της δομικής κρίσης του καπιταλισμού και της ανελέητης ταξικής σύγκρουσης «μέχρις εσχάτων», γεννιούνται οι προϋποθέσεις της ανάπτυξης του φασιστικού κινήματος, της ναζιστικής Χρυσής Αυγής. Ο κίνδυνος που αντιπροσωπεύει για τους εργαζόμενους, τη νεολαία, τους μετανάστες είναι τρομερός. Η ταχύτητα με την οποία αναπτύσσεται (στο έδαφος της δομικής καπιταλιστικής κρίσης και της κοινωνικής καταστροφής) είναι κεραυνοβόλα. Θα ήταν έγκλημα να υποτιμήσουμε τον κίνδυνο που αντιπροσωπεύει κάνοντας παρηγορητικές σκέψεις ότι το φασιστικό ρεύμα θα ανακοπεί από μόνο του ή ότι «έχουμε ακόμη χρόνο» για να το αντιμετωπίσουμε. Το τέρας του φασισμού αναπτύσσεται ταχύτατα, καθώς τρέφεται από τα σκουπίδια της καπιταλιστικής παρακμής, την απελπισία των άνεργων, των φτωχών και των εξαθλιωμένων. Δεν είναι ακροδεξιά, δεν είναι ακραίος ρατσισμός, δεν είναι προϊόν «φασιστικοποίησης της κοινωνίας», δεν είναι «προέκταση» του κράτους έκτακτης ανάγκης, δεν είναι καπιταλιστική λύση απ’ τα πάνω («μακρύ χέρι του συστήματος»). Είναι οργανικό φαινόμενο της καπιταλιστικής παρακμής, κίνημα απ’ τα κάτω, που τρέφεται από την «αντεπαναστατική απελπισία» των εξαθλιωμένων και θεριεύει χάρη στο μύθο του αήττητου των ομάδων κρούσης.
Αν υποτιμηθεί, σύντομα η υποτίμηση θα γίνει πανικός και αναχωρητισμός! Αν πιστέψουμε ότι ήδη έχει γίνει ακατανίκητος, δεν θα δώσουμε καν τη μάχη. Το κίνημα και η Αριστερά πρέπει να αποτινάξουν αυτό το μίγμα υποτίμησης και πανικού «εδώ και τώρα»!
Ήδη η Χρυσή Αυγή έχει περάσει σε λιγότερο από 4 χρόνια από το στάδιο μιας ολιγάριθμης φασιστικής γκρούπας στο στάδιο ενός πανεθνικού ρεύματος με κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, πανεθνικό δίκτυο οργανώσεων και πολυάριθμες ομάδες κρούσης. Επιβάλλοντας αρχικά ένα νικηφόρο «πιλοτικό» υπόδειγμα φασιστικής εξουσίας σε μια γειτονιά της Αθήνας (Άγιος Παντελεήμονας), έφτασε σήμερα να ανοίγει σαν βεντάλια τους τομείς της φασιστικής «παρέμβασης», ακολουθώντας πιστά το αλφαβητάρι του ιταλικού και γερμανικού φασισμού του Μεσοπολέμου. Το κύριο αντικείμενο των φασιστικών επιθέσεων εξακολουθεί να είναι οι μετανάστες, αλλά ήδη άνοιξε και πολλά άλλα «μέτωπα»: οργανώσεις της Αριστεράς (με επιθέσεις στο δρόμο αλλά και στη Βουλή), «εργατικό» (όπου οργανώνει ένα σύγχρονο δουλεμπόριο με μισθούς πείνας «μόνο για Έλληνες»), «αλληλεγγύη» (όπου μοιράζει σε στημένο επικοινωνιακά σκηνικό τρόφιμα «μόνο για Έλληνες»), εθνικές μειονότητες (ενάντια στη μειονότητα στη Θράκη, τους τσιγγάνους κ.λπ.), άτομα με ειδικές ανάγκες (όπου προτείνει στείρωση και άλλα σύμφωνα με τη θεωρία του Καιάδα). Η Χρυσή Αυγή είναι ήδη κυρίαρχη πολιτική δύναμη στα σχολεία (όπου ο μύθος του αήττητου των ομάδων κρούσης ασκεί μεγάλη έλξη) 3,5 μόλις χρόνια μετά το Δεκέμβρη του 2008 και είναι βέβαιο ότι σύντομα θα κάνει την οργανωμένη εμφάνισή της και σε άλλους κοινωνικούς χώρους (πανεπιστήμια, ΤΕΙ). Ο φασισμός μπορεί να αντιμετωπιστεί, αλλά κάθε μέρα που περνάει η αντιμετώπισή του θα γίνεται όλο και πιο δύσκολη και θα έχει όλο και πιο δυσβάστακτο κόστος.
Ο αγώνας ενάντια στο φασισμό δεν μπορεί να γίνει «έμμεσα», μέσω των κινητοποιήσεων ενάντια στο μνημόνιο – παρότι η επιτυχία αυτών των κινητοποιήσεων θα συμβάλει στον αγώνα ενάντιά του.
Ο αγώνας ενάντια στο φασισμό δεν θα είναι αποτελεσματικός αν γίνει μόνο με πολιτικά και ιδεολογικά μέσα (καμπάνιες, καταγγελίες, πορείες διαμαρτυρίας, συναυλίες, δουλειά ιδεολογικής αποκάλυψης κ.λπ.).
Ο αγώνας ενάντια στο φασισμό δεν μπορεί να γίνει έμμεσα, αναπτύσσοντας δίκτυα αλληλεγγύης – παρότι τέτοια δίκτυα του αφαιρούν «χώρο» και δυναμική.
Όλα αυτά είναι χρήσιμα, αλλά δεν αρκούν. Παράλληλα με όλα αυτά, πρέπει κατεπειγόντως να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις να σταματήσουμε το φασισμό στο δρόμο, εκεί απ’ όπου αντλεί τη δύναμή του. Ένα οργανωμένο δίκτυο ενωτικών ομάδων μαχητικής λαϊκής αυτοάμυνας και περιφρούρησης πρέπει να συγκροτηθεί άμεσα σε γειτονιές, νεολαιίστικους και εργασιακούς χώρους, σαν κομμάτι των πολιτικών και κοινωνικών συλλογικοτήτων της Αριστεράς και του κινήματος που αντιστέκονται! Αν στο δρόμο κυριαρχήσουν οι φασίστες, αυτό σημαίνει ότι το κίνημα και η Αριστερά «θα βγουν στην παρανομία» και θα συντριβούν.
Ο αγώνας ενάντια στο φασισμό δεν μπορεί να γίνει -πολύ περισσότερο- σε συμμαχία με τις «δημοκρατικές» δυνάμεις του συστήματος ή απαιτώντας από την αστυνομία (που κυριαρχείται από τους οργανωμένους φασιστικούς πυρήνες) να προστατεύσει τα θύματα των φασιστών. Αν η Αριστερά και το κίνημα δεν μπορούν να προστατεύσουν μόνοι τον εαυτό τους, τις οργανώσεις τους, τις διαδικασίες και τις εκδηλώσεις τους και βασίζονται στις εκκλήσεις για «προστασία» από την αστυνομία, τότε απλώς αποδέχονται την ήττα τους και αυξάνουν την αυτοπεποίθηση (και τα μέλη) της Χρυσής Αυγής, αποθαρρύνοντας ταυτόχρονα τους αγωνιστές/στριες των κινημάτων και τον κόσμο της Αριστεράς. Ο αγώνας ενάντια στο φασισμό μπορεί να βασιστεί μόνο στη λογική του ενιαίου μετώπου των κοινωνικών και πολιτικών οργανώσεων της εργατικής τάξης, στον ενωτικό τους αγώνα, στην αντιπαράθεση με το φασισμό σε όλη τη γραμμή.
Η ανάπτυξη της Χρυσής Αυγής δεν είναι ένα «μελανό σημείο» σε μια γενικά «καλή κατάσταση» για το κίνημα και την Αριστερά, αλλά η μία από τις δύο πλευρές αυτής της κατάστασης. Αν τα υπόλοιπα γιατροσόφια και οι λύσεις «απ’ τα πάνω» που θα δοκιμάσει ο ελληνικός καπιταλισμός δεν πιάσουν, τότε μπορεί να υποστηρίξει ανοιχτά τη φασιστική λύση. Δεν απομένει πολύς χρόνος μέχρι να κριθεί αν ο φασισμός θα γίνει η πρώτη επιλογή της αστικής τάξης και ρεύμα ακατανίκητο. Γι’ αυτό, πρέπει να τον σταματήσουμε τώρα!

10. Καμιά θυσία για το ευρώ – καμιά αυταπάτη για τη δραχμή!

Η τρικομματική κυβέρνηση του μνημονίου και οι εκπρόσωποι του συστήματος προσπαθούν να νομιμοποιήσουν τις όλο και πιο άγριες μνημονιακές πολιτικές με το επιχείρημα ότι έτσι «αποφεύγονται τα χειρότερα», δηλαδή η έξοδος από το ευρώ. Όλη η επιχείρηση κατεδάφισης των δικαιωμάτων και στυγνών ταξικών πολιτικών έχει πλέον μοναδικό της άλλοθι τον «εθνικό στόχο» για πάση θυσία παραμονή στο ευρώ. Ο ΣΥΡΙΖΑ, η Ριζοσπαστική Αριστερά της ρήξης, οφείλει να απορρίψει αποφασιστικά αυτή την απάτη: η «πάλη» των κυβερνήσεων του κεφαλαίου για παραμονή στο ευρώ δεν έχει καμία σχέση με τα εργατικά και λαϊκά δικαιώματα και κατακτήσεις, αντίθετα προϋποθέτει τη συντριβή τους! Δεν είναι κοινός «εθνικός» στόχος, αλλά εκφράζει τα ιδιοτελή συμφέροντα των Ελλήνων τραπεζιτών και βιομηχάνων. Με ευρώ ή δραχμή, οι μοίρα για τους εργαζόμενους θα είναι η ίδια, στο βαθμό που θα εξακολουθήσουν να κυβερνούν οι εκπρόσωποι του κεφαλαίου.
Δεν έχουμε καμία αυταπάτη: η ανατροπή της κυβέρνησης του μνημονίου, μια κυβέρνηση της Αριστεράς και η εφαρμογή ενός προγράμματος ανατροπής των πολιτικών λιτότητας στην Ελλάδα θα οδηγήσει σε ρήξη με το ευρώ και την Ευρωζώνη. Ένα τέτοιο πρόγραμμα δεν μπορεί να εφαρμοστεί παρά κατά παράβαση της Συνθήκης της Λισαβόνας, του Συμφώνου Σταθερότητας και όλου του πλέγματος των οδηγιών για τον «ελεύθερο ανταγωνισμό», την «απελευθέρωση» των αγορών και την «ευελιξία» στις εργασιακές σχέσεις. Δεν είναι εφικτή η άσκηση έστω και στοιχειωδώς αριστερής πολιτικής αν «σεβαστούμε» όλο αυτό το πλέγμα των καταναγκασμών που απορρέει από τις συνθήκες της Ε.Ε. και του ευρώ.
Ωστόσο, στόχος της Αριστεράς δεν είναι η έξοδος από το ευρώ αλλά η «ευρωποποίηση» και διεθνοποίηση της ρήξης με το ευρώ και την Ευρωζώνη, για τους εξής λόγους:
Πρώτο, γιατί χωρίς μια τέτοια «ευρωποποίηση» και διεθνοποίηση της ρήξης, η κυβέρνηση της Αριστεράς και η διαδικασία ανατροπής στην Ελλάδα θα απομονωθεί και θα συντριβεί σε σύντομο χρόνο. Διότι γνωρίζουμε ότι ανατροπή της λιτότητας και του νεοφιλελευθερισμού, όπως και σοσιαλισμός, σε μία μόνο χώρα δεν είναι εφικτός. Οι ρήξεις με το σύστημα ξεκινούν σε εθνικό επίπεδο αλλά ολοκληρώνονται και νικούν σε διεθνές.
Δεύτερο, γιατί μια ανατροπή στην Ελλάδα μπορεί και πρέπει να οδηγήσει στο σπάσιμο και άλλων «αδύναμων κρίκων» και προοπτικά σε μια μεγάλη ανατροπή στην Ευρώπη, στην ευρωπαϊκή «άνοιξη των λαών» του 21ου αιώνα που θα γκρεμίσει όλο αυτό το οικοδόμημα της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης και μέσα από μια συντακτική συνέλευση των λαών θα ανοίξει το δρόμο για τη σοσιαλιστική ομοσπονδία των λαών της Ευρώπης.
Τρίτο, γιατί έχει μεγάλη σημασία για την έκβαση της ρήξης με την Ευρωζώνη να μην προσφέρουμε στις δυνάμεις του κεφαλαίου στην Ελλάδα και την Ευρώπη το πλεονέκτημα της οικειοθελούς αποχώρησης – ιδιαίτερα μάλιστα όταν μια αποβολή της Ελλάδας από το ευρώ είναι ήδη σχέδιο των πιο επιθετικών δυνάμεων του ευρωπαϊκού κεφαλαίου.
Τέταρτο, γιατί η μετάβαση από το ενιαίο νόμισμα στη δραχμή δεν θα είναι μια ουδέτερη διαδικασία αλλά θα έχει σοβαρές συνέπειες για την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα αν γίνει με κυβέρνηση του κεφαλαίου και σε συνθήκες σταθερότητας της Ευρωζώνης, καθώς θα ισοδυναμεί με μια βίαιη διαδικασία υποτίμησης, δηλαδή λεηλασίας του εργατικού και λαϊκού εισοδήματος. Για να περιοριστούν ή ακόμη και να αποφευχθούν αυτές οι συνέπειες, όροι είναι η ανατροπή των κυβερνήσεων του κεφαλαίου και η «ευρωποποίηση»-διεθνοποίηση της ρήξης.
Πέμπτο, γιατί το νόμισμα από μόνο του, όσο σημαντική και αν είναι η λειτουργία του, δεν μπορεί να είναι το φετίχ μιας αριστερής πολιτικής.
Για όλους αυτούς τους λόγους, η υλοποίηση του προγράμματός μας κάνει τη ρήξη με την Ευρωζώνη και την Ε.Ε. αναπόφευκτη, αλλά η νικηφόρα εξέλιξη αυτής της ρήξης δεν μπορεί να γίνει κάτω από τη σημαία του «Έξω από το ευρώ». Γι αυτό, οι θέσεις μας για το ευρώ είναι:
•    Καμιά θυσία για το ευρώ – καμιά αυταπάτη για τη δραχμή! Όχι στις περικοπές και τη φοροληστεία, όχι στα μνημόνια στο όνομα του ευρώ.
•    Συντονισμός των κινημάτων και της Αριστεράς για ευρωπαϊκό κίνημα κατά των προγραμμάτων και των πολιτικών λιτότητας. Ανυπακοή και πάλη για την κατάργηση όλων των νεοφιλελεύθερων ευρωπαϊκών συνθηκών (Συνθήκη Λισαβόνας, Σύμφωνο Σταθερότητας, οδηγίες για τον ανταγωνισμό, την «απελευθέρωση» των αγορών και την «ευελιξία» στην αγορά εργασίας).
•    Ρήξη με την Ευρωζώνη και την Ε.Ε. – ανατροπή της νέας «Ιερής Συμμαχίας» του κεφαλαίου ενάντια στους ευρωπαϊκούς λαούς – συντακτική συνέλευση των λαών της Ευρώπης για την οικοδόμηση της ευρωπαϊκής σοσιαλιστικής ομοσπονδίας των λαών.

11. Καμία υποχώρηση στη θεωρία των «δύο άκρων»

Στην κοινωνία του μνημονίου επικρατεί η διάχυτη βία ενάντια στους άνεργους, τους άστεγους, τους εξαθλιωμένους, τους φτωχούς, τους μετανάστες.
Πάνω σ’ αυτή τη «βάση», αναπτύσσονται η καταστολή, η φασιστική τρομοκρατία, η ισχυροποίηση και εξάπλωση μαφιών κάθε είδους. Όλη αυτή η πολυεπίπεδη βία του συστήματος απαιτεί να ασκείται «νόμιμα» και να έχει το μονοπώλιο! Αντίθετα, η παραβατικότητα όσων δεν έχουν στέγη και τροφή, οι πέτρες και τα γιαούρτια των μαθητών ενάντια στα αστυνομικά τμήματα το 2008, τα γιουχαΐσματα, τα γιαουρτώματα κ.λπ. ενάντια σε πολιτικά στελέχη των μνημονιακών κομμάτων, τα «μπάχαλα» στις παρελάσεις το 2011, η άμυνα απέναντι στις επιθέσεις της αστυνομίας και στις φασιστικές επιθέσεις – αυτά είναι «απαράδεκτες μορφές βίας»… Και φυσικά όσοι «καλύπτουν» τέτοιες «απαράδεκτες μορφές βίας» καταγγέλλονται ότι «καλύπτουν» τη βία (αν δεν την ενορχηστρώνουν κιόλας) και άρα τίθενται εκτός πλαισίου νομιμότητας – εννοείται ότι την τιμητική του σ’ αυτό έχει ο ΣΥΡΙΖΑ.
Από την άλλη, τα κανάλια και οι κονδυλοφόροι του συστήματος ανακαλύπτουν την «κοινωνική χρησιμότητα» της φασιστικής βίας (παράδειγμα ο μύθος ότι η Χρυσή Αυγή προσφέρει «κοινωνικές υπηρεσίες» στους κατοίκους του Αγ. Παντελεήμονα). Και όταν κάποιες μορφές αυτής της βίας καταγγέλλονται υποχρεωτικά (όπως η επίθεση Κασιδιάρη στις Λιάνα Κανέλλη και Ρένα Δούρου ή η «απαγόρευση» της θεατρικής παράστασης στο «Χυτήριο») ή όταν οι φασιστικές ομάδες κρούσης αποθρασύνονται και «εκθέτουν» το κράτος, τότε ανακαλύπτουν τη θεωρία της «βίας των άκρων» (Χρυσής Αυγής και ΣΥΡΙΖΑ) και καταγγέλλουν τη βία «απ’ όπου κι αν προέρχεται». Βάσει αυτής της θεωρίας, όποιος παραβιάζει τη «νομιμότητα» (κινητοποιείται για να μην εφαρμοστούν ψηφισμένοι νόμοι, να μην πληρωθούν τα χαράτσια, τα διόδια κ.λπ.) και όποιος υποθάλπει τη «βία» των γιαουρτωμάτων και της διάλυσης των παρελάσεων κ.λπ., είναι εκφραστής της βίας των άκρων και μπαίνει στον ίδιο παρονομαστή με τη Χρυσή Αυγή.
Η απάντησή μας σε αυτή τη θεωρία πρέπει να είναι επίσης επιθετική και όχι ενοχική – σε καμία πάντως περίπτωση δεν μπορεί να είναι το «θα σας ταράξουμε στη νομιμότητα». Εστιάζουμε και αναδεικνύουμε την κοινωνική βία του μνημονίου (άνεργοι, άστεγοι, εξαθλιωμένοι κ.λπ.), την κρατική βία (χημικά, επιθέσεις στις διαδηλώσεις, καταστολή), το καθεστώς εξαίρεσης που οικοδομείται γι’ αυτούς που «δεν χωράνε». Καταγγέλλουμε σαν παράνομες τις δικές τους πολιτικές και θέτουμε το ζήτημα της «νόμιμης άμυνας» απέναντι σ’ αυτές. Η πάλη για να επανακαθοριστούν το περιεχόμενο και τα όρια της «νομιμότητας» είναι κρίσιμο ιδεολογικό μέτωπο, όπου δίνουμε τη μάχη για να απονομιμοποιήσουμε τα μνημόνια, τον κρατικό ρατσισμό και καταστολή, τις θεωρίες της εξαίρεσης. Με στόχο να διευρύνουμε τα όρια της νομιμότητας για τις πρακτικές αντίστασης και αλληλεγγύης. Απέναντι στη «νομιμότητα» του συστήματος, δηλαδή την κοινωνική, πολιτική και ιδεολογική βία ενάντια στους εκμεταλλευόμενους, η απάντησή μας είναι: «Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη, του απεργού, του άνεργου και του μετανάστη»!
Στην κοινωνία της ακραίας ταξικής πόλωσης, η Ριζοσπαστική Αριστερά, ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι το πολιτικό «άκρο», δηλαδή η πολιτική έκφραση το ενός ταξικού στρατοπέδου. Καταλαμβάνουμε συνειδητά αυτό το «άκρο» και το υπερασπιζόμαστε, απέναντι στο άλλο «άκρο», που είναι οι μνημονιακοί και οι φασίστες.

12. Να δώσουμε αποφασιστικά τον άμεσο ιδεολογικό αγώνα με τις ιδέες του σοσιαλισμού

Στις συνθήκες της ιστορικών διαστάσεων, δομικής κρίσης του καπιταλισμού, ο ιδεολογικός μας ορίζοντας δεν μπορεί να είναι κλειστός. Η Ριζοσπαστική Αριστερά της ρήξης δεν είναι απλώς μια αντιμνημονιακή δύναμη.
Ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός συγκροτείται πάνω στα γνωστά νεοφιλελεύθερα καπιταλιστικά ιδεολογήματα, εμπλουτισμένα και προσαρμοσμένα στις συνθήκες της κρίσης: του τέλους της Ιστορίας (ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός της αγοράς και η αστική δημοκρατία είναι ο ανώτατος βαθμός εξέλιξης και προόδου των κοινωνιών – οτιδήποτε άλλο, εκτός από μάταιο, είναι και αναχρονισμός ή δεσποτισμός), της αιωνιότητας του καπιταλισμού (μόνο το ξεπέρασμα της κρίσης του καπιταλισμού είναι νοητό, άρα τα όρια όλων των πολιτικών δυνάμεων, περιλαμβανομένης της Αριστεράς, είναι οι προτάσεις για το ξεπέρασμα της καπιταλιστικής κρίσης – προτάσεις για την υπέρβαση του καπιταλισμού είναι αδιανόητες), της «εσωτερικής υποτίμησης» (για την κρίση και την «απόκλιση από την κανονικότητα» ευθύνεται το γεγονός ότι το Δημόσιο, οι εργάτες και οι μικρομεσαίοι «ζουν πάνω από τις δυνάμεις τους», άρα χρειαζόμαστε την «κάθαρση» της λιτότητας), με τις ιδέες του κράτους «έκτακτης ανάγκης» (το πολιτικό αντίστοιχο της «εσωτερικής υποτίμησης»: όπως οι εργάτες και οι μικρομεσαίοι ζούσαν οικονομικά «πάνω απ’ τις δυνάμεις τους», έτσι ζούσαν σε ένα καθεστώς «σπατάλης» και «κατάχρησης» δικαιωμάτων, που μέσα στην κρίση είναι πλέον απαράδεκτο), του αντικομμουνισμού (η Αριστερά που δεν αποδέχεται όλα τα προηγούμενα, δεν μπορεί παρά να είναι υπερασπιστής της «διαφθοράς» και των «δικαιωμάτων των συντεχνιών», προστάτης των «βολεμένων», νοσταλγός δεσποτικών και ανελεύθερων καθεστώτων, υπονομευτής των προσπαθειών για έξοδο από την κρίση, εχθρός της δημοκρατίας – άρα πρέπει να παταχθεί και να απομονωθεί, αφού δεν είναι πλέον απλώς γραφική, αλλά και επικίνδυνη).
Αυτό το ιδεολογικό «σύστημα» είναι υποδειγματικό για τη συνοχή του, για την οργανική σχέση ανάμεσα στα μέρη του, ανάμεσα σε ιδεολογία, πολιτική και συγκεκριμένη πρακτική. Δίνει μεγάλη δύναμη στο οικονομικό και πολιτικό σχέδιο διαχείρισης της κρίσης από τις δυνάμεις του συστήματος και συνιστά σαφές πλεονέκτημα έναντι της Αριστεράς.
Απέναντι σε αυτή την «ιδεολογική γραμμή», το σχέδιο της ρήξης με το μνημόνιο θα φαίνεται αντιφατικό, ατεκμηρίωτο και τυχοδιωκτικό αν δεν ξεκαθαριστεί ότι είναι σχέδιο κοινωνικού μετασχηματισμού, σχέδιο υπέρβασης του καπιταλισμού σε κρίση κι όχι ένα -ουτοπικό- αριστερό σχέδιο επανόδου στην προ κρίσης καπιταλιστική «κανονικότητα». Η μόνη πειστική «τεκμηρίωση» των προγραμματικών προτάσεων του ΣΥΡΙΖΑ, αυτό που μπορεί να τις κάνει ρεαλιστικές, είναι μόνο η δυναμική που μπορεί να δημιουργήσει η διαδικασία του κοινωνικού μετασχηματισμού: η ανατροπή του υποδείγματος, ο παραμερισμός του κέρδους, η κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και το κοινωνικό σχέδιο στη θέση της ατομικής ιδιοκτησίας και της κατανομής των κοινωνικών πόρων με βάση το κέρδος και τον ανταγωνισμό των ατομικών καπιταλιστικών κεφαλαίων, το να αποφασίζουν οι εργαζόμενοι και όχι οι μέτοχοι και οι διευθύνοντες σύμβουλοι, το να παράγουμε και να καταναλώνουμε στο πλαίσιο του κοινωνικού σχεδιασμού με βάση τις ανάγκες των εργαζομένων και όχι με βάση τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό για το κέρδος.
Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, το αντιμνημονιακό στοιχείο της πολιτικής μας θα είναι κενό περιεχομένου και η γραμμή της ρήξης (με το μνημόνιο και τις δανειακές συμβάσεις, που συνεπάγεται ρήξη με το σύστημα) θα παραπαίει, θα φαίνεται τυχοδιωκτική (από την άποψη του «ρεαλισμού» που επιβάλλουν οι καταναγκασμοί του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού) και θα υποβιβάζεται σε τακτική (της οποίας επίσης ο ρεαλισμός δεν θα μπορεί να «αποδειχτεί»). Πρέπει λοιπόν να γίνει σοβαρή δουλειά για να αποκατασταθεί η συνεκτικότητα του πολιτικού μας σχεδίου και να αποδειχτεί ο ρεαλισμός του με το μόνο εφικτό τρόπο: την οργανική του ένταξη σε ένα σχέδιο κοινωνικού – σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Το γεγονός ότι η Αριστερά και ιδιαίτερα ο ΣΥΡΙΖΑ απέφυγαν μέχρι σήμερα να εντάξουν άμεσα το πολιτικό τους σχέδιο στη διαδικασία του κοινωνικού μετασχηματισμού και το σοσιαλισμό, το γεγονός ότι η λέξη σοσιαλισμός λείπει από τις παρεμβάσεις των κεντρικών μας στελεχών, συνιστά μεγάλη αδυναμία, με σημαντικές αρνητικές συνέπειες. Αυτή η αδυναμία πρέπει να διορθωθεί άμεσα!

13. Η αντιπαράθεση είναι ταξική…

Ύστερα από 2,5 χρόνια επιβολής των μνημονιακών πολιτικών, οι μισθοί και οι συντάξεις, κάθε είδους υποδομές κοινωνικής προστασίας, οι εργασιακές κατακτήσεις, η δημόσια υγεία και παιδεία κατεδαφίζονται με συνοπτικές διαδικασίες. Συντελείται ταχύτατα μια ιστορικών διαστάσεων διαδικασία λεηλασίας και μεταφοράς πλούτου από την εργασία προς το κεφάλαιο, από την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα που χρεοκοπούν προς το κεφάλαιο, ντόπιο και ξένο: τους ντόπιους και ξένους τοκογλύφους (τράπεζες και λοιπούς κερδοσκόπους), τους βιομήχανους (ΣΕΒ) και συνολικά τους Έλληνες καπιταλιστές. Η λεηλασία των εργατικών και λαϊκών δικαιωμάτων και κατακτήσεων (προκειμένου να διασφαλιστούν οι απαιτήσεις των τοκογλύφων δανειστών), τα 200 δισ. ευρώ δημόσιες εγγυήσεις προς τις ελληνικές τράπεζες (τα οποία ξεπληρώνονται με μια απίστευτη «ανθρωπιστική καταστροφή» για την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα), οι δεκάδες προκλητικές φοροαπαλλαγές αλλά και άμεσες ή έμμεσες επιδοτήσεις προς το κεφάλαιο (που παραμένουν ενώ καταργούνται και οι στοιχειώδεις φοροαπαλλαγές για τα χαμηλά εισοδήματα και αντίθετα προστίθενται διαρκώς κάθε είδους χαράτσια και νέες φοροληστείες), η προκλητική παραμονή του συστήματος επιδότησης του ελληνικού κεφαλαίου μέσω της κρατικά ενορχηστρωμένης φοροδιαφυγής (όταν η φοροληστεία ενάντια σε μισθωτούς και συνταξιούχους παίρνει τη μορφή δήμευσης εισοδημάτων και περιουσιών), η ανοιχτή επιδότηση του ελληνικού κεφαλαίου με τη μείωση μισθών και στον ιδιωτικό τομέα και την κατεδάφιση του συστήματος εργασιακών δικαιωμάτων και προστασίας (μετενέργεια, προστασία από τις απολύσεις – αποζημίωση απόλυσης, κατάργηση Οργανισμού Μεσολάβησης Διαιτησίας, τρομακτική επέκταση των μορφών «ευέλικτης» απασχόλησης και της «μαύρης» εργασίας κ.λπ.), η λεηλασία των λαϊκών στρωμάτων μέσα από τα στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια, τα ληστρικά επιτόκια και τις καταχρηστικές πρακτικές των τραπεζών, όλα μαρτυρούν ότι η ελληνική εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα δέχονται τη συνδυασμένη επίθεση μιας συμμαχίας του ελληνικού και του ξένου κεφαλαίου και των πολιτικών τους εκπροσώπων: της Μέρκελ και του Ολάντ, της Λαγκάρντ, της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών, αλλά και του Παπανδρέου, του Σαμαρά, του Βενιζέλου – και του Κουβέλη σε ρόλο «αριστερού» μνημονιακού κολαούζου. Η συμμαχία τους χαρακτηρίζεται ασφαλώς από την ιεραρχία της δύναμης και είναι γεμάτη αντιθέσεις, που οφείλονται στα διαφορετικά και πολλές φορές αντιτιθέμενα συμφέροντα, αλλά έχει κοινό παρονομαστή την εξυπηρέτηση των συμφερόντων όλων των πλευρών.
Με το δεύτερο μνημόνιο είδαμε πολύ καθαρά τον ταξικό και όχι «εθνικό» χαρακτήρα των μνημονιακών πολιτικών, ενώ μέσα στο φετινό καλοκαίρι μέσα από ένα όργιο αδιαφάνειας και καταστρατήγησης και των στοιχειωδών όρων της δικής τους «αγοράς», ξεκίνησε μια διαδικασία πλήρους ιδιωτικοποίησης των τραπεζών και μοιράσματός τους με συνοπτικές διαδικασίες στα μεγάλα αφεντικά του ελληνικού καπιταλισμού και των διεθνών συνεταίρων του. Με το νέο «πακέτο» μέτρων και το επερχόμενο τρίτο μνημόνιο, η συντριβή των δικαιωμάτων και κατακτήσεων των εργαζομένων θα πάρει αδιανόητες διαστάσεις, προκειμένου να ικανοποιηθούν τα συμφέροντα του ντόπιου και διεθνούς κεφαλαίου. Η ελληνική αστική τάξη θέλει να κρατήσει αλώβητο το σκληρό πυρήνα του ελληνικού καπιταλισμού, να μείνουν βασικά σε «ελληνικά χέρια» (έστω και σε αναγκαστικό συνεταιρισμό με ισχυρούς διεθνείς συνεταίρους) οι τράπεζες και να μείνει ο ελληνικός καπιταλισμός πάση θυσία (αυτή η θυσία φυσικά αφορά τα εργατικά και λαϊκά δικαιώματα κι όχι το κέρδη και τα συμφέροντα του κεφαλαίου) στη ζώνη του ευρώ, όχι για το «καλό της οικονομίας και του έθνους» γενικώς, αλλά γιατί αυτό επιτάσσουν τα συμφέροντα των Ελλήνων τραπεζιτών, των βιομηχάνων – μελών του ΣΕΒ και του διεθνοποιημένου τομέα του ελληνικού κεφαλαίου.
Η σύγκρουση λοιπόν είναι ταξική σε όλη τη γραμμή: Από τη μια πλευρά, η λυκο-συμμαχία του ντόπιου και του διεθνούς κεφαλαίου, όπως αυτή συμπυκνώνεται στην τρόικα και στις ελληνικές κυβερνήσεις. Από την άλλη, η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα, που οι ιστορικές κατακτήσεις και τα δικαιώματά τους κατεδαφίζονται.
Όλοι οι στόχοι που προβάλλονται από τις κυβερνήσεις του μνημονίου με τη μορφή «εθνικών στόχων», για να δικαιολογήσουν τα αλλεπάλληλα «πακέτα» μέτρων, δεν είναι παρά άλλοθι για να κρύψουν την ταξική φύση της πολιτικής τους.

14. …και όχι «εθνική»

Στην Ευρωζώνη, επίκεντρο της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, η γερμανική αστική τάξη αναδεικνύεται σε «εγγυητή» του ακραίου νεοφιλελευθερισμού. Όντας η ισχυρότερη και έχοντας ισχυρά οικονομικά πλεονεκτήματα σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές αστικές τάξεις, απαιτεί το βάθεμα των πολιτικών λιτότητας σε όλη την Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ίδια εφαρμόζει αυτή την πολιτική με συνέπεια σε βάρος της δικής της εργατικής τάξης, ξεκινώντας από την «Ατζέντα 2010» του σοσιαλδημοκράτη καγκελαρίου Σρέντερ και μέχρι σήμερα. Το σχέδιο της γερμανικής αστικής τάξης είναι ηγεμονικό ακριβώς γιατί είναι το μόνο που στηρίζεται με συνέπεια στην ταξική αποστολή του ευρώ, σαν κοινού εργαλείου όλων των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων για την καθυπόταξη του κόσμου της εργασίας σε όλες τις χώρες-μέλη.
Στο πλαίσιο αυτό, τα «ανταλλάγματα» ή η «ποινή» για τη χρηματοδότηση του χρέους των χωρών-μελών που δεν μπορούν να δανειστούν από τις αγορές (δηλαδή που χρεοκοπούν) είναι δύο: Πρώτο, σκληρά προγράμματα λιτότητας. Δεύτερο, περαιτέρω εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας, με την υπαγωγή τους σε ένα είδος διεθνούς οικονομικού ελέγχου, από τις Βρυξέλλες και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Στην Ευρωζώνη η εκχώρηση της οικονομικής πολιτικής στην τρόικα και τις Βρυξέλλες θεσμοποιείται μέσα από τις αποφάσεις των τελευταίων Διακυβερνητικών Συσκέψεων κορυφής μέσω του νέου ευρωπαϊκού μηχανισμού σταθερότητας (ESM), αλλά και μέσα από τον σχεδιαζόμενο νέο μηχανισμό ενιαίας εποπτείας των ευρωπαϊκών τραπεζών. Αυτού του τύπου η εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας είναι διεθνής διαδικασία, κοινό σχέδιο του κεφαλαίου με στόχο να «αποικιοποιήσει» όχι κάποιες χώρες αλλά τους ευρωπαϊκούς λαούς συνολικά. Όχι μόνο ο αδύναμος ελληνικός καπιταλισμός, αλλά και ισχυρά καπιταλιστικά κράτη όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία αποδέχονται αυτό το πλαίσιο εκχώρησης της εθνικής κυριαρχίας και διαπραγματευόμενα απλώς τους όρους. Ακόμη και η Γερμανία εκχωρεί κάποια στοιχεία της οικονομικής εθνικής της κυριαρχίας (εποπτεία των τραπεζών της από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κ.λπ.).
Όπως λοιπόν το χρέος των κρατών είναι χρέος προς το κεφάλαιο (προς τους τραπεζίτες, τα hedge funds κ.λπ. που έχουν στα χέρια τους τα κρατικά ομόλογα), έτσι και η διεθνής διαδικασία εκχώρησης της οικονομικής πολιτικής σε υπερεθνικά κέντρα δεν είναι παρά μια διαδικασία που μετατρέπει όλες τις χώρες (τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα) σε αποικίες του κεφαλαίου. Πάνω σε αυτή τη διαδικασία δημιουργείται ένας νέος, ευρωπαϊκός καπιταλιστικός καταμερισμός εργασίας και αναδιαμορφώνεται η ιμπεριαλιστική αλυσίδα.
Στην Ελλάδα, που μαζί με την Πορτογαλία είναι οι πιο αδύναμες καπιταλιστικές χώρες στην Ευρωζώνη, η οξύτητα και το βάθος της κρίσης δημιουργούν τις προϋποθέσεις για να μετασχηματιστεί σε εθνική κρίση. Αυτό έχει καθόλου δεν σημαίνει ότι το περιεχόμενο της κρίσης είναι «εθνικό», αλλά ότι οι διαστάσεις της κρίσης είναι εθνικές, δηλαδή αγκαλιάζουν ολόκληρο το έθνος, δηλαδή τις τάξεις στις αμοιβαίες τους σχέσεις και το κράτος.
Η κρίση είναι ως προς τις διαστάσεις και το βάθος της εθνική, αλλά το έθνος είναι διχασμένο σε αντίπαλες τάξεις των οποίων, ιδιαίτερα μέσα στην κρίση, τα συμφέροντα αλληλοαποκλείονται 100%! Η αντιπαράθεση είναι ταξική σε όλη τη γραμμή, και γι’ αυτό ρήξη με το μνημόνιο, την τρόικα και τις δανειακές συμβάσεις δεν σημαίνει ρήξη ή αντιπαράθεση με κάποια «χώρα» αλλά ταυτόχρονη ρήξη με την ελληνική αστική τάξη και το διεθνές σύστημα.

15. Ο ριζοσπαστισμός δεν είναι το πρόβλημα, αλλά η λύση

Πιστεύουμε ότι για την Αριστερά και τον ΣΥΡΙΖΑ ο ριζοσπαστισμός είναι η λύση και όχι το πρόβλημα. Ότι τα ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά του «ΣΥΡΙΖΑ του 4,5%» όχι μόνο δεν πρέπει να αποδυναμωθούν ή να απαλειφθούν, αλλά αντίθετα πρέπει να εμπεδωθούν και να εμβαθυνθούν. Ότι ο «ΣΥΡΙΖΑ του 27,5%» πρέπει να εμβαθύνει ιδεολογικά, πολιτικά, προγραμματικά, σε αριστερή κατεύθυνση. Ότι πρέπει το πολιτικό του σχέδιο να αποκτήσει συνεκτικότητα αίροντας τις όποιες αντιφάσεις και αμφισημίες σε ριζοσπαστική κατεύθυνση. Ότι αν δεν θέλει να προδώσει την εντολή του λαϊκού ρεύματος που τον στήριξε, αν θέλει να δημιουργήσει τους όρους για την ανατροπή της κυβέρνησης και κυβέρνηση της Αριστεράς, πρέπει να παραμείνει στην «άλλη όχθη», ως Ριζοσπαστική Αριστερά, ενωτική, εργατική και λαϊκή, σοσιαλιστική, της ρήξης και της ανατροπής.
Οι έως τώρα κατακτήσεις μας, ό,τι μας έφερε ως εδώ, δεν ήταν χρήσιμο μόνο για τα «πέτρινα χρόνια» του ΣΥΡΙΖΑ, για τον ΣΥΡΙΖΑ του 4,5%. Είναι επίσης απαραίτητο για τον ΣΥΡΙΖΑ του 27%. Είναι σίγουρο ότι πρέπει να μάθουμε να επικοινωνούμε με τη μεγάλη μάζα, να κάνουμε μαζική πολιτική, να μαθητεύσουμε στην εκλαΐκευση και σε μεθόδους μαζικής επικοινωνίας, να μάθουμε να οργανώνουμε σε μαζική κλίμακα, να μάθουμε να ανταποκρινόμαστε σε μια απείρως μεγαλύτερη και πιο απαιτητική κλίμακα καθηκόντων. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο ριζοσπαστισμός, το «πολιτικό στίγμα» της Ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι ακατάλληλο για να κάνουμε μαζική πολιτική, να κρατήσουμε τα υψηλά εκλογικά ποσοστά και να δώσουμε τη μάχη για την εξουσία. Αντίθετα, όρος για τη μαζικότητα, ακόμη και τα μεγάλα ποσοστά, κυρίως όμως για να μας εμπιστευτούν οι μάζες στον αγώνα για την εξουσία, είναι ο ριζοσπαστισμός και η πολιτική τόλμη και αποφασιστικότητα.
Στη σημαντική διαδικασία της Συνδιάσκεψης του ΣΥΡΙΖΑ το Δεκέμβριο θα παλέψουμε με αφετηρία αυτές τις θέσεις για ένα τέτοιο ΣΥΡΙΖΑ που χρειάζονται η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα, οι αγωνιστές/στριες του κινήματος και της Αριστεράς.

Νοέμβριος 2012
ΚΟΚΚΙΝΟ – συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: