Διακήρυξη αρχών και πλαίσιο προγραμματικών θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ

Διακήρυξη αρχών και πλαίσιο προγραμματικών θέσεων

Ποιοι είμαστε, τι επιδιώκουμε, τι προτείνουμε

Η ελληνική κοινωνία ζει μια πρωτοφανή σε ένταση και έκταση κρίση, τη χειρότερη που γνώρισε μεταπολιτευτικά. Τα λαϊκά στρώματα έχασαν και εξακολουθούν να χάνουν τα εισοδήματά τους, εργατικά δικαιώματα δεκαετιών ακυρώθηκαν και ακυρώνονται, η ανεργία εκτινάσσεται σε πρωτοφανή επίπεδα, η οικονομία ακολουθεί καθοδικό σπιράλ θανάτου, η κοινωνία αποσυντίθεται, οι θεσμοί διαλύονται και η δημοκρατία περιστέλλεται αγγίζοντας τα όρια της εκτροπής. Ο τρόπος ζωής όλων μας αποδιαρθρώνεται όλο και περισσότερο. Το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα διεφθαρμένο, ανίκανο και πλήρως υποταγμένο στη στρατηγική του κεφαλαίου σε εθνική και διεθνή κλίμακα, ενόσω προωθεί με όλα τα μέσα την καταστροφή, εξαντλεί τα όριά του και αποσταθεροποιείται. Ζούμε το τέλος μιας εποχής. ζούμε τις ωδίνες που θα γεννήσουν μια νέα. Εκείνοι που κυβερνούν αρχίζουν να μην μπορούν να κυβερνήσουν όπως πριν. εκείνοι που κυβερνώνται αρχίζουν να μη θέλουν να κυβερνηθούν όπως πρώτα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ με την τριπλή σημαία του προχωρά στο Ιδρυτικό του Συνέδριο με στόχο να σταματήσει η προϊούσα εξαθλίωση. Επιδιώκει να εκφράσει πολιτικά τον κόσμο της εργασίας και την ανάγκη να αναδειχθεί αυτός ο κόσμος σε ηγετική δύναμη της κοινωνίας. Επιδιώκει, ακόμη, να εκφράσει, αλλά και να ικανοποιήσει την ανάγκη, να υπερβεί η ελληνική κοινωνία τις πατριαρχικές και ανδροκρατικές πρακτικές που συντείνουν στην αποδοχή συντηρητικών αντιλήψεων και σε εποχές κρίσης κινδυνεύουν να γίνουν ακραίες. Επιδιώκει, τέλος, να εκφράσει, αλλά και να ικανοποιήσει την ανάγκη ριζικής οικολογικής αναμόρφωσης της παραγωγής και της κατανάλωσης εν μέσω διαδικασιών κλιματικής αλλαγής και γενικευμένης οικολογικής καταστροφής που απειλούν ολόκληρο τον πλανήτη.

Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ βρίσκεται εδώ για να οργανώσει τη δημοκρατική ανατροπή του πολιτικού συστήματος και των δομών που το στηρίζουν, για να ανοίξει τον δρόμο σε μια κυβέρνηση της Αριστεράς, στηριγμένης σε ένα ευρύ μέτωπο κοινωνικών  και πολιτικών δυνάμεων, μιας κυβέρνησης που, χωρίς να είναι το τέρμα του δρόμου, θα θέσει τη χώρα σε νέα τροχιά. Για να επιτύχουμε αυτόν τον μεγάλο στόχο, συμβάλλουμε με όλες τις δυνάμεις μας στην ανάπτυξη ενός ισχυρού κοινωνικού κινήματος και ενός μεγάλου πολιτικού κινήματος, επιμένουμε στην ανάγκη για κοινή δράση και συμπαράταξη της Αριστεράς, αναλαμβάνοντας τις σχετικά πρόσφορες πρωτοβουλίες, σχυροποιούμε και διευρύνουμε τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ ως τον πολιτικό φορέα που θα εμπνεύσει, θα κινητοποιήσει και θα συμβάλει καθοριστικά στην ενότητα και στην . τα και την  κδκοργάνωση των λαϊκών δυνάμεων, αποσκοπώντας στην οικονομική, κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική ανασυγκρότηση της χώρας, αποσκοπώντας σε μια χειραφετημένη Ελλάδα της εργασίας, της δικαιοσύνης και της δημιουργικότητας μέσα σε μια ριζικά διαφορετική Ευρώπη.

Δείτε την 4η εναλλακτική Εκδοχή (αντί για το εισαγωγικό κομμάτι του Α μέρους στο κείμενο Θέσεων«Η ελληνική κοινωνία (…) σε μια ριζικά διαφορετική Ευρώπη»)

Μέρος Α

Διακήρυξη Αρχών: Τι είναι και τι θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ

Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ έρχεται από μακριά και σκοπεύει μακριά. Θέτουμε με παρρησία  ενώπιον του ελληνικού λαού τις σκέψεις και τις αναλύσεις μας, το πώς βλέπουμε το δικό μας παρελθόν και το τι προτείνουμε για το μέλλον. Για λογαριασμό μας δεν ζητάμε τίποτε. Τίποτε  περισσότερο από όσα αναλογούν στον καθένα και στην καθεμιά μας ως μέλη της Ελληνικής κοινωνίας και ως πολίτες μιας δημοκρατικής χώρας. Στο πλαίσιο αυτής της κοινωνίας και αυτής της χώρας, προχωρούμε σήμερα στην ίδρυση ενός πολιτικού φορέα του οποίου μόνη φιλοδοξία είναι να υπηρετήσει όσο καλύτερα μπορεί το λαϊκό κίνημα που αναπτύσσεται με μύριους τρόπους και σε όλα τα επίπεδα, ανεξάρτητα από μας αλλά και με τη βοήθειά μας. Να το υπηρετήσει, όχι να το ποδηγετήσει. Δεν ζητάμε από τον Ελληνικό λαό να μας ‘αναθέσει’ τη διακυβέρνησή του. Έχουμε πλέον μάθει ότι ‘αναθέσεις’ τέτοιου είδους οδηγούν αργά ή γρήγορα στην στασιμότητα και στην οπισθοχώρηση, αν όχι στην καταστροφή: εκείνοι που ‘αναθέτουν’ μετατρέπονται σε παθητικούς δεκτές μιας πολιτικής που εναντιώνεται στα συμφέροντα και τις επιθυμίες τους ενώ εκείνοι που αναλαμβάνουν την ευθύνη μιας τέτοιας ‘ανάθεσης’  μεταλλάσσονται και διαφθείρονται. Έτσι, τα όσα παρουσιάζουμε εδώ δεν είναι μόνον οι σκέψεις μας και οι αναλύσεις μας. Θέλουν να είναι ταυτόχρονα γνώμονας δράσης και έκφραση δέσμευσης, άρα και μέτρο με βάση το οποίο οφείλουν να κρίνονται οι πρωτοβουλίες, οι πράξεις και οι παραλείψεις μας, η όλη πορεία μας.

1. Οι καταβολές μας

Οι καταβολές του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ μπορούν να ανιχνευθούν στο εργατικό και το ευρύτερο λαϊκό κίνημα του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου, στους αγώνες που είχαν αναληφθεί από τότε για να εκφραστούν οι δυνάμεις της εργασίας και να ενωθεί ο ελληνικός λαός ενάντια στην οικονομική εκμετάλλευση και την πολιτική καταπίεση. Μετά την εποποιία της Εθνικής Αντίστασης και τη συνολική αλλαγή του πολιτικού τοπίου που εκείνη επέφερε, μετά τα όσα πέτυχε το ενωτικό εγχείρημα του ΕΑΜ -με την πρωτοβουλία και την καθοριστική συνδρομή του ΚΚΕ- για την ενότητα και την απελευθέρωση του λαού μας, οι διεθνείς και οι ντόπιες κυρίαρχες αστικές δυνάμεις οδήγησαν τη χώρα στον εμφύλιο όπου η Αριστερά γνώρισε την ήττα. Όμως, παρά την τρομοκρατία που άσκησε το μετεμφυλιακό κράτος και παρακράτος, όπως κορυφώθηκε με τη δικτατορία των συνταγματαρχών, η Αριστερά δεν εξαφανίστηκε αλλά συνέχισε να υφαίνει τους δεσμούς της με τον ελληνικό λαό. Η ενότητα που είχε σφυρηλατήσει η ΕΔΑ και η σημαντική εκλογική επιτυχία της το 1958, η δράση που ανέπτυξε η νεολαία Λαμπράκη, η κριτική που διατύπωναν μικρότερες αριστερές δυνάμεις που είχαν διαφωνήσει με την πολιτική της ΕΔΑ, αλλά και το γεγονός ότι η Ένωση Κέντρου περιλάμβανε και δημοκρατικές δυνάμεις, οι αγώνες υπέρ της αυτοδιάθεσης της Κύπρου, υπέρ της προστασίας τους Συντάγματος και της δωρεάν παιδείας, οι λαϊκές αντιδράσεις στην αποστασία του 1965, η αντίσταση στη δικτατορία, το φοιτητικό κίνημα, η εξέγερση του Πολυτεχνείου και οι αγώνες ενάντια στον ιμπεριαλισμό κατέστησαν ξανά την Αριστερά και όσους ή όσες περπάτησαν μαζί της έκφραση των ζωογόνων δυνάμεων της ελληνικής κοινωνίας.

Αλλά στο ίδιο διάστημα η Αριστερά κερματίστηκε. Το ΚΚΕ γνώρισε αλλεπάλληλες διασπάσεις, με ίσως σημαντικότερη εκείνη του 1968 που οδήγησε στη συγκρότηση του ΚΚΕ Εσωτερικού -που γνώρισε μεταγενέστερα τις δικές του διασπάσεις και μεταλλαγές- και στη σταθερή, με πολλές επιδράσεις, εγγραφή στην πολιτική σκηνή του αιτήματος για την ανανέωση του κομμουνιστικού κινήματος και της Αριστεράς γενικότερα. ένα μέρος από τις δυνάμεις που είχαν στρατευθεί στο ΕΑΜ σαγηνεύτηκε από την «Αλλαγή» που υποσχέθηκε το ΠΑΣΟΚ και εντάχθηκαν σε εκείνο. μικρότερες δυνάμεις της Αριστεράς συγκρότησαν την ίδια περίοδο διάφορες αυτοτελείς οργανώσεις ή συμμετείχαν σε προοδευτικά σχήματα, ενώ πολιτικά ανένταχτοι αριστεροί όλων των αποχρώσεων, γυναίκες και άντρες, πολλαπλασιάζονταν. Έτσι, η καθαυτό πολιτική δύναμη της Αριστεράς μειώθηκε σημαντικά μολονότι η ίδια διατηρούσε το ηθικό πλεονέκτημα και οι ιδέες της τουλάχιστον μέρος της παλιάς τους αίγλης. Η απομείωση εντάθηκε με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού», όπως και με τις συναρτημένες άμεσα ή έμμεσα με αυτήν την κατάρρευση περιπέτειες της συγκρότησης και της παραπέρα πορείας του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου, αλλά και των άλλων συνιστωσών της Αριστεράς. Παράλληλα, σε διεθνή κλίμακα, ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός και η παγκοσμιοποίηση που συντελέστηκε υπό την αιγίδα του θριάμβευαν μέχρι σημείου να κηρύξουν το «τέλος της Ιστορίας» ενώ η παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία -και στη χώρα μας το ΠΑΣΟΚ- αφομοιώθηκε στην αντίστοιχη πολιτική σχεδόν εξ ολοκλήρου. Στις αρχές του 21ου αιώνα, η Αριστερά στη χώρα μας -αλλά και σε πολλές χώρες του κόσμου- βρέθηκε σχετικά περιθωριοποιημένη και κατακερματισμένη, με κάθε συνιστώσα της να αναμετριέται με τα δικά της λάθη και παραλείψεις, ενώ ο δικομματισμός διατηρούσε την πλήρη πολιτική πρωτοβουλία, με εκλογικά ποσοστά πάνω από 80%.

Παρ’ όλα αυτά ωστόσο, η σπίθα  της αντίστασης κρατήθηκε αναμμένη ενώ η Ιστορία αρνιόταν να τελειώσει: ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός δημιουργούσε ισχυρές κοινωνικές αντιστάσεις καθώς συσσώρευε δεινά, ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων, δημιουργώντας κρίσεις και εξαπολύοντας τοπικούς πολέμους -κάποιους από αυτούς έξω από την πόρτα μας- προκαλούσε τη γέννηση ισχυρών κινημάτων υπέρ της ειρήνης. Μια νέα δυναμική άρχισε να συνενώνει με τρόπους ανέκδοτους πολιτικές δυνάμεις της Αριστεράς, πολλούς και διαφορετικούς κοινωνικούς φορείς, αγωνιστές, καλλιτέχνες και διανοούμενους, γυναίκες και άντρες, λίγο πολύ σε όλες τις χώρες του κόσμου. Τα συνθήματα «Ο άνθρωπος πάνω από τα κέρδη» και «Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός» αντήχησαν σε παγκόσμια κλίμακα, συνεγείροντας τους νέους και τις νέες και ανοίγοντας μια νέα σελίδα στην ιστορία της Αριστεράς.

Αυτή η νέα σελίδα γράφτηκε με πολλούς τρόπους στη χώρα μας. Στο πλαίσιό της, οι νέες ιδέες, τα νέα αιτήματα και οι νέες μορφές οργάνωσης συνδέθηκαν με τις ιδιαίτερες εδώ συνθήκες και την πορεία που είχαν ακολουθήσει οι συνιστώσες της Αριστεράς ώστε να οδηγηθούμε πρώτα στον Χώρο Διαλόγου και Κοινής Δράσης ως ευρύ πεδίο θεωρητικής και ιδεολογικής ζύμωσης, συμμετοχής στους κοινωνικούς αγώνες και ανάπτυξης πολιτικών πρωτοβουλιών, στη συγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ κατόπιν και σε εκείνη του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ πιο πρόσφατα. Η πορεία αυτή στηρίχτηκε στην κοινή και από κοινού αποδοχή των αγωνιστικών παραδόσεων του λαού μας, στην κοινή και από κοινού ένταξη στους αγώνες για εθνική ανεξαρτησία, δημοκρατία, λαϊκή κυριαρχία, ελευθερία, ισότητα, αλληλεγγύη, δικαιοσύνη, κοινωνική προκοπή και κοινωνική απελευθέρωση, στην ενεργό συμμετοχή στο εργατικό και στο ευρύτερο λαϊκό κίνημα, στις ποικίλες εκλογικές και πολιτικές αναμετρήσεις, στις ευρωπορείες και στο διεθνές κίνημα ενάντια στη νεοφιλελεθερη παγκοσμιοποίηση, στην ενεργό συμμετοχή στα κοινωνικά φόρα, στο κίνημα ενάντια στην αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος, στις ποικίλες μάχες της νέας γενιάς, στους αγώνες υπέρ των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων, στις οικολογικές και στις πολιτιστικές πρωτοβουλίες. Έτσι αγωνιστές και αγωνίστριες από́ διαφόρους χώρους και οργανώσεις της Αριστεράς, τον κομμουνιστικό, τον σοσιαλιστικό και τον δημοκρατικό, εκείνον της κομμουνιστικής και εκείνον της αριστερής ανανέωσης, τον ριζοσπαστικό, τον αντικαπιταλιστικό, τον επαναστατικό και τον ελευθεριακό, συνδικαλιστές και συνδικαλίστριες του εργατικού και του αγροτικού κινήματος, νέες και νέοι, άνθρωποι της τέχνης, των γραμμάτων και της διανόησης, πολλοί και πολλές από εκείνους που δημιούργησαν το μεγάλο κίνημα της Παιδείας, πολλές και πολλοί από το φεμινιστικό, και το οικολογικό κίνημα συναντήθηκαν και ένωσαν τις δυνάμεις τους. Πρόκειται για ένταξη και συμμετοχή που συνιστούσε και συνιστά για όλους εμάς, γυναίκες και άντρες, λόγο πολιτικής ύπαρξης και αξία ζωής.

Πατώντας στέρεα στην κοινή δράση, ο ΣΥΡΙΖΑ και ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ κατόρθωσαν να συνθέσουν δημιουργικά, σε ένα ιδιαίτερα ευρύ πλαίσιο, απόψεις με διαφορετικές ιδεολογικές και οργανωτικές αφετηρίες και διαφορετικές πολιτικές καταβολές, αναγνωρίζοντας και μη συγκαλύπτοντας τις διαφορές και σεβόμενοι πάντα τις διακριτές ιδεολογικές και θεωρητικές ευαισθησίες.

Η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ και του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ από την ίδρυσή τους μέχρι σήμερα δεν υπήρξε ούτε εύκολη ούτε ευθύγραμμη. Ο φορέας γνώρισε κρίσεις και στιγμές αδράνειας, διαφωνίες, αποχωρήσεις, διασπάσεις. Κατόρθωσε όμως να ξεπεράσει τα εμπόδια επειδή υπερίσχυσε στους κόλπους του η ανάγκη της ένταξης στο λαϊκό κίνημα, η ανάγκη να υιοθετηθούν και να υποστούν συνθετική επεξεργασία τα αντίστοιχα αιτήματα, η ανάγκη για ενότητα και κοινή δράση της Αριστεράς και όσμωσης των ιδεών της με το λαό. Όταν ξέσπασε η μεγάλη καπιταλιστική κρίση, ο ΣΥΡΙΖΑ πρώτα και ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ κατόπιν απέδειξαν ότι διαθέτουν τα ερμηνευτικά εργαλεία για να αναλύσουν τόσο την ίδια όσο και την πορεία και τις επιπτώσεις της και μπόρεσαν να διαμορφώσουν τη δική τους εναλλακτική πρόταση, σε αντίθεση με τον νεοφιλελευθερισμό που το μόνο που είχε και έχει να προτείνει είναι η άνευ όρων και άνευ ορίων εξαθλίωση της κοινωνίας προς όφελος του κεφαλαίου και στόχο τη μεγιστοποίηση του κέρδους. Όπως αποδείξαμε όλοι μαζί από κοινού ότι διαθέτουμε το αγωνιστικό φρόνημα, την πείρα και την οργανωτική ικανότητα που απαιτούν οι αντίστοιχοι αγώνες.

Μαχόμενος πάντα για την ενότητα ολόκληρης της Αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ διεκδικεί σήμερα κυβέρνηση της Αριστεράς που θα στηρίζεται σε μια νέα, πλατιά και ισχυρή κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία ώστε να υπηρετηθούν αποτελεσματικά τα λαϊκά συμφέροντα. Τα συνθήματα που βροντοφώναξαν σε δρόμους και σε πλατείες οι λαοί του κόσμου «Ο άνθρωπος πάνω από τα κέρδη» και «Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός» ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ τα μετατρέπει σε πολιτική πρόταση και στρατηγικό στόχο.

2. Ο σοσιαλισμός ως στρατηγικός στόχος

Ο «άλλος κόσμος» που «είναι εφικτός» είναι ο «κόσμος» του σοσιαλισμού με δημοκρατία και ελευθερία. Είναι ο «κόσμος» όπου όντως ο «άνθρωπος» και οι ανάγκες του είναι «πάνω από τα κέρδη», γιατί το «κέρδος» έχει πάψει να αποτελεί κινητήρια δύναμη της οικονομίας. Είναι ο «κόσμος» που δυσκολεύεται να επικαλεστεί το ιστορικό όνομά του γιατί αυτό έχει συκοφαντηθεί από πολλές και διαφορετικές μεριές.  Είναι ο «κόσμος» που  έχει αρχίσει να υπερβαίνει αυτή τη δυσκολία, απαιτώντας την εκ νέου σηματοδότηση του ονόματος στις συνθήκες του 21ου αιώνα.

Για μας ο σοσιαλισμός δεν είναι ο εξωραϊσμός του καπιταλισμού ούτε η δήθεν ‘φιλολαϊκή’ διαχείρισή του. Ο καπιταλισμός συνιστά σύστημα εκμετάλλευσης που στηρίζεται στην κοινωνική παραγωγή με στόχο και κίνητρο το ιδιωτικό κέρδος, σύστημα που εμείς αντιμαχόμαστε στον ίδιο τον πυρήνα του. Για μας ο σοσιαλισμός είναι μορφή οργάνωσης της κοινωνίας που βασίζεται στην κοινωνική -και όχι κρατική- ιδιοκτησία και διαχείριση των παραγωγικών μέσων ενώ απαιτεί τη δημοκρατία σε όλα τα κύτταρα και όλους τους αρμούς της δημόσιας ζωής προκειμένου οι εργαζόμενοι να είναι σε θέση να σχεδιάζουν, να διευθύνουν, να ελέγχουν και να προστατεύουν με τα εκλεγμένα όργανά τους την παραγωγή́ κατευθύνοντάς την στην ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών. Αλλά ταυτόχρονα, ο σοσιαλισμός δεν είναι για μας η αντιγραφή μοντέλων που επεδίωξαν να στηριχθούν σε τέτοιες ιδέες, αλλά τις παρερμήνευσαν, τις διαστρέβλωσαν και τελικά, για πολλούς και σύνθετους λόγους, αυτοκαταστράφηκαν. Οφείλουμε, επί ποινή επανάληψης των ίδιων λαθών, να μάθουμε όσα περισσότερα και όσο πληρέστερα μπορούμε από αυτό το μεγάλο τόλμημα και από αυτήν τη μεγάλη ιστορική εμπειρία, με τα καινοτόμα επιτεύγματα και τις καταλυτικές, τελικά, αποτυχίες.

Για μας ο σοσιαλισμός είναι απόλυτα συνυφασμένος με την ενεργό συμμετοχή όλων στις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές υποθέσεις, καθώς και με αυτοδιαχειριστικούς θεσμούς στην παραγωγική βάση, στοιχεία που κατοχυρώνουν την αντίστοιχη διάχυση της εξουσίας. Ο σοσιαλισμός είναι άρρηκτα δεμένος με τη δημοκρατία. Δημοκρατία όχι απλώς τυπική, αλλά πάντοτε ουσιαστική, δημοκρατία έμμεση που βασίζεται  στην εκπροσώπηση, αλλά και δημοκρατία άμεση με την ενεργό συμμετοχή όλων. Οι πάσης φύσεως εκλογές είναι απολύτως αναγκαίες, αλλά οι εκλεγμένοι -και οι διάφοροι ειδικοί που αυτοί επιστρατεύουν- δεν πρέπει να παραμένουν ανεξέλεγκτοι μέχρι τις επόμενες εκλογές. Πλήθος θεμάτων είναι αρμοδιότητα και οφείλουν να αφεθούν στην ευθύνη των άμεσα ενδιαφερομένων υπό καθεστώς άμεσης δημοκρατίας ενώ η απευθείας ενεργός συμμετοχή όχι μόνον ελέγχει τους θεσμούς, την πρακτική και τους φορείς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας αλλά διευρύνει συνεχώς τα πεδία όπου οι πολλοί παρεμβαίνουν συστηματικά, δημιουργικά και υπεύθυνα. Η δημοκρατία συνιστά αφ’ εαυτής παραγωγική δύναμη, όπου η συλλογικότητα αναδεικνύει έμπρακτα την υπεροχή της έναντι της ατομικότητας και η αλληλεγγύη την ισχύ της έναντι του ανταγωνισμού.

Για μας ο σοσιαλισμός αποσκοπεί τελικά στην κατάργηση των μεγάλων διακρίσεων ανάμεσα σε χειρωνακτική και διανοητική εργασία, σε διεύθυνση και εκτέλεση, σε πόλη και ύπαιθρο, στα κοινωνικά προσδιορισμένα φύλα. Αποσκοπεί τελικά στην απάλειψη των σχέσεων εκμετάλλευσης, στην κατάργηση των κοινωνικών τάξεων και των πατριαρχικών σχέσεων και στην αρμονική συμβίωση κοινωνίας και φύσης. Αντιμετωπίζει την τεχνολογία και τις καινοτομίες εκεί λελογισμένα, έχοντας στόχο την εξυπηρέτηση των κοινωνικών αναγκών και όχι τη διεύρυνση των ανισοτήτων και την εμπέδωση των τεχνικών κυριαρχίας των λίγων πάνω στους πολλούς.

Για μας ο σοσιαλισμός δεν είναι ουτοπικό όραμα που στηρίζεται σε αφηρημένα ιδεώδη και απλώς σε ηθικές αξίες, αλλά αποτελεί κοινωνικά και πολιτικά εφικτό στρατηγικό στόχο. Οι αξίες που τον διέπουν -αλληλεγγύη, ισότητα, ελευθερία και η υπέρβαση της μόνιμης έντασης μεταξύ ισότητας και ελευθερίας που μπορεί να ονομαστεί καθολική δικαιοσύνη- συνιστούν κοινωνική παραγωγή των εργαζόμενων τάξεων, αιτήματα που διαμορφώνονται στον αγώνα και απαιτούν την υλοποίησή τους, οδηγό δράσης και αρχές οργάνωσης των κινημάτων που τα ασπάζονται. Οι αξίες αυτές εκφράζουν κάθε φορά διαφορετικά ιστορικά περιεχόμενα, διαφορετικές ανάγκες και διαφορετικές δυνατότητες, γιατί είναι διαφορετική η δομή των ταξικών κοινωνιών, αλλά διατηρούν τα ίδια ονόματα, αποτυπώνοντας έτσι τη συνέχεια της ιστορίας των λαϊκών τάξεων, τη συνέχεια της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, αλλά και τη συνέχεια των αντιστάσεων και των αιτημάτων χειραφέτησης. Σήμερα, η οικονομική, η ενεργειακή και η διατροφική κρίση, όπως και ο άμεσος κίνδυνος για το φυσικό περιβάλλον που απειλεί την ίδια την ύπαρξη της ανθρωπότητας, καθιστούν απολύτως αναγκαία τη συστηματική δημόσια παρέμβαση. Αυτή η ανάγκη θέτει τον ριζικό μετασχηματισμό των κοινωνιών στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού στην ημερήσια διάταξη.

Για μας ο σοσιαλισμός δεν είναι καθεστώς που μπορεί να καθιερωθεί μέσω μιας εξελικτικής διαδικασίας σταδιακών αλλαγών του καπιταλισμού αλλά ούτε καθεστώς που εγκαθιδρύεται μια και έξω κάποια μοναδική στιγμή. Ο σοσιαλισμός είναι στόχος αλλά και δρόμος συνεχούς αγώνα, με περιόδους έντασης και περιόδους ύφεσης, με ρήξεις, άλματα και μεγάλες τομές. Είναι δρόμος που αποσκοπεί σε μακροπρόθεσμους στόχους, αλλά ξεκινά πάντοτε από το σήμερα. Είναι δρόμος που περπατάμε οι πολλοί από κοινού, σταθερά προσανατολισμένοι στον στόχο, υλοποιώντας καθημερινά τα αιτήματα που τον συγκροτούν και μαχόμενοι για να εμπεδώσουμε τις αντίστοιχες κατακτήσεις. Είναι δρόμος όπου προσπαθούμε να άρουμε κάθε στιγμή τις διαχρονικά κυρίαρχες διακρίσεις που αναφέραμε, αρχίζοντας από τους δικούς μας κόλπους. Είναι δρόμος που αποσκοπεί σε συγκεκριμένο στόχο, αλλά που δεν μπορεί να απαντήσει προκαταβολικά σε όλα τα μεγάλα ερωτήματα που τίθενται γιατί οι απαντήσεις δεν μπορούν να διατυπωθούν σε όλες τους τις διαστάσεις ανεξάρτητα από την κοινωνική κίνηση.

Ο δρόμος του σοσιαλισμού δεν είναι ούτε εύκολος ούτε ευθύγραμμος. Καθορίζεται κάθε στιγμή από τις λαϊκές ανάγκες, τα λαϊκά αιτήματα, τη λαϊκή ενέργεια, τη λαϊκή οργάνωση και τη λαϊκή διαθεσιμότητα, σηματοδοτείται από επιτεύγματα, αλλά και οπισθοχωρήσεις, χαρακτηρίζεται από συγκρούσεις τόσο στα μικρά όσο και στα μεγάλα, υποχρεώνει σε διακοπές της συνέχειας, προβαίνει σε μεγάλες αλλαγές. Είναι δρόμος που δεν υπόκειται σε προβλέψεις ούτε επιδέχεται προκατασκευασμένες συνταγές, γιατί κανείς δεν μπορεί να προκαθορίσει τους εκάστοτε όρους της κοινωνικής κίνησης, τους αντίστοιχους συσχετισμούς δύναμης, τις απαιτήσεις των καιρών, την υποχρέωση για τακτική ευελιξία ή ακόμη και τους αναγκαίους κάποιες φορές συμβιβασμούς. Ωστόσο είναι δρόμος που παραμένει αταλάντευτα προσηλωμένος στον στόχο του, δρόμος που εκλαμβάνει αυτόν τον στόχο ως γνώμονα και ως κριτήριο κάθε πρωτοβουλίας και ολόκληρης της καθημερινής μας δράσης σε όλα τα επίπεδα.

Για μας ο σοσιαλισμός δεν εξαντλείται κατά κανέναν τρόπο στα παραπάνω. Έτσι, παράλληλα με την πολιτική του δράση, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ είναι υποχρεωμένος να πρωτοστατήσει ώστε να ξεκινήσει και να αναπτυχθεί ενεργά, με τα κατάλληλα μέσα και σε κάθε αρμόδιο πλαίσιο, η διεξοδική συζήτηση για τα μεγάλα ζητήματα που τίθενται σε σχέση με την κριτική του καπιταλισμού και το αίτημα για έναν σοσιαλισμό του 21ου αιώνα, για έναν σοσιαλισμό με ελευθερία και δημοκρατία τόσο στην Ελλάδα όσο και στην κλίμακα της Ευρώπης. Θα προσπαθήσουμε να αξιοποιήσουμε τις πολλές πτυχές της ελληνικής και της διεθνούς εμπειρίας σε σχέση με τέτοια ζητήματα, όπως και ολόκληρη τη σκέψη, όλες τις σημαντικές θεωρητικές επεξεργασίες που αφορισης που﷽οδιαχενιορά οργώρατηγικρπωρούν το εργατικό, το φεμινιστικό, το οικολογικό και άλλα κινήματα, την ταξική διάρθρωση των κοινωνιών, τις δομές του κράτους και τις σχέσεις εξουσίας, τις σχέσεις αγοράς, οικονομικού προγραμματισμού και κοινωνικού ελέγχου, τα ζητήματα δημοκρατίας και αυτοδιαχείρισης, κάθε θεωρητική προσφορά που μπορεί να συμβάλει στο να προχωρήσουμε μετά λόγου γνώσεως, κάθε σημαντική συμβολή που έχει δει το φως από την εποχή του Μαρξ, αλλά και ακόμη πιο πριν, μέχρι τις μέρες μας.

3. Οι αρχές της στρατηγικής μας

Η στρατηγική για τον σοσιαλισμό ξεκινά από την κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα η Ελλάδα, η Ευρώπη και ο κόσμος.

Η ελληνική κοινωνία έχει φτάσει σήμερα στα όρια των αντοχών της. Η πρωτοφανής επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργασία συνεχίζεται με αυξανόμενη ένταση, οι εργασιακές σχέσεις διαλύονται, η ανεργία εκτινάσσεται σε πρωτοφανή επίπεδα, η δημόσια περιουσία εκποιείται, η υγεία και η παιδεία καταστρέφονται, οι κοινωνικά ζωογόνες ιδέες συκοφαντούνται ενώ ένα όχι ευκαταφρόνητο τμήμα θυμάτων της κρίσης υποκύπτει στην άνωθεν καλλιεργούμενη σύγχυση και έλκεται από τη ρατσιστική βία που ασκούν προς πολλές κατευθύνσεις τα πρωτοπαλίκαρα του εγχώριου ναζισμού, συχνά υπό την προστασία τμημάτων των κρατικών μηχανισμών. Από την άλλη πλευρά, το αστικό κομματικό σύστημα, ετοιμόρροπο, ουσιαστικά χωρίς εφεδρείες, επαφίεται στα διαπλεκόμενα ΜΜΕ και τις δυνάμεις καταστολής προκειμένου να ισορροπήσει μεταξύ κοινωνικής πίεσης, καταλυτικών σκανδάλων και εντεινόμενου αυταρχισμού ενόσω οι θεσμοί βρίσκονται υπό διάλυση και η δημοκρατία τελεί υπό απειλή εκτροπής. Μόνη διέξοδος για την ελληνική κοινωνία είναι η ρήξη με το υπάρχον, μορφή ρήξης που θα υλοποιήσει ένα επείγον σχέδιο αποτροπής της καταστροφής, ανασυγκρότησης της κοινωνίας, εξάλειψης της διαπλοκής και της διαφθοράς, και εμπέδωσης της δημοκρατίας. Μορφή ρήξης που θα φέρει στο κέντρο της πολιτικής ζωής τις δυνάμεις που θα αναλάβουν την πολιτική ευθύνη της μεγάλης πορείας που οδηγεί στην απαλλαγή από τα δεσμά του καπιταλιστικού κέρδους, των πατριαρχικών σχέσεων και της οικολογικής καταστροφής, μορφή ρήξης που καλείται να οδηγήσει στη σοσιαλιστική αναγέννηση.

Η κατάσταση σε ολόκληρη την Ευρώπη δεν είναι πολύ διαφορετική. Οι λαοί στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, στην Ιρλανδία, στις χώρες του τέως «υπαρκτού σοσιαλισμού», αλλά και στις χώρες του ευρωπαϊκού κέντρου όλο και περισσότερο, στενάζουν υπό αντίστοιχα προγράμματα λιτότητας ενόσω αναπτύσσουν παράλληλα τις δικές τους αντιστάσεις και τα δικά του κινήματα. Η μοίρα της Ελλάδας είναι συνυφασμένη με την μοίρα της Ευρώπης -στο πλαίσιο πάντα των ευρύτερων διεθνών εξελίξεων- γιατί ο αχαλίνωτος νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός κυριαρχεί σήμερα σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, γιατί η πολιτική του κεφαλαίου, σήμερα υπό γερμανική ηγεμονία στην κλίμακα της Ευρώπης, ενοποιεί υπό την κυριαρχία του όλες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, γιατί το αίτημα και η προοπτική της νίκης εναντίον του έχει αρχίσει να συνεγείρει τις συνειδήσεις παντού. Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ είναι μέρος αυτού του ευρωπαϊκού κινήματος αντίστασης και εξέγερσης. Η δική μας Ευρώπη βρίσκεται στον αντίποδα της Ευρώπης του νεοφιλελευθερισμού, των αυτοκρατορικών βλέψεων κάποιων κρατών της και του εντεινόμενου αυταρχισμού. Δίκη μας Ευρώπη είναι η Ευρώπη των λαών, η Ευρώπη των επαναστάσεων, η Ευρώπη του κοινωνικού κράτους, η Ευρώπη του σεβασμού της παιδικής ηλικίας, των ηλικιωμένων και των ανθρώπων με ειδικές ανάγκες, η Ευρώπη της επιστημονικής επανάστασης, η Ευρώπη του Διαφωτισμού και της ριζοσπαστικής κριτικής του, η Ευρώπη του φεμινισμού, της οικολογίας και του διεθνισμού, η Ευρώπη της αλληλεγγύης και της δημοκρατίας, η Ευρώπη του σοσιαλισμού. Στόχος μας είναι ο σοσιαλισμός στην Ελλάδα και στην κλίμακα της Ευρώπης. Στόχος μας είναι ο σοσιαλισμός του 21ου αιώνα, με την επίγνωση ότι οι οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές και ιδεολογικές συνθήκες διαφέρουν από χώρα σε χώρα και τα αντίστοιχα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα ωριμάζουν με διαφορετικούς τρόπους και διαφορετικούς ρυθμούς, απαιτώντας έτσι τον συνδυασμό της πάλης σε εθνικό, ευρωπαϊκό και εν γένει διεθνές επίπεδο.

Η καταστροφική στρατηγική του κεφαλαίου δεν είναι συγκυριακή και δεν περιορίζεται στην Ευρώπη. Αυτή εμπλέκει με τον ένα ή άλλο τρόπο όλες τις περιοχές της Γης, οδηγεί σε  πολέμους και ακόμη πιο επικίνδυνους ανταγωνισμούς ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις. Ωστόσο τα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα αναπτύσσονται και ενισχύουν τους δεσμούς τους ενώ λαοί ολόκληροι στη Λατινική Αμερική, και όχι μόνον εκεί, έχουν αρχίσει να ακολουθούν τον δρόμο της κοινωνικής χειραφέτησης. Αυτή η διάταξη δυνάμεων και όσα προμηνύει μας επιτρέπει να ισχυριζόμαστε ότι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, ρητά ή υπόρρητα, ιδέες για μια κοινωνική οργάνωση εναλλακτική του καπιταλισμού, όχι μόνον έχουν αρχίσει να κερδίζουν, αλλά θα συνεχίσουν να κερδίζουν όλο και περισσότερο, τον νου και την καρδιά πολλών ως η μόνη ελπίδα της εργαζόμενης ανθρωπότητας.

Το κοινωνικό και πολιτικό κίνημα στη χώρα μας έχει ήδη αναδείξει ορισμένους βασικούς αρμούς του δρόμου προς αυτή την κατεύθυνση: την αλληλεγγύη ενάντια στον ανταγωνισμό και τη λογική της ιδιώτευσης. την προστασία του δημόσιου χώρου και των δημόσιων αγαθών ενάντια στην ιδιωτικοποίηση, αλλά και ενάντια στην συχνά διεφθαρμένη και αναποτελεσματική κρατική διαχείριση. την ανάγκη να προστατευθούν από την  Ο σοσιαλισμάκρατη κερδοφορία του κεφαλαίου και την υποταγή στην αγορά τα θεμελιώδη αγαθά: ο αέρας, το νερό, η θάλασσα, το περιβάλλον, τα βασικά είδη διατροφής, η πρόσβαση στην παιδεία και στον πολιτισμό, η υγεία, η περίθαλψη, η κοινωνική πρόνοια, οι ενεργειακοί πόροι, οι συγκοινωνίες, οι επικοινωνίες και η γεωγραφική συνοχή της χώρας, ο φυσικός και ο ορυκτός πλούτος. Οι αρμοί αυτοί συνοψίζονται στο αίτημα να οικοδομηθεί και να αναπτυχθεί η οικονομία των αναγκών ενάντια στην οικονομία του κέρδους. Να οικοδομηθούν και να αναπτυχθούν οι κοινωνικές σχέσεις της αλληλεγγύης ενάντια στις σχέσεις του ανταγωνισμού και της εκμετάλλευσης. Να οικοδομηθούν και να αναπτυχθούν εναλλακτικές δομές στήριξης της κοινωνίας απέναντι στις καταρρέουσες κρατικές δομές που οφείλουν να αλλάξουν ριζικά και υπό αυτήν την πίεση. Οι δρόμοι του σοσιαλισμού περνούν υποχρεωτικά από αυτήν την οικοδόμηση και αυτήν την ανάπτυξη.

Το αίτημα για μια οικονομία των αναγκών και για κοινωνικές σχέσεις αλληλεγγύης δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με κυβερνητικά διατάγματα. Το πόσο και το πώς ικανοποιείται υπόκειται στις μορφές που λαμβάνει και στους ρυθμούς με τους οποίους αναπτύσσεται η ταξική πάλη, γιατί μόνο η νίκη των λαϊκών τάξεων, των δυνάμεων της εργασίας και των καταπιεσμένων κοινωνικών κατηγοριών μπορεί να κατοχυρώσει και να διευρύνει τις αντίστοιχες κατακτήσεις. Τα τελευταία χρόνια οι οργανωμένες διαμαρτυρίες στους δρόμους και στις πλατείες, οι διαδηλώσεις και τα συλλαλητήρια, τα δίκτυα κοινωνικής αλληλεγγύης, οι διεργασίες στους χώρους δουλειάς και κατοικίας, οι πρωτοβουλίες πολιτικής ανυπακοής, η ανιδιοτελής σύμπραξη πολιτικών και κοινωνικών φορέων χωρίς ηγεμονεύσεις ανέδειξαν εστίες όπου ο δημόσιος χώρος και τα δημόσια αγαθά προσδιορίστηκαν και η ουσιαστική υπεράσπισή τους διεκδικήθηκε. Ταυτόχρονα όμως αναδείχθηκε η ανάγκη για περισσότερο αποτελεσματικό αγώνα και περισσότερο επεξεργασμένα αιτήματα, για τον συνδυασμό της πάλης για το ειδικό με την πάλη για το γενικό και για την πολιτικοποίηση των αιτημάτων, η ανάγκη να δημιουργηθούν νέου τύπου κοινωνικοί φορείς, η ανάγκη να οργανωθούν οι άνεργοι, η ανάγκη να συγκροτηθούν συνδικάτα όπου δεν υπάρχουν και κυρίως στον ιδιωτικό τομέα, η ανάγκη να υπάρξουν επανιδρυτικού χαρακτήρα αλλαγές μέσα στα υπάρχοντα συνδικάτα.

Στο ίδιο διάστημα, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ έμαθε να μετέχει με όλες του τις δυνάμεις, με πολιτική ανιδιοτέλεια και χωρίς απόπειρες χειραγώγησης, σε όλες τις μορφές της κοινωνικής κίνησης. Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ βρέθηκε παντού, μέσα στους θεσμούς και έξω από αυτούς, στους δρόμους και στις πλατείες, στις πόλεις και στα χωριά, στους χώρους εργασίας και στις γειτονιές, στους κοινωνικούς φορείς και στις κοινωνικές πρωτοβουλίες, στις πολιτιστικές δράσεις και στην πάλη των ιδεών, στη δημόσια σκηνή και στο διαδίκτυο. Έμαθε ότι οι ρυθμοί της ταξικής πάλης και της κοινωνικής και πολιτικής σύγκρουσης δεν εκβιάζονται. Έμαθε να σέβεται πλήρως την αντίθετη άποψη ή ακόμη και τη σιωπή εκείνων που διστάζουν να μιλήσουν. Έμαθε να ακούει και όξυνε την ικανότητα κατανόησης. Έμαθε να υποστηρίζει τις προτάσεις του ανοιχτά και δημόσια χωρίς δεύτερες σκέψεις και υστερόβουλους υπολογισμούς. Έμαθε πώς ανοίγονται νέοι δρόμοι για την κοινωνική απελευθέρωση.

Η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ αποσκοπεί στον σοσιαλισμό, αλλά ο ίδιος γνωρίζει καλά ότι ο σοσιαλισμός δεν είναι κυρίως υπόθεση ενός πολιτικού φορέα. Είναι υπόθεση των εργαζόμενων τάξεων και της πάλης τους, είναι υπόθεση των δυνάμεων της εργασίας και της κίνησής τους, είναι υπόθεση της κοινωνικής συμμαχίας της μεγάλης πλειοψηφίας ενός λαού. Έχουμε πλέον μάθει ότι η εργατική τάξη δεν μπορεί να απελευθερωθεί η ίδια αν δεν απελευθερωθεί η κοινωνία ολόκληρη.

Από τη μεριά του, ένας πολιτικός φορέας όπως ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ μετέχει πλήρως στην ταξική και κοινωνική πάλη, προβάλλει τις ιδέες του, οργανώνει δυνάμεις, συμπυκνώνει και συνδέει αιτήματα, προσδιορίζει στόχους, αλλά δεν υποκαθιστά ούτε επιβάλλει. Αντίθετα, θέτει διαρκώς τον εαυτό του υπό τον έλεγχο εκείνων στους οποίους απευθμύνεται, έλεγχο που αφορά τη πολιτική του παρουσία, τη δράση και λειτουργία του, ολόκληρη την καθημερινή πρακτική του. Ο έλεγχος αυτός γίνεται υπό το πρίσμα του στρατηγικού του στόχου, ο οποίος, αυτός, είναι αδιαπραγμάτευτος. Ο σοσιαλισμός και οι αξίες που τον διέπουν είναι ο γνώμονας και το κριτήριο του τι προτείνουμε και πώς δρούμε, του σε ποιους απευθυνόμαστε και πώς απευθυνόμαστε, του ποιους πείθουμε και πώς τους πείθουμε, του πώς αποτιμούμε επιτυχίες και αποτυχίες.

Αλλά η στρατηγική στόχευση επιμερίζεται σε άμεσους στόχους και στις αντίστοιχες τακτικές κινήσεις ή πρωτοβουλίες που εξαρτώνται πάντα από πραγματικά προσφερόμενες δυνατότητες και πραγματικούς συσχετισμούς δύναμης. Και εδώ ο πολιτικός φορέας είναι υποχρεωμένος να πλέει με όλη την απαιτούμενη ευελιξία ανάμεσα στη Σκύλλα του καιροσκοπισμού, που τείνει να αγνοήσει τον στρατηγικό στόχο υποκύπτοντας στο εκάστοτε θεωρούμενο ως εφικτό, και στη Χάρυβδη του τυχοδιωκτισμού, που τείνει να αγνοήσει τους πραγματικούς συσχετισμούς δύναμης και το πράγματι εφικτό, απλώς εκφωνώντας στεντόρεια τον στρατηγικό στόχο και τα εν γένει χαρακτηριστικά του. Η πολιτική πρακτική του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ υπόκειται καταστατικά σε αυτούς τους περιορισμούς.

Ο κεντρικός στόχος που θέτει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ είναι η ανατροπή της κυριαρχίας των δυνάμεων του νεοφιλελευθερισμού και των μνημονίων, των δυνάμεων της κοινωνικής καταστροφής, της διαπλοκής, της διαφθοράς και της σήψης, είναι η ανάδειξη μιας κυβέρνησης της συμπαραταγμένης Αριστεράς στηριγμένης σε μια πλατιά συμμαχία κοινωνικών δυνάμεων. Η επιτυχία αυτού του στόχου θα αποτελέσει τομή σε σχέση με την ελληνική ιστορία, τομή που θα δημιουργήσει νέες, άγνωστες σήμερα, δυνατότητες, τομή που θα ανοίξει μια νέα σελίδα για την κοινωνία μας καθα δώσει σημαντική ώθηση σε μια δυναμική  που ξεπερνά τα σύνορά μας.

Η διεκδίκηση μιας κυβέρνησης της Αριστεράς δεν υπακούει στις ιδιοτέλειες των πολιτικών φιλοδοξιών ούτε αποτελεί πρόταση για καλύτερη διαχείριση του υπάρχοντος ή απλώς για επιστροφή στην πρότερη κατάσταση και στα κεκτημένα που χάθηκαν. Μια κυβέρνηση της Αριστεράς αποσκοπεί να σταματήσει τον κοινωνικό και οικονομικό κατήφορο που επέβαλαν στην Ελλάδα οι δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού και των μνημονίων, να εξαλείψει τη διαπλοκή και τη διαφθορά, να μεταρρυθμίσει ριζικά και δημοκρατικά το κράτος και τους θεσμούς του, και να ανοίξει μια νέα πορεία. Μια τέτοια κυβέρνηση θα σηματοδοτήσει μια κομβική αλλαγή του πολιτικού συσχετισμού υπέρ των δυνάμεων της εργασίας, φέρνοντας αυτές τις δυνάμεις στο προσκήνιο. Θα ανοίξει τον δρόμο στην πραγματική δημοκρατία και στην ανασυγκρότηση της χώρας ενόσω θα διαλύει το ‘τρίγωνο’ που δυναστεύει τον τόπο επί δεκαετίες, διαπλέκοντας αξεδιάλυτα το κρατικοδίαιτο κεφάλαιο, το πολιτικό σύστημα του δικομματισμού και τα καθεστωτικά ΜΜΕ. Μια κυβέρνηση της Αριστεράς θα καθαρίσει το τραπέζι, θα αξιοποιήσει όλες τις έντιμες και δημιουργικές δυνάμεις της κοινωνίας μας, ανεξάρτητα από ιδεολογικές αναφορές ή πολιτικές πεποιθήσεις, ανοίγοντας παράλληλα δρόμους για να αναπτυχθεί παραπέρα ο αγώνας των εργαζόμενων τάξεων, για να δημιουργηθεί έδαφος ώστε να ανθίσει η λαϊκή πρωτοβουλία σε όλους τους χώρους και σε όλα τα επίπεδα.

Μια κυβέρνηση της Αριστεράς δεν μπορεί να υποσχεθεί την άμεση λύση όλων των συσσωρευμένων προβλημάτων. Θα δώσει ωστόσο άμεσα δείγματα γραφής μιας πολύ διαφορετικής πολιτικής, ανοίγοντας τους αντίστοιχους νέους δρόμους. Γνωρίζουμε πως μια κυβέρνηση της Αριστεράς δεν μπορεί να επιφέρει μείζονες αλλαγές χωρίς τη λαϊκή συνέργεια και το εγερτήριο λαϊκό φρόνημα, χωρίς τη στήριξη, αλλά και την αυτόνομη δράση, των εργαζόμενων τάξεων, των καταπιεσμένων κοινωνικών κατηγοριών και του λαού γενικότερα, χωρίς τις πρωτοβουλίες που θα αναληφθούν παντού, ασκώντας δημιουργική πίεση ακόμη και στην ίδια. Από την άλλη μεριά, μια κυβέρνηση της Αριστεράς δεν μπορεί να αγνοήσει βολονταριστικά τους υπάρχοντες συσχετισμούς και τις δυνάμεις που θα προσπαθήσουν να την υπονομεύσουν ώστε να την ανατρέψουν ούτε βέβαια μπορεί να παραδοθεί αμαχητί και καιροσκοπικά σε τέτοιους συσχετισμούς. Όσο ο στρατηγικός στόχος παραμένει σταθερός, συμμαχίες, μονιμότερες ή πιο προσωρινές, είναι αναγκαίες και διευρύνσεις απαραίτητες. Με επίγνωση μεν των εκάστοτε πραγματικών δυνατοτήτων και των εκάστοτε πραγματικών συσχετισμών, αλλά κρατώντας πάντοτε σταθερό τον στρατηγικό στόχο και αποτιμώντας κάθε φορά τα πράγματα από τη σκοπιά του και υπό το πρίσμα του. Η προοπτική της Αριστεράς να αποτελέσει την πολιτική ηγεσία του τόπου θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητά της να οικοδομήσει πολιτικές συμμαχίες που θα αξιοποιούν ιδέες, ταλέντα, γνώσεις και προσφορά ανθρώπων από άλλους πολιτικούς χώρους. Θα κριθεί από την ικανότητά της να οργανώνει κοινωνικές συμμαχίες, τη συμμαχία της μισθωτής εργασίας με τους αυτοαπασχολούμενους και τους μικροεπιχειρηματίες, με τους μικρούς και μεσαίους αγρότες, τις καταπιεσμένες κοινωνικές κατηγορίες, τη νεολαία, τη τέχνη και τη διανόηση. Χωρίς αυτή τη συμμαχία, οι λαϊκές τάξεις δεν μπορούν να αναλάβουν το έργο της παραγωγικής, κοινωνικής πολιτιστικής και οικολογικής ανόρθωσης έπειτα από την καταστροφή που επέφερε και συνεχίζει να επιφέρει ο αχαλίνωτος νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός.

Στις σημερινές συνθήκες της τρικομματικής κυβέρνησης, που προωθεί με μεγαλύτερη σκληρότητα και θρασύτητα την πολιτική της τριαρχίας των δανειστών, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ θέτει ευθέως θέμα δημοκρατικής ανατροπής της και διεκδικεί την κυβερνητική εξουσία ως απαραίτητη προϋπόθεση  για να σταματήσει η λεηλασία των εργαζομένων και η καταστροφή της χώρας. Δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε μια κυβέρνηση της Αριστεράς να πετύχει τους στόχους της. Αυτές οι προϋποθέσεις είναι, υπογραμμίζουμε, η  κοινωνική συμμαχία της εργατικής τάξης και των ανέργων, των μεσαίων στρωμάτων και των αυτοαπασχολούμενων της πόλης και της αγροτικής παραγωγής, της νεολαίας, των καταπιεσμένων κοινωνικών κατηγοριών, των δυνάμεων της επιστήμης, της τέχνης και του πολιτισμού. Είναι η δημιουργία ενός ισχυρού μαζικού κινήματος με αντινεοφιλελεύθερη οπτική και στόχευση και η επέκταση και η εμβάθυνση της κοινωνικής αλληλεγγύης. Είναι η διαμόρφωση ενός ρωμαλέου ενωτικού πολιτικού κινήματος ανατροπής του υπάρχοντος κομματικού και πολιτικού συστήματος. Είναι η δημιουργία μιας νέας και σταθερής κοινωνικής και πολιτικής πλειοψηφίας.

Η ενοποίηση, η διεύρυνση και η ενδυνάμωση του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ και η έμφαση στην ενωτική πολιτική του είναι αναντικατάστατα  εργαλεία  που θα μας βοηθήσουν να επιτύχουμε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, μακριά από τη λογική της ‘αναμονής’, μακριά από την εσωστρέφεια, συμβάλλει από τώρα με όλες του τις δυνάμεις, μέσα από τους κοινωνικούς αγώνες, μέσα από τα κινήματα αλληλεγγύης και πολιτικής ανυπακοής, μέσα από πολιτικές πρωτοβουλίες προς πολλές κατευθύνσεις εντός και εκτός Βουλής, στην ικανοποίηση του αιτήματος που είναι σήμερα απολύτως επείγον: ήττα της πολιτικής των μνημονίων και κυβερνητική αλλαγή.

4. Οι πολιτικοί άξονες της δράσης μας

Σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ κατέχει τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η θέση αυτή τον προικίζει με νέες σημαντικές δυνατότητες παρέμβασης τόσο στο εσωτερικό του κοινοβουλίου και των θεσμών γενικότερα όσο και στο πλαίσιο του λαϊκού κινήματος συνολικά. Από τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ ήδη μάχεται και θα εξακολουθήσει να μάχεται ενάντια σε κάθε αντιλαϊκό και αντιδημοκρατικό μέτρο ή νομοσχέδιο, ασκώντας εξαντλητικό κοινοβουλευτικό έλεγχο. Ήδη διατυπώνει και θα εξακολουθήσει να διατυπώνει τις δικές του αντιπροτάσεις και νομοθετικές πρωτοβουλίες που αφορο ύν τα επείγοντα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας. Ήδη στηρίζει και θα εξακολουθήσει να στηρίζει κοινοβουλευτικά τους εργατικούς και λαϊκούς αγώνες, εντάσσοντας συστηματικά τα δίκαια αιτήματά τους, όπως και όλες τις δικές του παρεμβάσεις, στο εναλλακτικό του πρόγραμμα. Η επεξεργασία αυτού του προγράμματος είναι συνεχής ενώ το ίδιο παραμένει μόνιμα ανοιχτό σε όσα αναδεικνύουν κάθε φορά οι αγώνες.

Αλλά το κοινοβουλευτικό έργο είναι μόνον ένα πεδίο αγώνα του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ. Σε συνδυασμό με την κοινοβουλευτική δράση, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ επιδιώκει να συμβάλει με όλες του τις δυνάμεις στη συγκρότηση και την ανάπτυξη ενός ισχυρού λαϊκού, μαζικού και ενωτικού κινήματος, ενός κινήματος αντίστασης στα αντιλαϊκά μέτρα που επιδιώκουν να επιβάλουν τα μνημόνια, ενός κινήματος ανυπακοής στον εντεινόμενο κρατικό και εργοδοτικό αυταρχισμό, ενός κινήματος γνήσιας και αποτελεσματικής αλληλεγγύης προς τα θύματα της κρίσης.

Το κίνημα αυτό θα συγκροτήσει τους όρους για τη σταθερή κοινωνική συμμαχία των θυμάτων του μνημονίου, της εργατικής τάξης και ευρύτερα των δυνάμεων της εργασίας, των μεσαίων στρωμάτων και των αυτοαπασχολούμενων των πόλεων και της αγροτικής παραγωγής, της νεολαίας, των καταπιεσμένων κοινωνικών κατηγοριών, των ανθρώπων των γραμμάτων και των επιστημών, της τέχνης και του πολιτισμού, και θα αναδείξει τους τρόπους με τους οποίους οι γυναίκες θίγονται από την κρίση περισσότερο γιατί, εκτός από την ανισότητα στη δουλειά, εκτός από τη μεγαλύτερη ανεργία, αυτές έχουν επιπλέον να αντιμετωπίσουν τις κυρίαρχες σχεδόν παντού πατριαρχικές σχέσεις και όλα τα ανδροκρατικά στερεότυπα. Η δημιουργική επιχειρηματικότητα, που λειτουργεί για το δημόσιο όφελος και υπό σταθερούς και δίκαιους κανόνες, δεν θα πληγεί, αλλά θα βοηθηθεί. Παράλληλα, το κίνημα αυτό θα συμβάλει στην οργάνωση των ανέργων, στην ενότητα δράσης των παραδοσιακών οργανώσεων και συνδικάτων, τόσο μεταξύ τους όσο και με τις συσπειρώσεις που δημιουργούνται αυθόρμητα σε πολλούς χώρους, και θα οδηγήσει στην αναγκαία ριζική αναμόρφωση του συνδικαλιστικού κινήματος σε όλες τις βαθμίδες, στην απομόνωση του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού και στη διαμόρφωση ενός νέου, ισχυρού και μαχητικού, ταξικού και αυτόνομου, συνδικαλιστικού κινήματος ανέργων και εργαζομένων τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα, κινήματος ενωμένου τόσο στη δράση όσο και οργανωτικά, κινήματος που θα αποκρούει συστηματικά τις σκόπιμα καλλιεργούμενες αντιθέσεις και την εσωτερική του διαίρεση.

Σημαντική διάσταση αυτού του κινήματος οφείλει να είναι ένα ευρύ αυτοδιοικητικό κίνημα, στο πλαίσιο του οποίου μπορούν να ανθίσουν όλες οι κατάλληλες μορφές άμεσης και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας : από το τι κάνουμε όλοι και όλες  μαζί για τη γειτονιά και το χωριό, το διαμέρισμα, την πόλη και την περιφέρεια, μέχρι το πώς ζούμε, πώς αλληλοβοηθούμαστε, πώς καλλιεργούμε τη σκέψη και τις ευαισθησίες μας, πώς ψυχαγωγούμαστε. Σήμερα η πόλη και ολόκληρος ο πολεοδομικός και χωροταξικός ιστός βρίσκονται στο στόχαστρο του κεφαλαίου. Η ιδιωτικοποίηση των δημόσιων χώρων, των δημόσιων λειτουργιών της πόλης και όσων έχουν απομείνει από την κοινωνική κατοικία, η καταστροφή της γειτονιάς, η αύξηση του αριθμού των αστέγων και η δημιουργία περίκλειστων περιοχών για τους πλούσιους και παράλληλα η ένταση των διακρίσεων και των αποκλεισμών, η ποινικοποίηση της φτώχειας, η συρρίκνωση της δημοκρατίας και η διεύρυνση των μηχανισμών επιτήρησης και καταστολής είναι μεγάλα ζητήματα που θίγουν άμεσα την καθημερινή ζωή όλων. Το προοδευτικό αυτοδιοικητικό κίνημα οφείλει να αντιμετωπίσει απευθείας όλα τα ζητήματα αυτά, εξειδικεύοντας τους στόχους του και ανακαλύπτοντας τις κατάλληλες κάθε φορά μορφές αγώνα,  που θα ενεργοποιούν την συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών, στοχεύοντας παράλληλα στη ριζοσπαστική δημοκρατική μεταρρύθμιση του κράτους με αποκέντρωση και λαϊκή συμμετοχή και στη μεταφορά της λήψης των αποφάσεων στο εγγύτερο προς τον πολίτη επίπεδο.

Το ισχυρό λαϊκό και μαζικό κίνημα στου οποίου τη διαμόρφωση συμβάλλουμε με όλες μας τις δυνάμεις δημιουργεί ταυτόχρονα έναν ολόκληρο δημόσιο χώρο λαϊκών παρεμβάσεων και πρωτοβουλιών, χώρο πλατιάς συμμετοχής και ενεργού αλληλεγγύης, όπου εκφράζεται απρόσκοπτα η αυτενέργεια των πολιτών και αποκαθίστανται μορφές λαϊκής αυτο-οργάνωσης που πιέζουν και οφείλουν να πιέζουν συστηματικά τους θεσμούς, να τους διευρύνουν και να τους μετασχηματίζουν. Σε αυτόν τον δημόσιο χώρο εκφράζεται ελεύθερα και αναπτύσσεται απρόσκοπτα η κριτική σκέψη και η καλλιτεχνική δημιουργία ενόσω εντείνεται η ιδεολογική αντιπαράθεση με εκείνα που διαχέουν τα κυρίαρχα ΜΜΕ, καλλιεργώντας τη σύγχυση, τον φόβο και την ανασφάλεια και πριμοδοτώντας τα στερεότυπα, τις αντιδημοκρατικές διακρίσεις, την αδράνεια και την παθητικότητα.

Στον ίδιο δημόσιο χώρο, η αριστερή φεμινιστική δράση μπορεί και οφείλει να αναπροσδιορίσει και να εμπλουτίσει την πολιτική, υπερβαίνοντας θεμελιώδεις διακρίσεις, όπως τη διάκριση ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό, στο πολιτικό και προσωπικό, στο γενικό και στο επί μέρους, με δεδομένο ότι όλες οι διακρίσεις με βάση το φύλο  και το χρώμα του δέρματος, την καταγωγή, τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και τις σεξουαλικές προτιμήσεις- είναι απαράδεκτες, ενώ η υπο-αντιπροσώπευση των γυναικών στις δομές λήψης αποφάσεων συνιστά εμφανές έλλειμμα δημοκρατίας και άρα δείκτη ενός σημαντικού πολιτικού προβλήματος. Οι ιδέες της Αριστεράς και του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ δεν θα μπορέσουν να αποκτήσουν ηγεμονική θέση αν δεν αναδείξουν, υπό καθεστώς πλήρους ελευθερίας, τη δύναμή τους τόσο σε ζητήματα απαράδεκτων διακρίσεων όσο και στα ανοιχτά πεδία της επιστήμης, της διανόησης και της τέχνης.

Στο πλαίσιο αυτού του λαϊκού δημόσιου χώρου οφείλει να αντιμετωπιστεί με ολόκληρη τη σοβαρότητα που απαιτείται η επιρροή των ναζιστικών ιδεών και προτύπων συμπεριφοράς, ο πολυδιάστατος ρατσισμός που αυτές οι ιδέες και συμπεριφορές προπαγανδίζουν και αποπνέουν, η ανυπόκριτη βία που ασκούν οι αντίστοιχοι ‘ηγέτες’, οι εγκληματικές πρακτικές στις οποίες επιδίδονται και η θεσμική ανοχή, αν όχι προστασία, που απολαμβάνουν οι πράξεις τους. Οφείλουμε να οικοδομήσουμε ένα πλατύ αντιφασιστικό και δημοκρατικό κίνημα που θα περιλαμβάνει όλους εκείνους και όλες εκείνες που εναντιώνονται σε τέτοιες ιδέες και τέτοιες πρακτικές, ανεξάρτητα από πολιτικές εντάξεις ή ιδεολογικές αναφορές. Το κίνημα αυτό -με σαφείς διεθνείς αναφορές και διαστάσεις που καλούμαστε να διερευνήσουμε και να αξιοποιήσουμε- οφείλει να αρθρώνεται στο σχολείο και στη γειτονιά, στις πόλεις και στα χωριά, στους τόπους δουλειάς και στα μέσα ενημέρωσης, έντυπα και ηλεκτρονικά. Το κίνημα αυτό οφείλει να κινητοποιεί θεσμούς και οργανώσεις στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, τους δήμους και την Εκκλησία, τις δυνάμεις της τέχνης και της διανόησης, να εμφορείται από τις αξίες του ανθρωπισμού και να διδάσκει ιστορία. Η ύπαρξη μιας δημοκρατικής κοινωνίας και η ενότητα του λαού μας απαιτεί να εξαλειφθούν πλήρως οι ναζιστικές ιδέες και οι ναζιστικές πρακτικές.

Οφείλουμε επιπλέον να επισημάνουμε ότι οι κυβερνώσες πολιτικές δυνάμεις, τα διαπλεκόμενα ΜΜΕ και οι διανοούμενοί τους προωθούν συστηματικά τη λεγόμενη «θεωρία των δύο άκρων» που εξομοιώνει την Αριστερά με τη ναζιστική ακροδεξιά ενόσω οι ίδιες καταλαμβάνουν έτσι αυτοδικαίως και από κοινού τον χώρο του δήθεν μετριοπαθούς κέντρου ως της μόνης ‘γνήσιας δημοκρατικής δύναμης’. Ο στόχος της ‘θεωρίας’ είναι διπλός. Αφ’ ενός η συκοφάντηση της Αριστεράς ώστε να περιοριστεί κατά το δυνατόν η απήχησή της και να νομιμοποιηθούν εκ των πραγμάτων οι πάσης φύσεως επιθέσεις εναντίον της και, αφ’ ετέρου, η κατ’ αποκλειστικότητα οικειοποίηση από τη μεριά των ‘γνήσιων δημοκρατικών δυνάμεων’ ολόκληρου του ‘νόμιμου’ πολιτικού χώρου.

Απέναντι σε αυτήν τη ‘θεωρία’ και τις πρακτικές που την εφαρμόζουν, οφείλουμε να αντιτάξουμε όχι μόνον τις αξίες μας, την ιστορία της χώρας και όσα έχει κάνει, αλλά και υποστεί, η Αριστερά για να υπερασπίσει τη δημοκρατία με κάθε κόστος, αλλά και την ίδια την εμπειρία όλων μας: η διαμόρφωση μιας ξενοφοβικής ρητορείας που ανάγει τη ‘λαθρομετανάστευση’ σε πρόβλημα μεγαλύτερο από την ίδια την κρίση, που αποδίδει την αύξηση της εγκληματικότητας και τελικά όλα τα δεινά αποκλειστικά στους μετανάστες και στους πρόσφυγες, που χρησιμοποιεί ανενδοίαστα τη φασίζουσα ορολογία της «υγειονομικής βόμβας», που στοχοποιεί ειδικές κατηγορίες πληθυσμού, ποινικοποιώντας έτσι την ίδια τη φτώχεια, που εντείνει την καταστολή απέναντι στους μετανάστες και στους πρόσφυγες, επεκτείνοντάς την ταυτόχρονα προς κάθε κατεύθυνση, συνιστούν μια μελετημένη πολιτική που αποσκοπεί στη διαίρεση των αδυνάτων μέσω της ανάδειξης του αποδιοπομπαίου τράγου, στο πάγωμα κάθε κοινωνικής αντίστασης και την περιστολή της δημοκρατίας σε όσα μπορεί να ανεχθεί η πολιτική ιδιοτέλεια των κυβερνώντων.

Ταυτόχρονα η ίδια ‘θεωρία’, μαζί με τη ρητορεία και τις πρακτικές που τη συνοδεύουν, πριμοδοτεί στην πράξη τη ναζιστική ακροδεξιά γιατί την εμφανίζει, τουλάχιστον έμμεσα, ως τον συνεπέστερο εκφραστή της εν λόγω πολιτικής και τη νομιμοποιεί έμπρακτα ως βραχίονα των δυνάμεων καταστολής, ήδη σημαντικά διαβρωμένων από εκείνη. Διαμορφώνεται έτσι μια γκρίζα περιοχή καταστολής μεταξύ θεσμικής και ναζιστικής βίας, καλλιεργείται κλίμα ατιμωρησίας και ασυδοσίας και καταλύεται κάθε αίσθημα έννομης τάξης. Η επισήμως εκφρασμένη ανησυχία για την άνοδο των ναζιστικών ιδεών και συμπεριφορών αναδεικνύεται έτσι σε απλό  η φύλλο συκής. Αλλά η ιστορία διδάσκει ότι η εκλογική ενίσχυση της ναζιστικής ακροδεξιάς δεν είναι απλώς αποτέλεσμα μορφών απόγνωσης που αποζητούν αποδιοπομπαίους τράγους και εύκολες ταυτίσεις με αρχέγονα στερεότυπα. Είναι ταυτόχρονα σημαντικός παράγοντας που εντείνει τον εκφασισμό της κοινωνίας γιατί, εκτός των άλλων, μια τέτοια άνοδος προσελκύει ακόμη και επιφανείς που σαγηνεύονται από την πυγμή, βλέπουν το φαινόμενο σαν μόδα και κολακεύουν τη δημοσιότητα με κάθε τίμημα. Το πλατύ αντιφασιστικό και δημοκρατικό κίνημα που αναφέραμε είναι ο μόνος τρόπος για να μην οδηγηθεί η κοινωνία ολόκληρη -μαζί με τους θεσμικούς και άλλους παράγοντες που ενισχύουν ή έστω απλώς ανέχονται το φαινόμενο- σε ολοκληρωτική καταστροφή.

Το έργο του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ δεν περιορίζεται στα σύνορα της χώρας μας. Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ έχει ήδη αναλάβει και θα εξακολουθήσει να αναλαμβάνει σημαντικές διεθνείς πρωτοβουλίες στο πλαίσιο της Ευρώπης, και όχι μόνον αυτής. Οι εν λόγω πρωτοβουλίες δεν έχουν ως μόνο σκοπό το να γνωστοποιήσουν και να εκλαϊκεύσουν διεθνώς τις δικές του θέσεις, τη δική του πολιτική και την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα. Οι πρωτοβουλίες αυτές αποσκοπούν, επιπλέον, στο να συμβάλουν στην κοινή πάλη των λαών ενάντια στο ευρωπαϊκό και διεθνές κεφάλαιο, στον έμπρακτο συντονισμό των αντίστοιχων αγώνων και στην ανάδειξη της Αριστεράς σε βασικό παράγοντα των ευρωπαϊκών και διεθνών εξελίξεων. Ένα παγκόσμιο φόρουμ της Αριστεράς θα μπορούσε να διερευνήσει συγκεκριμένα τους όρους και τις δυνατότητες αυτής της προοπτικής.

Το πολύπλευρο και βαθύ λαϊκό και ενωτικό κίνημα που συγκροτούν όλα τα παραπάνω, ήδη έχει αρχίσει να αναπτύσσεται και ήδη θέτει κεντρικούς πολιτικούς στόχους, γιατί σήμερα οι εργαζόμενοι και οι πολίτες, γυναίκες και άντρες, έχουν αρχίσει να συνειδητοποιούν ότι δεν μπορεί να υπάρξει θετική διέξοδος από τα σημερινά δεινά χωρίς την κατάργηση των μνημονίων, των συνοδευτικών τους μέτρων και των κυβερνήσεων που τα υπηρετούν. Μετά από χρόνια, ο λαός στρέφεται πάλι προς την πολιτική και αντιλαμβάνεται τη σημασία του πολιτικού αγώνα, επιδιώκοντας μια κεντρική πολιτική δημοκρατική ανατροπή και όχι μια απλή κυβερνητική εναλλαγή. Διεκδικεί τη ριζική αναδιάρθρωση του κομματικού και πολιτικού συστήματος που οδήγησε και οδηγεί τη χώρα στη χρεοκοπία και τη δίκαιη τιμωρία εκείνων που οδήγησαν ιδιοτελώς τα πράγματα εδώ, ενώ γίνεται όλο και πιο έτοιμος να αναλάβει τους δύσκολους αγώνες που απαιτούνται, γιατί τίποτε δεν θα μας χαριστεί.

Σε ό,τι αφορά την ίδια την Αριστερά, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ αποσκοπεί στην ενίσχυσή της, τόσο μέσα από τη δική του ανασυγκρότηση και διεύρυνση προς άλλα τμήματα της ριζοσπαστικής αριστεράς, των αριστερών σοσιαλιστών, του φεμινισμού και της ριζοσπαστικής οικολογίας, όσο και με το να επιμένει, παρά τα προβαλλόμενα εμπόδια, στην ενότητα στη δράση και στην πολιτική συμπαράταξη ολόκληρης της Αριστεράς. Οι σχετικές επιφυλάξεις ή αρνήσεις μπορούν να καμφθούν όσο εμείς επιμένουμε και κυρίως όσο οι πολίτες, γυναίκες και άντρες, αναγνωρίζουν την αξία αυτής της ενότητας και ασκούν κοινωνική πίεση για την πραγματοποίησή της. Μια τέτοια ενίσχυση της Αριστεράς προϋποθέτει το άπλωμά της σε ολόκληρη την κοινωνία και την εμβάθυνση των δεσμών της με εκείνη και αποσκοπεί, εκτός των άλλων, στο να γίνει και να γίνεται η Αριστερά γενικά και ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ ειδικότερα ισχυρός φορέας συλλογικής σκέψης και δύναμη πολιτικής κινητοποίησης του λαού μας. Όπλα του η συλλογικότητα, η δημοκρατία στο εσωτερικό του και οι ανοιχτές σχέσεις με όσα συμβαίνουν στην κοινωνία. Γνώμονάς του οι αξίες και οι απελευθερωτικές ιδέες της Αριστεράς.

Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ έχει ήδη επεξεργαστεί και θα εξακολουθήσει να επεξεργάζεται, να εξειδικεύει και να εμβαθύνει, ένα πρόγραμμα αγώνα που αρνείται τη μοιρολατρία και τον δήθεν ρεαλισμό της υποταγής και απαντά πειστικά στο ερώτημα του τι κάνουμε και τι μπορούμε να κάνουμε. Το πρόγραμμα αυτό ήδη μετασχηματίζεται στο κυβερνητικό πρόγραμμα που θα κληθεί να εφαρμόσει μια κυβέρνηση της Αριστεράς. Είναι πρόγραμμα που αποσκοπεί πρώτα από όλα στο να σταματήσει η κοινωνική καταστροφή και να αναστραφεί η πορεία προς την κοινωνική διάλυση, είναι πρόγραμμα που θέτει τις βάσεις για την αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος, την παραγωγική ανασυγκρότηση, την οικονομική ανόρθωση και την πολιτιστική αναγέννησης της χώρας, είναι πρόγραμμα που ταυτόχρονα ανοίγει δρόμο προς τον σοσιαλισμό.

Μέρος Β

Πλαίσιο προγραμματικών θέσεων:

Για μια νέα λαϊκή, δημοκρατική και ριζοσπαστική μεταπολίτευση

Οι αρχές και οι στρατηγικές κατευθύνσεις που αναπτύξαμε στο Πρώτο Μέρος υποδεικνύουν σε αδρές γραμμές  το προς τα πού πορευόμαστε και το πώς θέλουμε να πορευτούμε. Αυτές οι αρχές και κατευθύνσεις οφείλουν να εδράζονται στα πραγματικά προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα, να αναλύουν αυτά τα προβλήματα και τους αντίστοιχους συσχετισμούς δύναμης, να διατυπώνουν αντίστοιχα αιτήματα και να προτείνουν συγκεκριμένους τρόπους διεκδίκησης. Αλλά τα προβλήματα αυτά σχετίζονται άμεσα με την πρωτοφανή κρίση που διέρχεται η χώρα, αλλά και ολόκληρος ο κόσμος, τα τελευταία χρόνια, όπως και με τις εντάσεις που αναπτύσσονται και τις τάσεις που διαμορφώνονται στο δικό μας γεωπολιτικό πλαίσιο. Οφείλουμε άρα να ξεκινήσουμε από εκεί.

1. Η κρίση σήμερα

Η κρίση που ζούμε ξέσπασε μετά από τρεις δεκαετίες συσσώρευσης κερδών, μέσα από μια τεράστια αναδιανομή πλούτου και εξουσιών υπέρ του κεφαλαίου που οργάνωσε ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτή τείνει να προσλάβει σήμερα οικουμενικές διαστάσεις, θίγοντας με τον έναν ή τον άλλο τρόπο κάθε χώρα και αγγίζοντας κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής. Πρόκειται κατά βάσιν για δομική κρίση του καπιταλισμού, για κρίση υπερσυσσώρευσης με κύριο χαρακτηριστικό την υπερδιόγκωση του χρηματιστικού τομέα και τον άνευ όρων και ορίων πολλαπλασιασμό των εξεζητημένων κερδοσκοπικών στοιχημάτων άμεσης απόδοσης, με όλα τα συναφή παρελκόμενα (σύνθετα τραπεζικά παράγωγα, οίκοι αξιολόγησης, ασφάλιστρα κινδύνου, εξωχώριες εταιρείες, ξέπλυμα χρήματος και φοροδιαφυγή τεράστιας κλίμακας, κλπ). Στο ίδιο πλαίσιο, η γνώση, η πληροφορία και η χρήση τους, όχι μόνον κατατέμνονται, εργαλειοποιούνται και εμπορευματοποιούνται πλήρως, αλλά συγχρόνως μεταλλάσσονται σε σημαντική πηγή ισχύος, παρέχοντας νέα μέσα για τον έλεγχο της κοινωνικής κίνησης και τη βιοπολιτική διαχείριση των πληθυσμών. Εξωθεσμικά και πλήρως ανεξέλεγκτα κέντρα επιφορτίζονται με το να διαμορφώνουν τις βασικές συντεταγμένες της νέας αυτής σχέσης γνώσης, πληροφορίας και εξουσίας ώστε να μπορέσει να εφαρμοστεί αποτελεσματικά η εκάστοτε κατάλληλη πολιτική. Το λεγόμενο “δόγμα του σοκ” αντλεί τόσο την κεντρική του ιδέα όσο και τα μέσα και τις μεθόδους εφαρμογής του από το οπλοστάσιο που παρέχει αυτή η μετάλλαξη γνώσης και πληροφορίας.

Για να αντιμετωπίσουν την κρίση, το κεφάλαιο και οι πολιτικοί εκφραστές του επιστράτευσαν και επιστρατεύουν, όχι μόνον τα προγράμματα λιτότητας, την ακραία συμπίεση του κόστους της εργασιακής δύναμης και την εκτίναξη της ανεργίας σε πρωτοφανή επίπεδα, όχι μόνον την απορρύθμιση κάθε θεσμού προστασίας της εργασίας, την εμπορευματοποίηση κάθε δημόσιου αγαθού και την εκποίησή του σε τιμές ευκαιρίας, δηλαδή όλες τις σαρωτικές “μεταρρυθμίσεις” που βρίσκονται σε εξέλιξη, αλλά και την ευρείας κλίμακας καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων, παραγωγικών δυνατοτήτων, ακόμη και χωρών ολόκληρων. Η κρίση έχει ήδη αγγίξει την πολιτική σφαίρα, όχι μόνον ανατρέποντας κυβερνήσεις, διαλύοντας κατεστημένες πολιτικές δυνάμεις και αναδεικνύοντας νέες, αλλά και δρομολογώντας τεκτονικού χαρακτήρα αλλαγές στις παγκόσμιες ισορροπίες.

Εν μέσω κρίσης, το παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο με τις διάφορες μερίδες του εξακολουθεί να εξαντλεί τα περιθώρια κερδοφορίας από τις χώρες του λεγόμενου «τρίτου κόσμου», οδηγώντας τους λαούς στην εξαθλίωση και προξενώντας τα μεγάλα ρεύματα της οικονομικής μετανάστευσης. Συγχρόνως αυξάνει το βαθμό εκμετάλλευσης στις μητροπόλεις του καπιταλισμού, κατακερματίζει το εργατικό δυναμικό με εθνικά, ηλικιακά ή τοπικά κριτήρια ενώ επιχειρεί να εγκαταστήσει παντού Ειδικές Οικονομικές Ζώνες μισθών κυριολεκτικής πείνας, επισφαλούς εργασίας, δομικής ανεργίας και εκτεταμένης φτώχειας. Τοπικοί πόλεμοι εξακολουθούν να μαίνονται και να διευρύνονται ενώ νέοι εξαπολύονται, οι εστίες έντασης πολλαπλασιάζονται και στους οικονομικούς μετανάστες προστίθενται οι μετανάστες-πρόσφυγες, θύματα των πολέμων. Ο θρησκευτικός φανατισμός, ως λαϊκή αλλά και αντιδημοκρατική ιδεολογία, δεν υποχωρεί. Παράλληλα, νέοι πρωταγωνιστές και αναδυόμενες περιφερειακές δυνάμεις έχουν εμφανιστεί στη διεθνή σκηνή ενώ ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων οξύνεται σε όλα τα επίπεδα. Μολονότι καθολικά μέτωπα δεν είναι διαμορφωμένα, ένας γενικευμένος πόλεμος συνιστά ενδεχόμενο που δεν μπορεί πλέον να αποκλειστεί.

Η κρίση θίγει όλους τους πολιτικούς θεσμούς, όλους τους όρους και τους τρόπους εκπροσώπησης, την ίδια τη δημοκρατική οργάνωση των κοινωνιών.  Τα συνταγματικά και εν γένει θεσμικά θεμέλια περιφρονούνται επιδεικτικά, αν δεν καταστρέφονται, ενώ κάθε έκφανση της κοινωνικής και προσωπικής ζωής και η ίδια η ηθική σφαίρα υποτάσσονται στις κατεστημένες εξουσίες που συγκεντρώνονται διαρκώς περισσότερο σε ανεξέλεγκτα κέντρα, “εθνικά” και διεθνή. Ελευθερίες και δικαιώματα περιστέλλονται ανενδοίαστα όσο δεν καταπατούνται βάναυσα, υπό τη διαρκή διεύρυνση και εκλέπτυνση των συστημάτων ηλεκτρονικής και “κλασικής” παρακολούθησης. Επιπλέον, η αδιάκοπη προπαγάνδα που ασκεί η τηλεόραση τόσο με τα “ενημερωτικά” όσο και με τα “ψυχαγωγικά”  προγράμματά της, ο κατακερματισμός της γνώσης, η απαξίωση της παιδείας και των ανθρωπιστικών σπουδών, ο υπερτονισμός των “δεξιοτήτων” και η υπόσχεση μιας δήθεν “δια βίου μάθησης”, όπως συντελούνται συστηματικά υπό τα βαρύγδουπα ονόματα της “κοινωνίας της γνώσης” και της “κοινωνίας της πληροφορίας”, εμπορευματοποιούν όχι μόνον κάθε εκπαιδευτική λειτουργία, αλλά ακόμη την περιέργεια και τον θαυμασμό, δηλαδή θεμελιώδεις ανθρώπινες ιδιότητες, αφοπλίζουν την κριτική σκέψη και τείνουν να καταστήσουν όλους μας παθητικούς αποδέκτες όσων επιτάσσουν οι λογής “ειδικοί” και οι εξουσίες που τους ορίζουν.

Η κρίση όχι μόνον δεν φαίνεται να αναστέλλεται από τα σπασμωδικά και ατελέσφορα μέτρα που αναλαμβάνονται εδώ ή εκεί, αλλά βαθαίνει και διευρύνεται διαρκώς περισσότερο, με σκοτεινό μέλλον και χωρίς ορατή έκβαση, με εξαιρετικά επικίνδυνα ενδεχόμενα να ανοίγονται μπροστά μας. Βαθαίνει και διευρύνεται με τρόπους που απαγορεύουν κάθε είδους επιστροφή στην πρότερη κατάσταση μιας σχετικής διεθνούς ισορροπίας, όπου το κάθε κράτος φαινόταν να διατηρεί τη δυνατότητα να παρεμβαίνει ώστε κάπως να εξισορροπεί τις απαιτήσεις του κεφαλαίου με τα κοινωνικά αιτήματα και να αποκαθιστά ανεκτές μορφές συναίνεσης τουλάχιστον με τα μεσαία στρώματα. Βαθαίνει και διευρύνεται με τρόπους που, όχι μόνο διαγράφουν κάθε ελπίδα ότι θα ανακτήσουμε αυτούσια εκείνα που χάσαμε, αλλά τρόπους που, όσο δεν ανατρέπεται ριζικά η φορά κίνησης των πραγμάτων, καθιστούν τις προσδοκίες για το μέλλον διαρκώς πιο σκοτεινές.

Προσθήκη 1 – Μ. Φραγκιαδάκη

Μέσα σε αυτό το γενικό πλαίσιο και ενόσω η ανθρωπιστική καταστροφή εξαπλώνεται στην Ελλάδα, η αντιμετώπιση της Κύπρου άνοιξε μια νέα σελίδα στους τρόπους διαχείρισης της κρίσης. Στο πολύ γνωστό μας πλέον τρίπτυχο ακραία λιτότητα- -ιδιωτικοποιήσεις-υποβιβασμός της παραγωγικής βάσης προστίθεται η ενεργός παρέμβαση στην ελεύθερη διακίνηση των ροών του χρήματος μέσω της “ιδέας” ότι οι τράπεζες που κινδυνεύουν με κατάρρευση -που είναι πλέον πολλές- οφείλουν να διασώζονται με δικές τους δυνάμεις, δηλαδή τελικά μέσω των καταθέσεων. Αυτή η αντιμετώπιση, καταργώντας στην πράξη τη διευρωπαϊκή “αλληλεγγύη” του κεφαλαίου και την “ισότιμη” μεταχείριση των μερίδων του, χρωματίζει εθνικά τις τελευταίες καθώς τις συναρτά ευθέως με την αντίστοιχη κυβερνητική πολιτική: οι τράπεζες του ευρωπαϊκού πολιτικού Βορρά -και κατ’ εξοχήν οι γερμανικές- είναι ασφαλέστερες από τις τράπεζες του ευρωπαϊκού πολιτικού Νότου και άρα οι καταθέσεις οφείλουν να κατευθύνονται εκεί. Υπό αυτή τη συνθήκη, η αντιμετώπιση της Κύπρου δεν ανοίγει απλώς τον ασκό του οικονομικού Αιόλου, αλλά και εκείνους των ευρωπαϊκών εθνικισμών τους οποίους η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση ιδρύθηκε για να καταργήσει: φαίνεται όλο και πιο καθαρά ότι η στρατηγική της γερμανικής κυβέρνησης είναι να μετατρέψει την οικονομική ισχύ της Γερμανίας σε πολιτική ηγεμόνευση επί της Ευρώπης συνολικά, ηγεμόνευση της οποίας η ιδεολογική διάσταση -που ανάγει τα πάντα στην “ηθική” εκείνου που πωλεί πάντοτε τοις μετρητοίς- δεν είναι καθόλου αμελητέα.

Σε αυτές τις συνθήκες και όσο και αν οι κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών χωρών παραμένουν προσδεδεμένες στο άρμα της γερμανικής πολιτικής, οι φυγόκεντρες τάσεις πολλαπλασιάζονται: οι χώρες το ευρωπαϊκού πολιτικού Νότου αποκτούν κοινά συμφέροντα, το ρήγμα μεταξύ κυβερνήσεων και λαών διευρύνεται παντού στην Ευρώπη, μεγάλες διαδηλώσεις και πολύμορφες αντιστάσεις αναπτύσσονται στην Πορτογαλία, στην Ισπανία και αλλού, το πολιτικό σύστημα της Ιταλίας ρευστοποιείται,  τα αντιγερμανικά αισθήματα -που συχνά περιλαμβάνουν αδιακρίτως και αδίκως ολόκληρο τον γερμανικό λαό- διαχέονται πλατιά και βαθαίνουν, οι μνήμες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και της πρόσφατης ιστορίας ανακαλούνται στο προσκήνιο. Η νεοφιλελεύθερη διαχείριση της κρίσης προσκρούει πλέον σε πολιτικά όρια. Αλλά απέναντι και σε αυτά τα όρια, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εξακολουθούν να προωθούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου χωρίς να υπολογίζουν ούτε το αντίστοιχο ιστορικό κόστος. Έτσι, η κοινή  πολιτική των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων όχι μόνον καταπατά ανενδοίαστα τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και υποτάσσει την Ευρώπη ολόκληρη σε ολιγομελή διευθυντήρια που δεν απολογούνται πουθενά, όχι μόνον περιστέλλει τη δημοκρατία σε κάθε χώρα χωριστά, αλλά ταυτόχρονα διαγράφει από το οπτικό πεδίο των ευρωπαϊκών λαών τόσο τη μεγάλη υπόσχεση της σύγκλισης μισθών, συντάξεων και εισοδημάτων όσο και το αίτημα της μόνιμης ειρήνης που πρυτάνευσε της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Ο λόγος ύπαρξης μιας ενωμένης Ευρώπης αρχίζει να χάνεται από τον ορίζοντα ενώ το ευρώ αντιμετωπίζεται απλώς ως όχημα της γερμανικής πολιτικής, και μάλιστα για όσο καιρό το θελήσει η ίδια. Το μέλλον της Ευρωζώνης αλλά και της ίδιας της ενωμένης Ευρώπης καθίσταται διαρκώς περισσότερο επισφαλές.

Προσθήκη 2 – Μ.Φραγκιαδάκη

2. Η τρέχουσα διεθνής κατάσταση και οι τάσεις που διαφαίνονται

Ένα δόγμα που επιβεβαιώνεται διαρκώς στη μέση διάρκεια πρεσβεύει ότι μια χώρα μπορεί να διεκδικήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην παγκόσμια σκηνή μόνο εφόσον διατηρεί τον έλεγχο των θαλασσών. Παρά την εμφανή μείωση της διεθνούς επιρροής τους, οι ΗΠΑ παραμένουν η θαλασσοκράτειρα δύναμη ενόσω εξακολουθούν να κατέχουν τη θέση αιχμής στις τεχνολογίες του πολέμου. Η απομείωση της πολιτικής ηγεμονίας των ΗΠΑ οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, εκ των οποίων σημαντικότερος ίσως είναι η άνοδος της Κίνας. Έτσι, μεγάλο μέρος των διεθνών εντάσεων μεταφέρεται στην Άπω Ανατολή, όπου οι τριβές μεταξύ Ιαπωνίας και Κίνας αυξάνονται ενόσω η Ιαπωνία, παραδοσιακή σύμμαχος των ΗΠΑ, αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα. Στην ίδια περιοχή, η κρίση στην Κορεατική χερσόνησο προκαλεί τον φόβο του ανεξέλεγκτου αλλά και χρυσό πρόσχημα για την πιο συστηματική εμπλοκή των ΗΠΑ. Παράλληλα ένας ακήρυκτος νομισματικός πόλεμος βρίσκεται σε εξέλιξη, με τα κύρια νομίσματα (δολάριο, ευρώ, γιουάν, γεν) να επιχειρούν να κατακτήσουν ευνοϊκότερες θέσεις. H αποδιοργάνωση, αβεβαιότητα και ρευστότητα των διεθνών συναλλαγών, σε συνδυασμό με την αστάθεια του διεθνούς τραπεζικού συστήματος, επαναφέρει τον χρυσό σε ορισμένες χρηματικές λειτουργίες, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο τον ρόλο των εθνικών κρατών στη διαχείριση της οικονομικής συγκυρίας.

Η μείωση της επιρροής των ΗΠΑ συνοδεύεται, εκτός των άλλων, με την ανάδυση  ενός νέου πολυ-πολικού κόσμου. Οι λεγόμενες BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδίες, Κίνα, Νότια Αφρική) επιχειρούν να πυκνώσουν τις οικονομικές σχέσεις τους και να οργανώσουν τις νομισματικές, τροποποιώντας ταυτόχρονα τις ισορροπίες στους διεθνείς οργανισμούς. Το πώς έγινε αποδεκτό το πέρασμα από του G8 στου G20 είναι ενδεικτικό της νέας κατάστασης. Ειδικότερα η Ρωσία εμφανίζεται και πάλι δυναμικά στην παγκόσμια σκηνή ενώ διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο στο πολιτικό κάδρο της Ευρώπης. Με καταλύτη αυτήν τη διεκδίκηση, όλα τα εκκρεμή διεθνή ζητήματα στη δική μας περιοχή αποκτούν τον χαρακτήρα του επείγοντος και απαιτούν νέες συνολικές ρυθμίσεις. Τα επίδικα πολλαπλασιάζονται: οι δρόμοι του ρωσικού φυσικού αερίου, η εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο, οι τύχες του εμφυλίου στη Συρία και των διευκολύνσεων του ρωσικού στόλου, ο πραγματικός χαρακτήρας του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, το Παλαιστινιακό, το Κυπριακό, το Κουρδικό. Σε αυτό το πλαίσιο δημιουργούνται νέες εστίες έντασης που προστίθενται στις παλιές που αφορούσαν και εξακολουθούν να αφορούν το Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, τις Αραβικές χώρες, αλλά και την “Αραβική άνοιξη” εδώ ή εκεί, όπως προσπαθεί να αντεπεξέλθει στις πολιτικές, στρατιωτικές και θρησκευτικές προσπάθειες για την καταστολή της.

Σημαντικό είναι ότι την ίδια στιγμή πυκνώνουν τα βήματα οικονομικής και πολιτικής συνεργασίας στη Λατινική Αμερική καθώς αρκετές χώρες της αποδεσμεύονται ως ένα βαθμό από τους παγκόσμιους οργανισμούς κυριαρχίας, δίνοντας εναλλακτικά παραδείγματα συνέργειας. Τα παραδείγματα αυτά μπορούν να εμπνεύσουν τις χώρες του ευρωπαϊκού πολιτικού Νότου γιατί παρέχουν υποδείγματα κοινής στρατηγικής που δεν εγκλωβίζεται σε παρωχημένα σχήματα αυτοδύναμης ανάπτυξης και νομισματικούς ανταγωνισμούς αλλά, αντίθετα, καλλιεργούν μορφές συνεργασίας οι οποίες, στην περίπτωση της Ευρώπης, οφείλουν οπωσδήποτε να περιλάβουν τη σταθερή συμμαχία με τα πληττόμενα κοινωνικά στρώματα του ευρωπαϊκού πολιτικού Βορρά.

Με αυτά δεδομένα, η στρατηγική της Γερμανικής κυβέρνησης και των συμμάχων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού είναι υποχρεωμένη να κινηθεί σε ένα γεωπολιτικό πλαίσιο που γίνεται όλο και περισσότερο ασταθές. Αυτή η αστάθεια επιβαρύνει περισσότερο την κρίση καθιστώντας ακόμη πιο σπασμωδικά τα ημίμετρα που επιδιώκουν να την αμβλύνουν, πάντοτε από τη σκοπιά και προς όφελος του κεφαλαίου. Σε αυτό το ασταθές γεωπολιτικό πλαίσιο η χώρα μας οφείλει όχι μόνο να ενδυναμώσει τις σχέσεις της με τις χώρες του ευρωπαϊκού πολιτικού Νότου και όλους τους ευρωπαϊκούς λαούς, αλλά και να κινηθεί με νηφάλια αποφασιστικότητα και τολμηρή σύνεση σε ένα διεθνές περιβάλλον που αλλάζει ραγδαία. Γιατί η χώρα μας δεν είναι μόνο χώρα της Ευρώπης και του ευρωπαϊκού πολιτικού Νότου. Είναι ταυτόχρονα μέρος των Βαλκανίων και κρίκος που συνδέει την Ευρώπη με τη Μέση Ανατολή.

Η Ελλάδα συνδέεται με τους λαούς της Βαλκανικής με κοινή ιστορία αιώνων, αλλά και μέσω συγκρούσεων που υποδαύλιζαν οι μεγάλες δυνάμεις και τροφοδοτούσαν οι ανταγωνιστικοί εθνικισμοί, όπως συνδέονταν με διαφορετικές γλωσσικές και πολιτισμικές παραδόσεις και τη γεωγραφική διασπορά των αντίστοιχων πληθυσμών. Η διάλυση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, όπως προωθήθηκε με την καθοριστική παρέμβαση των μεγάλων δυνάμεων, δημιούργησε νέες συγκρούσεις και τοπικούς πολέμους ενώ ισχυρά κατάλοιπα αυτών των συγκρούσεων λειτουργούν ακόμη και σήμερα. Σε ό,τι αφορά τη χώρα μας, παραμένουν τριβές κυρίως με την ΠΓΔΜ. Οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε αυτές τις τριβές με βάση αρχές: η εδαφική ακεραιότητα κάθε χώρας είναι απαραβίαστη, οι υπάρχουσες μειονότητες είναι απολύτως σεβαστές, οι σχέσεις καλής γειτονίας οφείλουν να πρυτανεύουν, η δημοκρατία συνιστά απαράβατο πλαίσιο, οι διαφορές πρέπει να επιλύονται ειρηνικά με βάση το διεθνές δίκαιο και τις αποφάσεις του ΟΗΕ. Ταυτόχρονα, μόνιμο και ενεργό μέλημά μας οφείλει να είναι η ταξική και διεθνική αλληλεγγη, που αναγνωρίζει τον άλλον και τη διαφορετικότητά του και καταπολεμά συστηματικά τον εθνικισμό αντιτάσσοντας έναν καλώς εννοούμενο πατριωτισμό. Έχουμε επίγνωση ότι στις μέρες μας η καλλιέργεια αλυτρωτικών βλέψεων συνιστά πρόσχημα που επιδιώκει άλλα από αυτά που διατείνεται γι αυτό προέχει η άρση των όρων παραγωγής και αναπαραγωγής τους. Σε αυτή τη βάση και όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, θεωρούμε πως το πρόβλημα με την ΠΓΔΜ μπορεί να επιλυθεί με την επιλογή σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό  που θα ισχύει για όλες τις χρήσεις.

Ανάλογη ιστορία αιώνων συνδέει την Ελλάδα με τις χώρες της Μέσης Ανατολής. Η ιστορία αυτή είναι κυρίως ιστορία φιλίας που δεν ανακόπηκε με την άνοδο του Ισλάμ ενώ απέκτησε νέα ώθηση με την πρόσφατη “Αραβική Άνοιξη”. Αλλά από την άλλη μεριά, είμαστε μάρτυρες του ότι, την εποχή του πετρελαίου, η Μέση Ανατολή υπήρξε και παραμένει πεδίο συνεχών συγκρούσεων και έντονων ανταγωνισμών των μεγάλων δυνάμεων, πεδίο που απειλείται μόνιμα από γενικευμένη ανάφλεξη. Τουλάχιστον μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τις συγκρούσεις και τους ανταγωνισμούς αυτούς συμπυκνώνει το Παλαιστινιακό ζήτημα και η διαμάχη των αραβικών χωρών με το Ισραήλ. Οι προεκτάσεις εξακτινώνονται στο Ιράν, την Τουρκία, την Συρία, το Ιράκ, το ιστορικό Κουρδιστάν, τα Εμιράτα του Περσικού Κόλπου και τη Σαουδική Αραβία, για να καταλήξουν στο κυρίως ζητούμενο: την κάρπωση των ενεργειακών και υδάτινων πόρων της περιοχής.

Λόγω της γεωγραφικής της θέσης, η χώρα μας εμπλέκεται υποχρεωτικά σε όλα τα παραπάνω.  Ο ρόλος της οφείλει να είναι συνετά ενεργός στη βάση μιας αυστηρής πολιτικής αρχών που δεν θα την παρασύρει σε σύγκρουση με ό,τι θετικό κατέκτησε στη διάρκεια εκατονταετιών με όλους τους λαούς της περιοχής. Οφείλουμε να επιμείνουμε σταθερά στην ανακήρυξη ανεξάρτητου, πλήρως κυρίαρχου παλαιστινιακού κράτους, πλάι στο κράτος του Ισραήλ, στα διεθνώς αναγνωρισμένα σύνορα του 1967. Η συνεπής στήριξη του Παλαιστινιακού λαού δεν είναι ασύμβατη με την ύπαρξη σχέσεων Ελλάδας – Ισραήλ υπό την προϋπόθεση ότι η χώρα δεν θα εμπλακεί κατά κανένα τρόπο στους επιθετικούς σχεδιασμούς του τελευταίου που συνιστά, υπενθυμίζουμε, μείζονα πυρηνική δύναμη. Είμαστε ριζικά αντίθετοι σε κάθε επίθεση κατά του Ιράν με οποιοδήποτε πρόσχημα και δεν θα επιτρέψουμε τη χρήση του εδάφους της χώρας μας και του εναέριου χώρου της για επίθεση εναντίον του. Επιπλέον, οφείλουμε να παρακολουθούμε με προσοχή τις εξελίξεις στη Συρία υποστηρίζοντας ότι ο συριακός λαός πρέπει να δώσει μόνος του λύσεις στα προβλήματά του στην κατεύθυνση της εγκαθίδρυσης της δημοκρατίας και της κατοχύρωσης όλων των ελευθεριών, χωρίς να κατατμηθεί η χώρα του. Σε κάθε περίπτωση οφείλουμε να προτάσσουμε την αλληλεγγύη των λαών της περιοχής και το δικαίωμά τους να οργανώνουν τα του οίκου τους και να πρωτοστατήσουμε στον αγώνα για μια ειρηνική Μέση Ανατολή, για τη μετατροπή όλης της μεσογειακής λεκάνης σε θάλασσα ειρήνης, φιλίας και συνεργασίας των λαών της.

Η Τουρκία, αφού ξεπέρασε την οικονομική κρίση της και άρχισε να διευθετεί τις σχέσεις πολιτικής εξουσίας και στρατιωτικού κατεστημένου με πρόταγμα έναν ήπιο ισλαμισμό, διεκδικεί νέες σχέσεις με τον αραβικό κόσμο και ρόλο ηγετικής περιφερειακής δύναμης. Η εξωτερική πολιτική που ακολουθεί και η διπλωματία που ασκεί, ιδιαίτερα απέναντι στη χώρα μας, τείνει να πολλαπλασιάζει αιτήματα και διεκδικήσεις συντηρώντας μορφές έντασης που εναλλάσσονται με διακηρύξεις φιλίας. Αλλά ο ελληνικός και ο τουρκικός λαός δεν έχουν τίποτε να χωρίσουν. Σε αυτή τη βάση, οι σχέσεις καλής γειτονίας εμπεδώνονται με βάση την ειρήνη, την καλλιέργεια της φιλίας, τον αμοιβαίο σεβασμό των κυριαρχικών δικαιωμάτων και των πολιτισμικών παραδόσεων, το διεθνές δίκαιο και τις αποφάσεις του ΟΗΕ.

Η Κύπρος δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί σαν οποιαδήποτε άλλη χώρα της περιοχής μας. Ο αντι-αποικιοκρατικός αγώνας της, υπό το σύνθημα της “Ένωσης”, αποτέλεσε ύστερη έκφανση των αγώνων υπέρ της Ελληνικής εθνικής ολοκλήρωσης ενώ το μεταγενέστερο σύνθημα και ο αγώνας υπέρ της “Αυτοδιάθεσης” πυροδότησε μεγάλους αγώνες στην Ελλάδα. Οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου υπήρξαν συμβιβασμός που διατήρησε ισχυρά στοιχεία του προηγούμενου αποικιακού καθεστώτος (ακόμη υπάρχουν “εγγυήτριες δυνάμεις” και μεγάλες Βρετανικές στρατιωτικές βάσεις) ενώ, κατά το πάγιο δόγμα του “διαίρει και βασίλευε” της τέως Βρετανικής Αυτοκρατορίας, η ύπαρξη τουρκικής μειονότητας και η εύλογη αμφιθυμία της απέναντι στην προοπτική μιας αυτοδιάθεσης με αμιγώς ελληνικά χαρακτηριστικά χρησιμοποιήθηκαν ως καθοριστικό στοιχείο του συμβιβασμού που επιτεύχθηκε. Από κει και πέρα οι τριβές μεταξύ των δύο κοινοτήτων, όπως υποκινήθηκαν από την Βρετανική πολιτική και όπως καλλιεργήθηκαν από ακραίους εθνικιστικούς κύκλους, δημιούργησαν πρόσφορο έδαφος για το εγκληματικό χουντικό πραξικόπημα ενάντια στη νόμιμη κυβέρνηση του Μακαρίου. Με πρόσχημα το τελευταίο, η Τουρκία κατέλαβε στρατιωτικά το βόρειο τμήμα της Κύπρου, με την άμεση ή έμμεση ενθάρρυνση των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Αυτή η κατάληψη αποτέλεσε καταλύτη για την κατάρρευση της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα. Από την άλλη μεριά, η στρατιωτική κατοχή του βόρειου τμήματος της Κύπρου από τότε και η τουρκική πολιτική του συνεχιζόμενου παράνομου εποικισμού της συνιστούν μείζονα εμπόδια για την επίλυση του Κυπριακού.

Με αυτά τα δεδομένα, οι τύχες της Ελλάδας και της Κύπρου ήταν και παραμένουν άρρηκτα συνυφασμένες. Σήμερα μάλιστα, οι σχέσεις πυκνώνουν γιατί οι κυρίαρχες δυνάμεις στην Ευρωζώνη και την Ευρώπη έχουν μετατρέψει την Κύπρο στο δεύτερο, μετά την Ελλάδα, πειραματόζωο της πολιτικής τους, ωθώντας έτσι σε ακόμη μεγαλύτερη σύσφιξη των σχέσεων ανάμεσα στους δύο λαούς που υποφέρουν από την ίδια πολιτική, και όπου, βέβαια, οι Τουρκοκύπριοι αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του Κυπριακού λαού. Τα πράγματα περιπλέκονται με το ζήτημα των υδρογονανθράκων και τους διεθνές ανταγωνισμούς που συνεπάγονται, απαιτώντας λεπτούς και σύνθετους χειρισμούς στο επίπεδο των διεθνών και διπλωματικών σχέσεων τόσο της Ελλάδας όσο και της Κύπρου. Η ολόπλευρη στήριξη της κρατικής υπόστασης της Κύπρου, η υπεράσπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο σεβασμός και η υλοποίηση των αποφάσεων του ΟΗΕ για διζωνική και δικοινοτική ομοσπονδία, με μία ιθαγένεια, μία κυριαρχία και μία διεθνή προσωπικότητα, όπως έχουν γίνει αποδεκτές από όλες τις πολιτικές δυνάμεις εκεί, ο κριτικός σεβασμός των αποφάσεων της εκλεγμένης κυπριακής ηγεσίας, οι στενές σχέσεις με τις ευρύτερες δημοκρατικές δυνάμεις της Κύπρου και οι συντροφικές σχέσεις με το ΑΚΕΛ και την κυπριακή Αριστερά αποτελούν άξονες της πολιτικής μας.

3. Η κοινωνική και οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα

Ο νεοφιλελευθερισμός στην Ελλάδα έχει ήδη την ιστορία του. Η αποφασιστική στροφή προς εκείνον συντελέστηκε από την κυβέρνηση Μητσοτάκη και εντάθηκε με τις κυβερνήσεις Σημίτη. Σημαντικά χαρακτηριστικά της υπήρξαν η ιδιωτικοποίηση των “προβληματικών” επιχειρήσεων, η δρομολόγηση μιας στοιχειώδους τεχνολογικής αναδιάρθρωσης της βιομηχανικής παραγωγής μέσω αυτοματοποίησης και εισαγωγής της πληροφορικής, η ελεγχόμενη άνοδος της ανεργίας και η απαρχή εφαρμογής μέτρων ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων. Η πολιτική αυτή -στην οποία αντιστάθηκε το μαζικό κίνημα και η Αριστερά επιτυγχάνοντας κάποιες σημαντικές νίκες- βοήθησε την επέκταση της καπιταλιστικής επιχειρηματικής δραστηριότητας και οδήγησε σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης -ταξικά προσανατολισμένης, στρεβλής και μονόπλευρης- στους οποίους συνέτειναν τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης που αποσκοπούσαν κυρίως στην κατασκευή υποδομών, αναγκαίων για την ταχεία κυκλοφορία κεφαλαίων, εργατικού δυναμικού, προϊόντων και υπηρεσιών. Η περίοδος 2000–2008 δεν εμφάνισε μεν τους αυξητικούς ρυθμούς της προηγούμενης περιόδου, αλλά διατήρησε τα επιχειρηματικά μεγέθη σε υψηλά επίπεδα. Κάμψη της ανάπτυξης αρχίζει να εμφανίζεται περί το τέλος του 2008 ενόσω αρχίζει η  επέλαση της κρίσης με τα γνωστά άνισα αποτελέσματα στις διάφορες χώρες του αναπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου. Στη χώρα μας, ενώ κατά τα δύο πρώτα χρόνια της κρίσης ακολουθείται μια πορεία μείωσης της επιχειρηματικής κερδοφορίας μέχρι μηδενισμού, τα επόμενα τρία επισυμβαίνει μια χωρίς προηγούμενο κατακρήμνιση όλων των μακροοικονομικών δεικτών.

Λίγο πριν αρχίσει η κατακρήμνιση, το καμπανάκι του κινδύνου χτύπησε εκκωφαντικά για τις δυνάμεις της αστικής ταξικής κυριαρχίας. Έτσι οδηγηθήκαμε στα αλλεπάλληλα μνημόνια και τους συναφείς εφαρμοστικούς νόμους, δηλαδή στην εφαρμογή μιας πολιτικής “ολοκληρωτικού” καπιταλισμού που ουσιαστικά καταργεί κάθε έννοια κοινωνικού συμβολαίου και επιδιώκει να καταστήσει την εργασιακή δύναμη φθηνή, πειθήνια και απορυθμισμένη, προκειμένου να συγκρατηθούν οι ζημίες του επιχειρηματικού κεφαλαίου και να στηριχθούν οι όποιοι κερδοφόροι τομείς εξακολουθούσαν να υπάρχουν. Προκειμένου να επιτύχει την οικονομική του σωτηρία, ο ελληνικός καπιταλισμός και οι ευρωπαϊκοί σύμμαχοί του οδηγήθηκαν στο να καταβροχθίσουν εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας, να εκκαθαρίσουν εκατοντάδες μεγάλες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, να επιφέρουν κατακόρυφη μείωση μισθών και συντάξεων, να συνθλίψουν εργατικά δικαιώματα και ελευθερίες, να καταργήσουν όποιες μορφές κοινωνικού κράτους απομένουν, να προκαλέσουν την κατάρρευση των ταμείων κοινωνικής ασφάλισης.

Από τη μεταπολίτευση και για τριάντα περίπου χρόνια, το αστικό μπλοκ εξουσίας λειτουργούσε εν πολλοίς νομιμοποιημένα, καθώς οι μορφές καπιταλιστικής ανάπτυξης που ακολουθήθηκαν διασφάλιζαν συναίνεση με την πλειονότητα των μεσαίων στρωμάτων, αλλά και με σημαντικά τμήματα του κόσμου της μισθωτής εργασίας. Όμως η κρίση άλλαξε κατά τρόπο ριζικό το τοπίο. Για να καταλάβουμε το μέγεθος της καταστροφής, ίσως αρκεί ένας αριθμός: τα χρόνια των μνημονίων χάθηκαν 850.000 θέσεις εργασίας. Για να δημιουργηθούν αυτές οι θέσεις χρειάσθηκαν 17 χρόνια, με μέση ετήσια αύξηση του ΑΕΠ κατά 4%! Το τι πραγματικά σημαίνει αυτός ο αριθμός σε όλα τα επίπεδα το ζούμε όλοι και όλο και πιο έντονα: διαρκώς μεγαλύτερα τμήματα της μισθωτής εργασίας εντάσσονται σε καθεστώς μόνιμης ανεργίας, οι εργασιακές σχέσεις τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα διαλύονται, ευρύτατες μερίδες των μεσαίων στρωμάτων, παλιών και νέων, καταστρέφονται ενώ ακόμη και μικρομεσαίες μερίδες της αστικής τάξης αντιμετωπίζουν το φάσμα του οικονομικού αφανισμού. Τα πλήγματα είναι καίρια στο εισόδημα και στην αγοραστική δύναμη, στα δικαιώματα, στην ασφάλιση, στην υγεία, στην παιδεία, στο περιβάλλον, στις ελευθερίες, σε ολόκληρο τον τρόπο ζωής.

Στο εσωτερικό του κόσμου της μισθωτής εργασίας δρομολογήθηκαν ισχυρές ροπές τόσο κεντρομόλες -ροπές που ενοποιούν- όσο και φυγόκεντρες -ροπές που απομακρύνουν. Από τη μια μεριά, τα πλήγματα που δέχθηκε η μισθωτή εργασία θίγουν το σύνολό της, αφού οι εισοδηματικές περικοπές, οι φορολογικές επιβαρύνσεις, η αποψίλωση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων, η κατάρρευση υγείας και παιδείας αφορούν τους πάντες και αιτούνται ενιαία αντιμετώπιση. Από την άλλη μεριά όμως, η εκάστοτε εστίαση των επιθέσεων, οι διαφορετικοί όροι πρόσληψής τους, όπως συναρτώνται με τις κατεστημένες νοοτροπίες, τον κοινωνικό αυτοματισμό και τη συστηματική προπαγάνδα που τον καλλιεργεί καθημερινά, τείνουν να δημιουργήσουν νέους διαχωρισμούς, νέες μορφές ταξικού κατακερματισμού και εσωτερικές διαφοροποιήσεις που δημιουργούν την ψευδαίσθηση αντιτιθέμενων συμφερόντων. Η πρωτοφανής ανεργία και η απειλή της για όσους έχουν ακόμη δουλειά συντείνουν στην ίδια κατεύθυνση.

Η επίτευξη της ταξικής ενότητας του κόσμου της μισθωτής εργασίας αποτελεί πρώτιστο στόχο μας, τόσο αμυντικά, για την προάσπιση των κοινών συμφερόντων, όσο και επιθετικά, με στόχο μια εναλλακτική, λαϊκή και ριζοσπαστική, πολιτική διακυβέρνησης. Κεντρικό ζητούμενο είναι ακόμη η κοινωνική συμμαχία της εργατικής τάξης με τα παραδοσιακά και νέα μικρομεσαία στρώματα της πόλης και της υπαίθρου. Αλλά επειδή αυτή η διπλή ενότητα είναι σήμερα πιο κοντά από ποτέ, το κεφάλαιο και οι πολιτικοί εκφραστές του σε Ελλάδα και Ευρώπη κάνουν και θα κάνουν το παν για να την αποτρέψουν. Η επιτυχία του αγώνα εξαρτάται καθοριστικά από το πόσο και το πώς οι δυνάμεις της ενότητας θα υπερισχύουν έναντι των δυνάμεων του κατακερματισμού και της διαίρεσης, από το πόσο και το πώς θα επιτευχθεί η ενότητα και η συμπόρευση μισθωτών, ανέργων και μικρομεσαίων στρωμάτων, από το πόσο και το πώς τα συνδικάτα και όλοι οι αντίστοιχοι αντιπροσωπευτικοί φορείς θα αγκυρωθούν ταξικά, θα μαζικοποιηθούν και θα διαμορφώσουν μια επαρκή πολιτική διεκδικήσεων, από το πόσο και το πώς το εναλλακτικό σχέδιο της Αριστεράς θα πείσει τους πολλούς να συστρατευθούν για την πραγματοποίησή του.

4. Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα

Η βίαιη ταξική πόλωση της τελευταίας τριετίας  οδηγεί  ολόκληρο το πολιτικό σύστημα σε μεγάλες και βαθιές ανακατατάξεις. Η διάταξη των πολιτικών δυνάμεων, όπως είχε παγιωθεί μετά τη μεταπολίτευση, αποδιαρθρώθηκε και αποδιαρθρώνεται όλο και περισσότερο ενώ δεσπόζουσα θέση επιδιώκει να καταλάβει ένας τρικέφαλος σχηματισμός ο οποίος, αδυνατώντας να οικοδομήσει την αναγκαία για την επιβίωσή του πλατιά συναίνεση, στηρίζεται όλο και πιο καθαρά στην άνωθεν επιβολή και στον αυταρχισμό. Μια έρπουσα αντιδημοκρατική εκτροπή βρίσκεται σε εξέλιξη. Έτσι, οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου πολλαπλασιάζονται, ο κοινοβουλευτικός έλεγχος περιφρονείται, το κοινοβούλιο περιθωριοποιείται, το Σύνταγμα καταπατείται ανενδοίαστα. Την ίδια στιγμή, οι θεσμοί προστασίας του πολίτη διαλύονται, οι φασίζοντες μηχανισμοί εντός των Σωμάτων Ασφαλείας προστατεύονται και ενισχύονται ενώ αντίστοιχες “ιδέες” έχουν αρχίσει να εμφανίζονται σε τμήματα των ενόπλων δυνάμεων. Στο ιδεολογικό επίπεδο, οι δημοκρατικές κατακτήσεις της μεταπολίτευσης λοιδορούνται,  ο αντιφασιστικός αγώνας συκοφαντείται, οι διώξεις του φρονήματος πολλαπλασιάζονται, όλες οι αξίες που οργανώνουν την κοινωνική ζωή υποβάλλονται στις επιταγές του “μονόδρομου” των μνημονίων. Η εφαρμογή αυτού του “μονόδρομου” γίνεται ο υπέρ πάντων αγών.

Σε αυτό το πλαίσιο, η παραδοσιακή διάκριση των τριών πολιτικών οικογενειών  -δεξιά, κέντρο, αριστερά- έχει πάψει να αντιστοιχεί στις παγιωμένες για μεγάλο διάστημα εκπροσωπήσεις κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων και στις αντίστοιχα εμπεδωμένες νοοτροπίες. Στη θέση των παραδοσιακών εκπροσωπήσεων τείνουν να διαμορφωθούν δύο αντίπαλα πολιτικό-κοινωνικά μπλοκ.

Από τη μια μεριά, είναι το ενιαίο πλέον μπλοκ του τέως δικομματισμού με την προσθήκη της ΔΗΜΑΡ στην κυβέρνηση και την έμμεση πρόσδεση κάποιων στελεχών του Σημιτικού “εκσυγχρονισμού” που διαμορφώνουν τυπικά ανεξάρτητες κινήσεις ελπίζοντας να αποκομίσουν διαπραγματευτική δύναμη. Παρά τις κατά καιρούς εμφανιζόμενες διαφοροποιήσεις, επικοινωνιακού κατά βάσιν χαρακτήρα, αυτό το μπλοκ αλληλοσυμπληρούμενων δυνάμεων που περιλαμβάνει τόσο ακροδεξιές όσο και κεντροαριστερές συνιστώσες, τείνει να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά παράταξης, με τη δική της ιδεολογία, με τις δικές της εφημερίδες, με τις δικές της “ενημερωτικές” εκπομπές στην τηλεόραση, με τα δικά της στελέχη, όπως είναι διάσπαρτα στους κρατικούς και περί το κράτος οργανισμούς, με τους δικούς της οργανικούς διανοούμενους. Η πολύμορφη αυτή παράταξη που  τείνει να γίνει ενιαία συνυφαίνεται σχεδόν αξεδιάλυτα με το κράτος και τους μηχανισμούς ισχύος του, όπως αυτοί είχαν διαμορφωθεί μετά τη μεταπολίτευση, ενώ θεμελιώδης στόχος της φαίνεται πως είναι το να διατηρήσει αυτή τη συνύφανση με κάθε μέσο.

Το μπλοκ αυτό εκπροσωπεί ταξικά, με διάφανο πλέον τρόπο, το μεγάλο “ελληνικό” κεφάλαιο -τραπεζικό, εφοπλιστικό, εμπορικό- όπως είναι στενά συνδεδεμένο με το ευρωπαϊκό και διεθνές. Εκπροσωπεί επίσης το κρατικοδίαιτο κεφάλαιο των “μεγάλων έργων” και των “αποκλειστικών προμηθευτών” που ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος των ηλεκτρονικών και έντυπων ΜΜΕ καθώς και άλλους προπαγανδιστικούς μηχανισμούς. Η πολυσυζητημένη διαπλοκή εντοπίζεται ακριβώς εδώ. Στο ίδιο μπλοκ παρέχουν στήριγμα μικροαστικά κατά βάσιν στρώματα που παραμένουν εγκλωβισμένα σε έναν ιστορικά διαμορφωμένο συντηρητισμό και στην προπαγάνδα  του “μονόδρομου”. Ο πολιτικός ρόλος και η δράση της ναζιστικής Χρυσής Αυγής αποτελεί προπομπό ολοκληρωτικών κατευθύνσεων του καθεστώτος και μοχλό πίεσης προς ριζικά αντιδημοκρατικές ρυθμίσεις. Η δήθεν αντισυστημική ρητορεία και η τρομοκρατική πρακτική της παρα-εγκληματικής αυτής οργάνωσης επιδιώκει να παροχετεύσει την οργή των άνεργων και των απελπισμένων σε “εύκολους” αποδιοπομπαίους τράγους, κατά τρόπο πλήρως ανέξοδο για το σύστημα πολιτικής κυριαρχίας. Η Χρυσή Αυγή, με τις πλούσιες διασυνδέσεις στα Σώματα Ασφαλείας, συνιστά έτσι το μακρύ χέρι του συστήματος, δηλαδή το εκκολαπτόμενο νέο παρακράτος.

Από τα δεδομένα που συσσωρεύονται διαρκώς περισσότερο προκύπτει ότι το μπλοκ αυτό, μέσα από τις αναγκαίες κατά περίπτωση βραχύβιες προσαρμογές και παρά τις ποικίλες εσωτερικές διαφοροποιήσεις του θα εξαντλήσει όλα τα μέσα προκειμένου να διατηρήσει την ισχύ του και να αποφύγει την κατάρρευση.

Απέναντι σε αυτό το μπλοκ έχουν αρχίσει να συγκροτούνται οι δυνάμεις της μισθωτής εργασίας, οι άνεργοι, οι νέοι και οι νέες, οι αυτοπασχολούμενοι και οι μικρο-ιδιοκτήτες της πόλης και της υπαίθρου, τα παραδοσιακά και τα νέα μεσοστρώματα, που εξουθενώνονται από την κρίση. Απέναντι στο ίδιο μπλοκ στέκουν τα θεματικά κοινωνικά κινήματα που προσπαθούν να επαναπροσδιορίσουν την ένταξη και τα χαρακτηριστικά τους: το φοιτητικό, το φεμινιστικό, εκείνο της ριζοσπαστικής οικολογίας και αυτά που επιδιώκουν να προστατεύσουν και να εκφράσουν την ιδιαίτερη ταυτότητά τους. Στέκουν ακόμη τα πολύμορφα και ελπιδοφόρα νέα μορφώματα που αναπτύσσονται παντού με άξονα την κοινωνική αλληλεγγύη. Οι προσπάθειες αναγέννησης του συνδικαλιστικού κινήματος και δημιουργίας νέων μορφών συνδικαλιστικής δράσης  και κοινωνικής εκπροσώπησης, ο νέος ακτιβισμός, οι πολύμορφες πρωτοβουλίες που αφορούν κοινωνικούς πειραματισμούς, θεωρητικές αναζητήσεις ή πολιτιστικές δράσεις, όπως ξεπηδούν σε κάθε γειτονιά των πόλεων και σε κάθε γωνιά της χώρας, προσθέτουν τις δικές τους δυνάμεις και συμβάλλουν στον ίδιο αγώνα. Αυτές τις δυνάμεις επιδιώκει να εκπροσωπήσει πολιτικά και να εκφράσει όσο πληρέστερα και επαρκέστερα μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ. Παράλληλα επιδιώκει να ενώσει τη δράση του με τη δράση όλων των δυνάμεων της Αριστεράς που, παρά τις διαφορές τους, καταστατικά τοποθετούνται με βάση τις ίδιες πολιτικές συντεταγμένες.

Στις συνθήκες αυτής της πόλωσης, οι δυνάμεις που καταγράφονται ιστορικά, με τη μία ή την άλλη ονομασία, ως πολιτικό κέντρο συμπιέζονται ιδιαίτερα. Η συρρίκνωση αυτή τροφοδοτεί εξ αντικειμένου τα δύο μπλοκ αλλά με τρόπους ριζικά ασύμμετρους. Το αστικό μπλοκ τροφοδοτείται όσο καλλιεργεί ιδεολογικά και εμπεδώνει κατασταλτικά τον φόβο σε όλες τις εκδοχές του και ενόσω παρέχει αφειδώς υποσχέσεις. Και μπορεί μεν οι υποσχέσεις να διαψεύδονται με καταιγιστικούς ρυθμούς, αλλά η συστηματική βιοπολιτική διαχείριση του φόβου εδραιώνει την αίσθηση ότι κάθε αγώνας είναι μάταιος και ταυτόχρονα “οπλίζει” με την “υπομονή” που μαθαίνει να ανέχεται ακόμη και τέτοιες συστηματικές διαψεύσεις. Η κυβέρνηση και οι διανοούμενοί της το γνωρίζουν καλά και για αυτό ο φόβος και η διαχείρισή του συνιστά το κυριότερο όπλο τους. Από την άλλη μεριά, οι αριστερές δυνάμεις ούτε υπόσχονται ούτε φοβούνται. Απλώς διεκδικούν αξιοπρέπεια και ζητούν συστράτευση. Και ταυτόχρονα καλλιεργούν τη λελογισμένη ελπίδα και προβάλλουν τη μαχητικότητα γιατί γνωρίζουν ότι εκείνοι που αγωνίζονται έχουν πάντα τη δυνατότητα να οργανώσουν τα του οίκου τους χωρίς άνωθεν κηδεμόνες. Γιατί το συλλογικό φρόνημα που στηρίζεται στο απαραβίαστο της αξιοπρέπειας καθίσταται ακατανίκητη υλική δύναμη.

Δύναμη της ίδιας της Αριστεράς υπήρξε πάντα η καθαρότητα του λόγου της. Σήμερα μάλιστα που οι υποσχέσεις που παρέχουν οι κυβερνητικοί εταίροι, μαζί ή χωριστά, διαψεύδονται σχεδόν πριν διατυπωθούν, η πολυσυλλεκτική ρητορεία των διαφοροποιημένων εξαγγελιών, ανάλογα με το εκάστοτε ακροατήριο, έχει εξαντλήσει κάθε περιθώριο. Οι πολίτες της χώρας που τοποθετούνται στο ιστορικό κέντρο ή παραμένουν συντηρητικοί δεν έχουν ανάγκη έναν στρογγυλεμένο λόγο που θα κολακεύει τον συντηρητισμό τους, δηλαδή θα τους υποτιμά. Έχουν ανάγκη από παρρησία και σαφήνεια: ποια είναι σήμερα η Αριστερά, τι θέλει και πώς επιδιώκει να το πετύχει.Όσο ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ και οι δυνάμεις που στρατεύονται μαζί του διατυπώνει έναν λόγο που αποκαλύπτει και δεν κρύβει, που εξηγεί και δεν συσκοτίζει, που αποσαφηνίζει τι ζητάει τόσο από τον εαυτό του όσο και από τον καθένα και την καθεμιά στους οποίους απευθύνεται, τόσο θα στρατεύει στον αγώνα του τους έντιμους συντηρητικούς πολίτες της χώρας.

5. Η δράση του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ και τα διδάγματά της

Μετά τις διπλές εκλογές και ιδιαίτερα μετά τη Συνδιάσκεψη του τελευταίου Δεκέμβρη, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ προσπαθεί να συντονιστεί με την κοινωνική κίνηση και τα λαϊκά αιτήματα αναλαμβάνοντας τις απαιτούμενες κάθε φορά πρωτοβουλίες. Στόχος του είναι να συμβάλει με όλες του τις δυνάμεις στην ανάπτυξη ενός ρωμαλέου και πολύμορφου μαζικού κινήματος που μάχεται να αποτρέψει τη μεγάλη επίθεση στα εισοδήματα και τα δικαιώματα των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων και όλες τις δραματικές συνέπειες της εφαρμογής των μνημονίων στα ελληνικά νοικοκυριά. Η κεντρική αντίληψη που καθοδηγεί τη δράση του είναι ότι η πολιτική δεν ασκείται μόνο στην κεντρική πολιτική σκηνή, στο κοινοβούλιο και στο εσωτερικό των θεσμών, αλλά μέσα στην κοινωνία, από τους ίδιους τους πολίτες που συμμετέχουν ενεργά, με όρους ταξικούς και δημοκρατικούς, στη διαμόρφωση και στη διεκδίκηση των αιτημάτων τους.

Οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ ανέπτυξαν και αναπτύσσουν μια πλούσια δράση στο πεδίο του συνδικαλισμού ενώ παράλληλα προσπαθούν να συμβάλουν όσο καλύτερα μπορούν στο εξαιρετικά δύσκολο πρόβλημα του να οργανωθούν οι άνεργοι. Οι δυνάμεις αυτές απευθύνονται πρώτα απ’ όλα στη βάση των εργαζομένων με στόχο τον συντονισμό των αγώνων, τη συσπείρωση των ταξικών συνδικάτων, και την οικοδόμηση συμμαχιών στη δράση με συνδικαλιστικά στελέχη που απεμπλέκονται  από αντιλήψεις εξωραϊσμού ή ανοχής της πολιτικής των μνημονίων. Δόθηκε η μάχη να ξεπεραστούν τα σοβαρά εμπόδια  που έθεταν οι  συμβιβασμένες ηγεσίες των  κεντρικών συνδικάτων και να αλλάξουν οι σχετικοί συσχετισμοί δυνάμεων σε όλα τα επίπεδα. Τα αποτελέσματα δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητα.

Σημαντική συνιστώσα της δράσης του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ ήταν και είναι η στήριξη όλων των μορφών κοινωνικής αλληλεγγύης που απλώνονται διαρκώς και δυναμώνουν σε ολόκληρη τη χώρα. Κοινωνικά παντοπωλεία, συλλογικές κουζίνες, εμπόριο χωρίς μεσάζοντες, τράπεζες χρόνου, κοινωνικά ιατρεία, δωρεάν μαθήματα και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις απλώνονται παντού στη χώρα ενόσω φέρνουν κοντά τους ανθρώπους, αποκαθιστούν και ενισχύουν τους δεσμούς τους και καλλιεργούν τη συνείδηση ότι τα προβλήματα είναι κοινά και άρα κοινή και η ανάγκη αντιμετώπισής τους. Στόχος δεν είναι μόνο η δημιουργία της ασπίδας κοινωνικής προστασίας που θα επιτρέψει σε όσους και όσες πλήττονται από την κρίση περισσότερο να επιβιώσουν με όρους αξιοπρέπειας. Είναι, επιπλέον, το να διαμορφωθούν υποδείγματα κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας που θα περιορίζουν όλο και περισσότερο τα πεδία λειτουργίας της οικονομίας του κέρδους και θα ασκούν πίεση στους συναφείς θεσμούς -από την αγορά και την διακίνηση των προϊόντων μέχρι τα νοσοκομεία και τα σχολεία- ώστε αυτοί να αλλάξουν ριζικά προς όφελος των λαϊκών τάξεων. Το κίνημα κοινωνικής αλληλεγγύης βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη, με ιδιαίτερα ελπιδοφόρες προοπτικές.

Στο κοινοβουλευτικό πεδίο ο ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ ανέπτυξε και αναπτύσσει πλούσια δραστηριότητα. Αυτή αποκαλύπτει συστηματικά τον αντιλαϊκό χαρακτήρα της κυβερνητικής πολιτικής, το πλήθος των αντιδημοκρατικών μεθοδεύσεων της κυβέρνησης και την υπονόμευση από μέρους της των δημοκρατικών θεσμών και του ίδιου του Συντάγματος. Παράλληλα ο ίδιος αναλαμβάνει νομοθετικές πρωτοβουλίες και τη σύνταξη νομοσχεδίων που αποτυπώνουν τα επιμέρους στοιχεία της δικής του πρότασης διακυβέρνησης. Η κριτική και η καταγγελία συνδυάζονταν και συνδυάζονται πάντα με θετικές εναλλακτικές προτάσεις.

Την ίδια περίοδο έγιναν σημαντικές προσπάθειες για να αναπτυχθεί ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ σε όλα τα επίπεδα. Οι οργανώσεις του πολλαπλασιάστηκαν και οργάνωσαν τις εσωτερικές λειτουργίες τους, νέα μέλη προσήλθαν, ανοιχτές λαϊκές συνελεύσεις οργανώθηκαν, γενικές πολιτικές καμπάνιες αναλήφθηκαν, συγκεκριμένη δράση αναπτύχθηκε με άξονα τα λαϊκά αιτήματα -ανεργία, χαράτσια, χρέη, μισθοί, συντάξεις- οι πολιτικές συζητήσεις και οι συναφείς εκδηλώσεις πύκνωσαν, η συνολική δομή του φορέα άρχισε να αποκτά σαφή μορφή. Αλλά από την άλλη μεριά, αν θέλουμε να οικοδομήσουμε ένα μαζικό και ισχυρό κόμμα, με σταθερό προσανατολισμό και ικανότητα να κινητοποιεί αποτελεσματικά τόσο τις δικές του δυνάμεις όσο και ευρύτερα τις λαϊκές, μένουν ακόμη πολλά να γίνουν. Τα εμπόδια που οφείλουμε να ξεπεράσουμε είναι δύσκολα γιατί ξέρουμε ότι η απόγνωση σπρώχνει συχνά στην αδιαφορία και την παθητικότητα, στην ισοπεδωτική απόρριψη των πάντων ή ακόμη και στα πλοκάμια ρατσιστικών και φασιστικών ιδεολογιών. Η συγκρότηση ενός ελκυστικού υποδείγματος οργάνωσης και πάλης που θα προδιαγράφει την κοινωνία που θέλουμε να οικοδομήσουμε θα είναι μια μεγάλη συμβολή στην πλήρη επιστροφή της  συλλογικότητας και της πολιτικής  δράσης στο προσκήνιο.

Η συμμετοχή μας σε όλα τα παραπάνω μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τους όρους κίνησης της κοινωνίας μας και να οδηγηθούμε σε ορισμένα συμπεράσματα.

Έτσι, μολονότι η πολιτική της κυβέρνησης συναντά περίπου καθολική άρνηση, μολονότι η ίδια κλυδωνίζεται από εσωτερικές εντάσεις, η αντίθεση εναντίον της δεν έχει πάρει τη μορφή γνήσιου πολιτικού ρεύματος. Υπό τη σκιά του φόβου που προκαλεί σε αρκετούς το πλαστό δίλημμα “μνημόνιο ή χάος” και σε συνδυασμό με την ένταση της κρατικής καταστολής, η κυβέρνηση έχει κατορθώσει να επιτύχει την ουδετεροποίηση κάποιων στρωμάτων και την ανοχή κάποιων άλλων. Από την άλλη μεριά, οι εξελίξεις στην Κύπρο, ενώ κατέδειξαν πλατιά ικανοποίηση και περηφάνια για το αρχικό κυπριακό “Όχι”, δημιούργησαν εκ των υστέρων έντονα ερωτήματα για το πόσο μια χώρα μπορεί να αντισταθεί αποτελεσματικά στους εκβιασμούς του κεφαλαίου και των εκφραστών του και να ακολουθήσει μια συνεπή πορεία αντίστασης στις αντίστοιχες επιταγές. Η συνθήκη αυτή απαιτεί τον σαφέστερο σχεδιασμό της πολιτικής μας. Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ οφείλει να δείξει προς κάθε κατεύθυνση, όχι μόνο ότι πρέπει αλλά και ότι μπορεί να υπάρξει άλλος δρόμος, ότι ο ίδιος είναι αποφασισμένος να τηρήσει μέχρι τέλους τις δεσμεύσεις του για την κατάργηση των μνημονίων, ότι είναι ικανός να πείσει την πλειοψηφία του Ελληνικού λαού ότι αξίζει να αγωνιστεί γι αυτόν τον στόχο. Όρος επιτυχίας είναι να δοθεί ολόκληρη η απαιτούμενη έμφαση στην επεξεργασία και την ανάλυση του εναλλακτικού μας προγράμματος, όπως και των προϋποθέσεων υλοποίησής του.

Διαπιστώσαμε ολόκληρη την προηγούμενη περίοδο ότι το κίνημα δεν μπορεί να είναι σε διαρκή άνοδο. Το κίνημα αναπτύσσεται με εναλλαγή εξάρσεων και υφέσεων. Η εμπειρία από τους αγώνες που αναλήφθηκαν από την έναρξη των μνημονίων έδειξε ότι μεγάλες κινητοποιήσεις προκαλούσε είτε η ψήφιση των ίδιων μνημονίων ή άλλων αντεργατικών νόμων μεγάλης εμβέλειας είτε η προσδοκία ότι θα υπάρξουν άμεσες πολιτικές ανακατατάξεις. Οι κινητοποιήσεις  αποτύπωναν πάντα  την οργή για τα αντιλαϊκά μέτρα που ωθούν ολόκληρη την κοινωνία σε αδιέξοδο, αλλά και την προσμονή ότι η πάλη  μπορεί να έχει αποτέλεσμα. Όσο γινόταν περισσότερο συνειδητό ότι η κυβέρνηση δεν ήταν διατεθειμένη να υποχωρήσει σχεδόν σε κανένα επιμέρους μέτρο, οι προσδοκίες μεταφέρονταν στη αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών. Οι διπλές εκλογές του 2012 και τα αποτελέσματά τους πιστοποιούν το γεγονός με σαφήνεια. Η εμπειρία αυτή υποδεικνύει την επείγουσα ανάγκη συντονισμού και πολιτικοποίησης όλων των επιμέρους αγώνων με στόχο μια κυβέρνηση της Αριστεράς που θα συμβάλει στο να αλλάξει ριζικά όλος ο τρόπος διακυβέρνησης της χώρας. Οφείλουμε ωστόσο να  τονίζουμε με κάθε ευκαιρία ότι αυτή η προοπτική δεν ισοδυναμεί κατά κανέναν τρόπο με την ανάθεση της λύσης των προβλημάτων σε μια νέα κυβέρνηση. Η ζωογόνα ανατροπή δεν θα προέλθει από μια  απλή εναλλαγή κομμάτων στην κυβερνητική εξουσία, αλλά από ένα πλατύ και ρωμαλέο λαϊκό κίνημα που θα μετατρέψει την οργή σε έλλογη πολιτική πράξη, αλλά και πρακτική διαρκείας, επιβάλλοντας τις απαιτούμενες ριζικές αλλαγές.

Μεγάλα γεγονότα δημιουργήθηκαν όταν το αυθόρμητο κίνημα των πλατιών συναντήθηκε με τα συγκεκριμένα εργατικά και λαϊκά αιτήματα και τις κινητοποιήσεις των αντίστοιχων φορέων. Μολονότι κανένα κίνημα δεν εξελίσσεται γραμμικά ούτε τα γεγονότα επαναλαμβάνονται με ίδιες μορφές, είναι επιτακτικό να εμφανιστεί ξανά δυναμικά στο προσκήνιο η έλλογη λαϊκή οργή, διεκδικώντας πλέον θετικά την ανατροπή που θα αλλάξει την πορεία του τόπου. Το ρωμαλέο και πλατύ λαϊκό κίνημα που θα εκφράσει αυτήν την οργή και θα διεκδικήσει αυτό το αίτημα δεν μπορεί να δημιουργηθεί απλώς επειδή το επιθυμούμε εμείς. Αυτό θα συγκροτηθεί από τη σύγκλιση και τον συνδυασμό πρωτοβουλιών σε τοπικό, εργασιακό και κεντρικό επίπεδο και θα εκφραστεί με τους ανέκδοτους τρόπους που θα αντιστοιχούν στην ωριμότητά του. Προς την κατεύθυνση αυτής της συγκρότησης, σημαντικό βήμα είναι να σταθούν στα πόδια τους και να αλλάξουν ριζικά τα συνδικάτα ώστε να αποκτήσουν τον διεκδικητικό και διαπραγματευτικό τους ρόλο. Παράλληλες προσπάθειες πρέπει να αναληφθούν στους μαζικούς φορείς των αγροτών και των μικρομεσαίων ενώ νέες μορφές οργάνωσης και νέοι φορείς πρέπει να οικοδομηθούν εκεί που χρειάζονται. Γνώμονας των δικών μας προσπαθειών οφείλει να είναι η πεποίθηση ότι το κίνημα αναπτύσσεται μέσα από τη δική του εσωτερική δυναμική και όχι με τη δράση εξωγενών παραγόντων, ότι καθοριστικός παράγοντας είναι ο άριστος συνδυασμός της κοινωνικής και της πολιτικής πάλης και ότι η άσκηση μέγιστης πίεσης συναρτάται με τον προσανατολισμό και τη μαζικότητα των κινητοποιήσεων όπως και με το εύρος των δυνάμεων που συμμετέχουν.

Οι πρωτόγνωρες σε μαζικότητα, μαχητικότητα και ωριμότητα κινητοποιήσεις στη Χαλκιδική και τη Θράκη, το κίνημα που αναπτύσσεται ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του παραλιακού μετώπου στην Αττική, όπως και άλλες ανάλογες πρωτοβουλίες και κινητοποιήσεις δείχνουν έναν διαφορετικό αλλά συγκλίνοντα δρόμο αγώνα. Προς τέτοιες κατευθύνσεις πρέπει να κινηθούμε συστηματικά προκειμένου να αποτρέψουμε την ιδιωτικοποίηση του νερού και των άλλων δημόσιων αγαθών. Από την άλλη μεριά επείγει το να βρει έκφραση ένα κίνημα ανέργων όπως και το να ζωντανέψει το κίνημα ενάντια στην υπερχρέωση των νοικοκυριών και στην απειλή κατάσχεσης της πρώτης κατοικίας.

Τα ιδεολογικά μέτωπα πάλης δεν είναι λιγότερο σημαντικά. Γνωρίζοντας ότι ήδη αναπτύσσονται πολλές και πολύμορφες πρωτοβουλίες στα πεδία των ειδικών ενδιαφερόντων και θεματικών, όπως και στους χώρους της διανόησης, της τέχνης και του πολιτισμού, οφείλουμε να συμβάλουμε με όλες μας τις δυνάμεις ώστε όλοι αυτοί οι χώροι να αρχίσουν να συναντώνται και να αναγνωρίζονται αμοιβαία με στόχο μια πραγματική πολιτιστική αναγέννηση του τόπου. Θα ήταν εξαιρετικά θετικό αν όλες οι αντίστοιχες συλλογικότητες κατόρθωναν να συγκροτήσουν, μαζί με τα κοινωνικά κινήματα που αναπτύσσονται παράλληλα, ένα ανοιχτό και πλήρως δημοκρατικό φόρουμ, χωρίς απόπειρες χειραγώγησης ή ηγεμονισμού, φόρουμ όπου οι ιδέες θα μπορούσαν να διασταυρωθούν, οι προτάσεις να συζητηθούν και κοινές πρωτοβουλίες αγώνα να αναληφθούν. Η συμμετοχή στην πάλη είναι σίγουρα ο κύριος δρόμος που αλλάζει συνειδήσεις, αλλά οι συνειδήσεις αλλάζουν και με το άνοιγμα στις ιδέες του άλλου, με το διάβασμα και τη μελέτη, με την έκθεση στις τέχνες, με όλες τις μορφές καλλιέργειας της κριτικής σκέψης.

Χαρακτηριστικό της περιόδου που διανύουμε είναι ότι ο εξωραϊσμός  της κατάστασης που επιχειρεί η κυβέρνηση δεν πατά σε κανένα αντικειμενικό δεδομένο ενώ όλες οι αντίστοιχες υποσχέσεις είναι κενές πραγματικού περιεχομένου. Η πολιτική εφαρμογής των μνημονίων ισοπεδώνει την κοινωνία χωρίς να δημιουργεί καμιά προϋπόθεση ανάκαμψης και καμιά δυνατότητα αντιμετώπισης των μεγάλων προβλημάτων που η ίδια πολιτική δημιουργεί. Το μόνο που μπορεί  να κάνει η κυβέρνηση είναι να διασπείρει τον φόβο και να καταστέλλει, κερδίζοντας χρόνο και αναμένοντας κάποιον από μηχανής Θεό. Κατά συνέπεια, η ρευστότητα στην πολιτική σκηνή θα παραμένει και τα πράγματα θα κριθούν από την κινητοποίηση της κοινωνίας και την πολιτική ικανότητα του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ  να πείσει για την αναγκαιότητα και την ορθότητα της εναλλακτικής του πρότασης.

Τα παραπάνω συνεπάγονται ότι το πρόβλημα της χώρας είναι κατ’ εξοχήν πρόβλημα πολιτικό. Η καταστροφή δεν θα σταματήσει, τα πράγματα θα χειροτερεύουν, αν δεν ανατραπεί η κυβέρνηση των μνημονίων. Όλες οι προσπάθειες και όλες οι πρωτοβουλίες του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ  οφείλουν να συντείνουν σε αυτόν τον στόχο, όλα τα σφυριά να χτυπάνε στο ίδιο αμόνι. Αλλά αυτή η στόχευση δεν είναι ζήτημα απλώς κεντρικής εκφώνησης ή αποκλειστικά δράσης στην κεντρική πολιτική σκηνή. Αντίθετα, κεντρικό καθήκον του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, όλων των μελών και των στελεχών του, είναι να βρίσκονται σε κάθε κοινωνικό χώρο και μέσα σε κάθε επιμέρους πρόβλημα, να κατανοούν όλες τις διαστάσεις, τις επιπτώσεις του και της σύνδεσής του με τα υπόλοιπα, να βοηθούν στη διαμόρφωση των αντίστοιχων αιτημάτων και να συνδέουν συγκεκριμένα την αντίστοιχη διεκδίκηση με τον κεντρικό στόχο. Όχι γιατί απλώς το θέλουμε ή γιατί επειγόμαστε να κυβερνήσουμε, αλλά γιατί αλλιώς κανένα πρόβλημα δεν θα λυθεί και η κατάσταση θα γίνεται διαρκώς πιο αφόρητη. Έτσι, όλα ανεξαιρέτως τα ζητήματα, τα ζητήματα της ανεργίας και των απολύσεων, της υγείας και του φαρμάκου, της παιδείας και της μόρφωσης, της φορολογίας και του εισοδήματος, της υπερχρέωσης των νοικοκυριών και των απειλούμενων κατασχέσεων, των ιδιωτικοποιήσεων και του δημόσιου πλούτου, του πολιτισμού και των τεχνών, της εμπέδωσης και της διεύρυνσης της δημοκρατίας, της συνολικής παραγωγικής, οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής και πολιτισμικής ανασυγκρότησης της χώρας είναι δικά μας ζητήματα, ζητήματα της δικής μας ενιαίας πολιτικής παρέμβασης, του δικού μας εναλλακτικού προγράμματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ πρέπει να βρίσκεται παντού, να αναλύει, να εξηγεί, να εκλαϊκεύει, να συνδέει και να κινητοποιεί, δίνοντας την εικόνα μιας δύναμης που μάχεται με ανιδιοτέλεια για όλα τα ζητήματα που απασχολούν τους πολλούς, από το πιο μικρό ως το πιο μεγάλο, μιας δύναμης την οποία ο κόσμος της εργασίας μπορεί να εμπιστευθεί γιατί είναι ένα μαζί του.

6. Οι προγραμματικοί μας στόχοι

Το πρόγραμμα που συγκροτούμε και εμπλουτίζουμε διαρκώς συνιστά αποτέλεσμα μιας συνεχούς διαδικασίας που εμπλέκει όλους τους τομείς δράσης του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ και όλους εκείνους και εκείνες που μετέχουν σε αυτούς. Τμήματα του πολιτικού φορέα, κοινοβουλευτικές επιτροπές ελέγχου του κυβερνητικού έργου, κοινωνικοί φορείς, ειδικοί μελετητές και ερευνητές, όπως και κάθε ενδιαφερόμενος ή ενδιαφερόμενη, συμβάλλουν με τον μόχθο και τη γνώση τους στο να εντοπίσουν ζητήματα που μένουν ανοιχτά και πραγματικά προβλήματα για τα  οποία δεν διαθέτουμε έτοιμες απαντήσεις ενώ ήδη συντάσσουν τις αντίστοιχες εις βάθος μελέτες που τροφοδοτούν διαρκώς τα όργανα του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ με αναλυτικά επεξεργασμένες ιδέες και προτάσεις.

Οι επεξεργασίες αυτές έχουν καταλήξει σήμερα στη διαμόρφωση ενός συνόλου από στόχους αγώνα που συνδέονται οργανικά μεταξύ τους, χωρίς να έχουν τίποτε να κάνουν με ανέξοδες υποσχέσεις ή προεκλογικές πλειοδοσίες. Οι στόχοι αυτοί μπορούν να διατυπωθούν συνοπτικά, με τη μορφή τίτλων, ως καθήκοντα και προτάσεις, αλλά και ως στρατηγικές δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ και των δυνάμεων που στρατεύονται μαζί του στην κατεύθυνση μιας κυβέρνησης της Αριστεράς:

Έτσι, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ και οι δυνάμεις που στρατεύονται μαζί του δεσμευόμαστε:

1. Να υψώσουμε την ασπίδα κοινωνικής προστασίας που θα αποσοβήσει την ανθρωπιστική καταστροφή. Να μην υπάρχει πολίτης χωρίς το αναγκαίο για την επιβίωσή του ελάχιστο εισόδημα, χωρίς περίθαλψη και κοινωνι­κή προστασία, χωρίς πρόσβα­ση στα βασικά αγαθά. Να μην υπάρχει παιδί που πεινάει, να μην υπάρχει νοικοκυριό που χάνει το σπίτι του, να μην υπάρχει άνεργος χωρίς επίδομα ανεργίας. Η αποκατάσταση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας σε όλες της τις διαστάσεις βρίσκεται πάντα στο επίκεντρο των προτεραιοτήτων μας.

2. Να ακυρώσουμε τα μνημόνια και τους εφαρμοστικούς τους νόμους στη Βουλή όπου ψηφίστηκαν. Να εφαρμόσουμε ένα εθνικό σχέδιο οικονομικής και κοινωνικής ανόρθωσης και παραγωγικής ανασυγκρότησης, με ενίσχυση κατά προτεραιότητα επιλεγμένων βιομηχανικών κλάδων, του αγροτοδιατροφικού τομέα, των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας , τις σύγχρονες τεχνικές και κοινωνικές υποδομές και την προστασία του περιβάλλοντος,  σχέδιο που θα εντάσσει ταυτόχρονα στο πλαίσιό του την κοινωνικά δίκαιη δημοσιονομική εξισορρόπηση και την πολιτιστική αναγέννηση της χώρας. Η υλοποίηση του σχεδίου αυτού θα επουλώνει τα τραύματα που έχουν δεχθεί οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα και θα αποκαθιστά σταδιακά τους όρους  εργασίας και αξιοπρεπούς διαβίωσης με τους ανάλογους μισθούς και συντάξεις ενώ θα δημιουργεί συστηματικά προϋποθέσεις ένταξης νέων εργαζομένων. Πρώτο βήμα θα είναι η αποκατάσταση στα προ μνημονίου επίπεδα και η κατοχύρωση τους, του κατώτερου μισθού,  της κατώτερης σύνταξης , του επιδόματος ανεργίας και των οικογενειακών επιδομάτων.

3. Να επαναδιαπραγματευτούμε τις δανειακές συμβάσεις και να ακυρώσουμε τους επαχθείς όρους τους με βασικό δεδομένο ότι το ζήτημα του δημοσίου χρέους συνιστά πανευρωπαϊκό και όχι στενά ελληνικό πρόβλημα. Με πρόσθετο δεδομένο το ότι δεν πρόκειται να επιτρέψουμε ποτέ το να μετατραπεί η χώρα σε αποικία χρέους, στόχος της επαναδιαπραγμάτευσης οφείλει να είναι η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του ενώ εκείνο που απομένει οφείλει να αποπληρωθεί, μετά από μια περίοδο χάριτος, με δικαιότερους όρους και μέσω μιας ρήτρας που θα συνδέει τον ρυθμό αποπληρωμής με τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας. Ενδέχεται να διατυπωθούν κατά τη διαπραγμάτευση απειλές, ίσως και εκβιασμοί, περί διακοπής της χρηματοδότησης, περί εξόδου από το ευρώ, ίσως και άλλα. Αλλά, όπως ήθελε να συμπυκνώσει το σύνθημα που χρησιμοποιήσαμε «καμιά θυσία για το ευρώ», απόλυτη προτεραιότητα για μας είναι η αποτροπή της ανθρωπιστικής καταστροφής και η ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών, και όχι η υπαγωγή σε υποχρεώσεις που άλλοι ανέλαβαν υποθηκεύοντας τη χώρα. Κατά συνέπεια, δεσμευόμαστε ότι θα αντιμετωπίσουμε το ενδεχόμενο τέτοιων απειλών ή εκβιασμών με όλα ανεξαιρέτως τα όπλα που μπορούμε να επιστρατεύσουμε ενώ είμαστε ήδη έτοιμοι να αναμετρηθούμε ακόμη και με τη χειρότερη έκβαση. Είμαστε βέβαιοι ότι σε μια τέτοια απευκταία περίπτωση ο ελληνικός λαός θα μας στηρίξει ανεπιφύλακτα.

4. Να επιτύχουμε μια αποτελεσματική και κοινωνικά δίκαιη αντιμετώπιση των ελλειμμάτων προτάσσοντας την αναδιανομή και την περιβαλλοντικά ασφαλή ανάπτυξη. Προς αυτήν την κατεύθυνση, πρέπει να μη μειώνονται αλλά σταδιακά να αυξάνουν οι μισθοί και οι κοινωνικές δαπάνες ενώ τα κρατικά έσοδα να αυξάνουν παράλληλα. Ο στόχος μπορεί να επιτευχθεί μέσω της  φορολόγησης, επιτέλους, του πλούτου, των καθαρών κερδών, των υψηλών εισοδημάτων, της μεγάλης ακίνητης περιουσίας και της περιουσίας της εκκλησίας, της ακύρωσης των προνομίων της ολιγαρχίας και των πολυεθνικών επιχειρήσεων  και βεβαίως μέσα από την αύξηση της πρωτογενούς παραγωγής. Απαιτείται εν προκειμένω η σύνταξη ενός αναλυτικού περιουσιολογίου που θα περιλαμβάνει την κινητή και ακίνητη περιουσία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό κάθε φορολογούμενου, η συγκρότηση του εθνικού κτηματολογίου και ένα σταθερό, ταξικά μεροληπτικό υπέρ των εργαζομένων, αναδιανεμητικό και δίκαιο φορολογικό σύστημα, όπου κάθε πολίτης θα φορολογείται ανάλογα με το συνολικό πραγματικό του εισόδημα και τη φοροδοτική του ικανότητα. Η μελετημένη μείωση των στρατιωτικών δαπανών χωρίς μείωση της καθαρά αποτρεπτικής ικανότητας των ενόπλων δυνάμεων και η πάταξη της φοροκλοπής, της φοροδιαφυγής, της εισφοροδιαφυγής, της διαφθοράς και του πάσης φύσεως λαθρεμπορίου, όπως και τα αποτελέσματα που θα επιφέρει η επιδίωξη της επιστροφής των καταθέσεων με σαφείς και δίκαιους κανόνες, θα συνεισφέρουν σημαντικούς πρόσθετους πόρους.  Μέτρα κατά των μονοπωλιακών – ολιγοπωλιακών δομών, έλεγχος της ασυδοσίας των πολυεθνικών και της δράσης τους.

5. Να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για την παραγωγική και οικολογική ανασυγκρότηση της χώρας με βασικό γνώμονα την κάλυψη των αναγκών της κοινωνίας και κύρια κριτήρια, τη σταθερή εργασία και κοινωνική ασφάλεια για όλους, την ποιότητα ζωής και την κριτική ενσωμάτωση των νέων τεχνολογιών και των νέων επιστημονικών επιτευγμάτων υπό όρους δημοκρατικού και κοινωνικού ελέγχου. Το αντίστοιχο αναλυτικά επεξεργασμένο πρόγραμμα πρέπει να αφορά τη χώρα συνολικά, αλλά και να εξειδικεύεται ανά τομέα παραγωγικής δραστηριότητας και ανά περιφέρεια. Συνεταιριστικά και αυτοδιαχειριστικά σχήματα, εταιρείες λαϊκής βάσης, εγχειρήματα κοινωνικής οικονομίας, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και καινοτόμες επιχειρηματικές δραστηριότητες που συμβάλλουν στο δημόσιο όφελος θα βοηθηθούν, υπό σταθερούς και κοινωνικά δίκαιους κανόνες, ώστε να ορθοποδήσουν. Οι αναγκαίοι πόροι για την ανάπτυξη, αλλά και για την αποφασιστική αντιμετώπιση της καλπάζουσας ανεργίας, θα βρεθούν, όπως είπαμε, από ένα νέο ριζοσπαστικό όσο και δίκαιο φορολογικό σύστημα, από την αμείλικτη πάταξη της παραοικονομίας στο σύνολό της, και βεβαίως από την περιβαλλοντικά ασφαλή αξιοποίηση του φυσικού και ορυκτού πλούτου της χώρας και την αύξηση της πρωτογενούς παραγωγής. Άλλωστε, ένας λαός ενωμένος που αισθάνεται ότι οι κόποι που καταβάλλει δεν πάνε χαμένοι, που απολαμβάνει ένα νέο σύστημα πρωτογενούς διανομής εισοδήματος και που διαπιστώνει ότι οι φόροι που πληρώνει αξιοποιούνται πλήρως και με απόλυτη διαφάνεια για τη δική του προκοπή, μπορεί να μεγαλουργήσει: το υψηλό συλλογικό φρόνημα γίνεται το ίδιο πανίσχυρη παραγωγική δύναμη.

Προσθήκη 3 – Μ. Φραγκιαδάκη

Τροπολογία σχετικά με την Παραγωγική Ανασυγκρότηση

Γιάννης Τόλιος

6. Να θέσουμε το τραπεζικό σύστημα υπό την ιδιοκτησία και τον έλεγχο του δημοσίου, με ριζική τροποποίηση του τρόπου λειτουργίας του και των στόχων που σήμερα υπηρετεί, με αναβάθμιση του ρόλου των εργαζομένων. Να ιδρύσουμε δημόσιες τράπεζες ειδικού σκοπού με αντικείμενο την αγροτική πίστη, την μικρή και μεσαία επιχείρηση και τη λαϊκή στέγη.

7. Να ακυρώσουμε τις προβλεπόμενες ιδιωτικοποιήσεις και τη λεηλασία του δημόσιου πλούτου, να επαναφέρουμε υπό δημόσιο έλεγχο, αλλά ταυτόχρονα να ανασυγκροτήσουμε πλήρως, τις επιχειρήσεις στρατηγικής σημασίας που έχουν ιδιωτικοποιηθεί ή βρίσκονται σε διαδικασία ιδιωτικοποίησης ώστε να διαμορφώσουμε έναν ισχυρό, παραγωγικό, αποτελεσματικό και ανοιχτό σε συνεργασίες δημόσιο τομέα νέου τύπου, υπό καθεστώς πλήρους διαφάνειας και υπό τις κατάλληλες μορφές κοινωνικού ελέγχου, μακριά από τη λογική του κρατισμού, της κομματικοποίησης και των πελατειακών σχέσεων.

Προσθήκη 4 – Μ. Φραγκιαδάκη

8. Να προωθήσουμε μια νέα ριζοσπαστική πολιτική στο χώρο της αγροτικής και κτηνοτροφικής παραγωγής, με άμεσο στόχο τη διατροφική επάρκεια της χώρας και την πρόσβαση σε υγιεινά τρόφιμα, με σταθερές και δίκαιες τιμές. Επιβάλλεται η στροφή στην παραγωγή επώνυμων πιστοποιημένων προϊόντων, στην ενίσχυση της ολοκληρωμένης διαχείρισης και της βιολογικής γεωργίας, με παράλληλη διασφάλιση της απασχόλησης και ενός σταθερού και ικανοποιητικού εισοδήματος στην οικογενειακή αγροτική εκμετάλλευση και στους μικρομεσαίους αγρότες, ιδιαίτερα στους νέους. Η μορφή γεωργίας και κτηνοτροφίας που θα προωθούμε είναι πιο ήπια, σέβεται το περιβάλλον, προστατεύει τους φυσικούς πόρους και τη βιοποικιλότητα ενώ προϋπόθεση για την υλοποίηση των παραπάνω είναι ο κριτικός επαναπροσδιορισμός των περιορισμών που επιβάλλει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Αποσκοπούμε στην εκ βάθρων ανασυγκρότηση του συνεργατισμού και των συνεταιρισμών, των ομάδων παραγωγών, των επαγγελματικών οργανώσεων των αγροτών και άλλες συλλογικές μορφές αγροτικής δραστηριότητας, με την ενεργό συμμετοχή των άμεσα ενδιαφερομένων και την εξασφάλιση δημοκρατικών διαδικασιών.

9. Να αποκαταστήσουμε και να ενισχύσουμε το κοινωνικό κράτος και να συμβάλουμε στον εκδημοκρατισμό όλων των δράσεων και λειτουργιών του: προστασία της εργασίας, των ανέργων, της περίθαλψης, της πρόνοιας, της παιδείας και της κοινωνικής ασφάλισης. Το ασφαλιστικό σύστημα, που αντιμετωπίζει πλέον πρόβλημα ύπαρξης, απαιτεί μια τεράστια αναγεννητική προσπάθεια, με άξονες την ενίσχυση της εργασίας, τον έλεγχο της εισφοροδιαφυγής και τη διεύρυνση της ασφαλιστικής βάσης και αρχές την καθολικότητα, την αλληλεγγύη και τον δημόσιο κοινωνικό χαρακτήρα υπό την εγγύηση του κράτους, την τριμερή χρηματοδότηση. Να εγγυηθούμε πλήρως τη λειτουργία των δημόσιων νοσοκομείων και των δομών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και από κει και πέρα να διατηρήσουμε και να αναπτύξουμε ένα δημόσιο σύστημα υγείας και δομών πρόνοιας υψηλής ποιότητας, προσιτό σε όλους στο κέντρο και στην περιφέρεια. Να εγγυηθούμε πλήρως τη λειτουργία των δημόσιων σχολείων και πανεπιστημίων και από κει και πέρα να κατοχυρώσουμε και να αναπτύξουμε τη δημόσια δωρεάν παιδεία σε όλες τις βαθμίδες, από τον παιδικό σταθμό μέχρι τις μεταπτυχιακές σπουδές.

10. Να λάβουμε άμεσα μέτρα κατά της ακρίβειας, με έλεγχο των τιμών στις πηγές διαμόρφωσης του κόστους προϊόντων και υπηρεσιών, με παράλληλα μέτρα κατά των μονοπωλιακών και ολιγοπωλιακών καταστάσεων στην αγορά και με καθιέρωση ενός γνήσιου τιμάριθμου που θα αποτυπώνει τις πραγματικές αυξήσεις στα είδη πλατιάς λαϊκής κατανάλωσης. Να εφαρμόσουμε ιδιαίτερα αυστηρό κοστολογικό έλεγχο στα πετρελαιοειδή. Να μειώσουμε τη διαφορά μεταξύ των τιμών που εισπράττει ο παραγωγός και εκείνων που καταβάλλει ο καταναλωτής. Να ενισχύσουμε το παραγωγικό ιστό της χώρας ενάντια στον μεταπρατισμό.

11. Να καταργήσουμε όλες τις ρυθμίσεις και κρατικές δομές έκτακτης ανάγκης που έχουν οικοδομηθεί στο όνομα των “υποχρεώσεων” της χώρας, με προτεραιότητα πάντοτε την πολιτική έναντι της οικονομίας και τη νομιμότητα έναντι της σκοπιμότητας. Να καταργήσουμε τα αυταρχικά και κατασταλτικά νομοθετήματα και να αναδιοργανώσουμε εις βάθος το πολιτικό σύστημα, εξαλείφοντας πλήρως κάθε εστία διαφθοράς και διαπλοκής, τηρώντας με συνέπεια τη διάκριση των εξουσιών και τον διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους και αποκαθιστώντας την εύρυθμη και διαφανή λειτουργία όλων των συναφών θεσμών. Να αναβαθμίσουμε τη δημοκρατική δομή και λειτουργία των αντιπροσωπευτικών θεσμών σε επίπεδο τόσο του κράτους όσο και της τοπικής αυτοδιοίκησης, θεσπίζοντας την απλή αναλογική και εισάγοντας μορφές άμεσης δημοκρατίας, (ανακλητότητα αιρετών, νομοθετικές πρωτοβουλίες από τα κάτω, διαδικασίες αρνησικυρίας, δημοψηφίσματα κλπ) και θεσμούς εργατικού και κοινωνικού ελέγχου σε όλες τις βαθμίδες. Οι σχέσεις που συναρτούν κοινωνικό κίνημα, προγραμματικούς στόχους, επιμέρους θεσμούς και κυβέρνηση βρίσκονται υπό μόνιμη ένταση που οφείλει να αντιμετωπίζεται μέσω της συστηματικής άσκησης της ουσιαστικής δημοκρατίας και από τη σκοπιά των στρατηγικών επιδιώξεων. Η αναθεώρηση του Συντάγματος προς δημοκρατική κατεύθυνση, με βάση την αρχή της επικουρικότητας  και η συναφής πολιτειακή αναθεμελίωση αποτελούν στόχους μας.

12. Να επαναφέρουμε και να αναβαθμίσουμε ολόκληρο το θεσμικό πλαίσιο που ρύθμιζε τις εργασιακές σχέσεις και το πλαίσιο συλλογικής διαπραγμάτευσης και που κατέστρεψαν ανενδοίαστα οι κυβερνήσεις των μνημονίων. Οι  ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις, η προστασία από τις απολύσεις, η αναβάθμιση των ελεγκτικών μηχανισμών, η κατάργηση της μαύρης, επισφαλούς και ενοικιαζόμενης εργασίας, η ενίσχυση του ρόλου  των συνδικάτων και η ελεύθερη και ακώλυτη άσκηση της συνδικαλιστικής δραστηριότητας αποτελούν πυλώνες της ίδιας της παραγωγικής διαδικασίας. Η προώθηση της δημοκρατίας στους τόπους εργασίας, η καθιέρωση θεσμών εργατικού και κοινωνικού ελέγχου ανεξάρτητων από το συνδικαλιστικό κίνημα, αλλά που θα περιλαμβάνουν εκπροσώπους των εργαζομένων που θα εκλέγονται και θα ανακαλούνται από εκείνους, αποτελούν αδιαπραγμάτευτους στόχους μας.

13. Να αλλάξουμε ριζικά τον τρόπο λειτουργίας του κράτους και της τοπικής αυτοδιοίκησης καθιερώνοντας τη δημοκρατία, την αποκέντρωση, τη διαφάνεια και την αξιοκρατία, ανεξαρτήτως ιδεολογικών και πολιτικών φρονημάτων, και πατάσσοντας αμείλικτα τη διαπλοκή, τη διαφθορά τον κομματισμό και το ρουσφέτι που ενδημούν σε κορυφές του κράτους, σε τμήματα της αυτοδιοίκησης και σε ποικίλες εστίες δημόσιων υπηρεσιών, εισάγοντας παράλληλα την έννοια και την πρακτική του δημοκρατικού προγραμματισμού και του κοινωνικού ελέγχου σε όλες της βαθμίδες της κεντρικής διοίκησης και της αυτοδιοίκησης. Επανεξέταση της διοικητικής δομής σε περιφερειακό και δημοτικό επίπεδο και εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων για την άσκηση του κοινωνικού και αναπτυξιακού τους ρόλου.  Υπό τις παρούσες συνθήκες, οι δημόσιοι λειτουργοί και οι δημόσιοι ή δημοτικοί υπάλληλοι στην πλειοψηφία τους ασφυκτιούν ενώ ταυτόχρονα απειλούνται πλέον με απόλυση. Η καθιέρωση ενός τέτοιου νέου πλαισίου με κατοχύρωση της μονιμότητας και με σταθερές εργασιακές σχέσεις θα αναζωογονήσει το λανθάνον δυναμικό, θα δράσει καταλυτικά για την ανάπτυξη πρωτοβουλιών, θα γεννήσει καινοτομίες και θα καταστήσει τη δημόσια διοίκηση και αυτοδιοίκηση πραγματικό μοχλό για τη δημοκρατική ανασυγκρότηση της χώρας. Η δημόσια διαχείριση θα αποδείξει έτσι την υπεροχή της έναντι της ιδιωτικής ακόμη και σε επίπεδο αποτελεσματικότητας.

14. Να στηρίξουμε με όλα τα πρόσφορα μέσα την παιδεία, τη λαϊκή μόρφωση, την επιστημονική έρευνα, τη λαϊκή δημιουργία, όλες τις μορφές τέχνης και τον πολιτισμό. Η στήριξη του ερασιτεχνικού και μαζικού αθλητισμού και η καταπολέμηση της αντίστοιχης εμπορευματοποίησης εντάσσεται στο ίδιο πλαίσιο. Η επιστημονική έρευνα, οι τέχνες και ο πολιτισμός γενικά αποτελούν αφ’ εαυτών παραγωγικές δυνάμεις, ιδιαίτερα σε μια χώρα με τη δική μας ιστορία, ενώ ταυτόχρονα καλλιεργούν την ελεύθερη και κριτική σκέψη, συμβάλλουν στην αυτογνωσία και αναδεικνύουν τις καινοτόμες ιδέες που έχει ανάγκη μια κοινωνία για να προχωρήσει. Αποκλείουμε την εκχώρηση της στρατηγικής για τον πολιτισμό στα ιδιωτικά ιδρύματα του πολιτισμού, διότι, μεταξύ άλλων, αυτό σημαίνει παράδοση και χειραγώγηση του πολιτισμού από τις αγορές. Απαιτείται η συνολική αναδιάρθρωση όλων των θεσμών που έχουν σχέση με εκείνον, αρχίζοντας από το ίδιο το Υπουργείο Πολιτισμού, η ολόπλευρη ανάδειξη και προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, των μουσείων και των αρχαιολογικών μας χώρων, η στήριξη της επαγγελματικής καλλιτεχνικής δημιουργίας, των θεσμών του πολιτισμού και της καλλιτεχνικής παιδείας. Η ενθάρρυνση και η προβολή με όλα τα κατάλληλα μέσα της ερασιτεχνικής καλλιτεχνικής δημιουργίας σε όλες ανεξαιρέτως τις μορφές τέχνης, ο πολύπλευρος σεβασμός στο βιβλίο, η στήριξη και διεύρυνση των βιβλιοθηκών, ο σεβασμός όλων των μορφών τέχνης|: θέατρο, κινηματογράφος, μουσική, χορός, εικαστικές τέχνες, αποτελούν βασική μας προτεραιότητα. Όπως επίσης η ενίσχυση των πολιτιστικών ανταλλαγών με όλες τις χώρες, η διαρκής ζωντανή ενημέρωση για όσα διαδραματίζονται στο διεθνές πολιτιστικό γίγνεσθαι, στους χώρους των τεχνών και της διανόησης. Ο πολιτισμός με την ευρύτερη έννοια αποτελεί για την Αριστερά τρόπο που βιώνουμε την καθημερινότητα και οφείλει να αποτελεί μείζον πεδίο μέριμνας και κύρια συνιστώσα του αγώνα μας. Η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας είναι σύμφυτη με την πολιτιστική της αναγέννηση.

15. Να αγωνιστούμε για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φυλετικής ή εθνικής καταγωγής, θρησκείας, χρώματος, αναπηρίας, ηλικίας, σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου που ενδημούν σε πολλούς τομείς του κοινωνικού βίου -στην απασχόληση, στην εκπαίδευση, στη στέγαση, στην υγεία, στην πρόνοια, στην άσκηση πολιτικής- και να εγγυηθούμε την αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου που νομιμοποιεί, άμεσα ή έμμεσα, τέτοιες διακρίσεις. Τα αντίστοιχα δικαιώματα  θα προωθηθούν, θα θεσμοθετηθούν και θα προστατευτούν με κάθε τρόπο, με πλήρη σεβασμό των σχετικών διεθνών συμβάσεων που έχει ήδη υπογράψει η Ελλάδα. Απαιτείται να ενταθεί ο αγώνας ενάντια στον ιδιάζοντα κοινωνικό αποκλεισμό των Ρομά που αποτελούν ίσως την πιο αδικημένη και περιθωριοποιημένη κοινωνική ομάδα στην Ελλάδα, θύμα καθημερινών ρατσιστικών διακρίσεων. Η αναγνώριση και η νομική κατοχύρωση των συναφών κοινωνικών, πολιτικών και ανθρώπινων δικαιωμάτων αποτελεί ζήτημα κομβικό για τη δημοκρατική οργάνωση της κοινωνίας μας, καταπολεμά την ομοφοβία, τα ανδροκρατικά στερεότυπα, τις πατριαρχικές σχέσεις και τον κοινωνικό συντηρητισμό ενώ συγκροτεί μέτωπο πάλης ενάντια στις ναζιστικές ιδέες και συμπεριφορές. Στην ίδια κατεύθυνση, ο διαχωρισμός Εκκλησίας και Κράτους μπορεί να διασφαλίσει αμεροληψία έναντι όλων των θρησκειών και την ισότιμη άσκηση της θρησκευτικής ελευθερίας ως θεμελιώδους ανθρώπινου δικαιώματος.

16. Να αντιμετωπίσουμε το μεταναστευτικό ζήτημα υπό τον σύνθετο χαρακτήρα του, ως ανθρωπιστικό, ταξικό και διεθνές ζήτημα. Τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα είναι αποτέλεσμα της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης που ξεριζώνει τους ανθρώπους από τις εστίες τους είτε γιατί τους καθιστά θύματα πολέμων είτε γιατί τους στερεί τα στοιχειώδη μέσα επιβίωσης. Οι οικονομικοί και πολιτικοί μετανάστες ή πρόσφυγες είναι οι σύγχρονοι κολασμένοι της γης. Η κατάσταση που επικρατεί στη Μανωλάδα, και όχι μόνον εκεί, το πιστοποιεί ανάγλυφα. Αλλά ο λαός μας γνωρίζει το φαινόμενο καλά γιατί το έζησε εις βάθος για πολλές δεκαετίες και ιδιαίτερα στις δεκαετίες που ακολούθησαν τον εμφύλιο ενώ το ξαναγνωρίζει σήμερα μέσω του κύματος μετανάστευσης που προκαλούν τα μνημόνια. Ταυτόχρονα όμως, λόγω της γεωγραφικής της θέσης και λόγω της υποταγμένης ατολμίας με την οποία οι κυβερνήσεις του δικομματισμού υπέγραψαν και διατήρησαν τη συμφωνία «Δουβλίνο ΙΙ», η χώρα μας βρίσκεται στο επίκεντρο νέων μεγάλων μεταναστευτικών και προσφυγικών ρευμάτων πληρώνοντας άνισα μεγάλο κόστος. Αυτά σημαίνουν ότι το ζήτημα είναι κατ’ εξοχήν διεθνικό και οφείλει να αντιμετωπιστεί ως τέτοιο. Απαιτείται η άμεση αλλαγή της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής με κύρια κριτήρια την ευρωπαϊκή συν-ευθύνη, τη φέρουσα ικανότητα κάθε χώρας, την αποτροπή φαινομένων υπο-αμειβόμενης μεταναστευτικής εργασίας. Απαιτείται η κατάργηση της συμφωνίας «Δουβλίνο ΙΙ» και του Συμφώνου Μετανάστευσης για να απεγκλωβιστούν από τη χώρα μας οι πρόσφυγες ή μετανάστες που δεν επιθυμούν να παραμείνουν εδώ. Απαιτείται, παραπέρα, ο εξανθρωπισμός του θεσμικού πλαισίου νομιμοποίησης, παροχή ασύλου και παραχώρησης ταξιδιωτικών εγγράφων στους μετανάστες και στους πρόσφυγες, Απαιτείται η επανάκτηση των αδειών παραμονής και εργασίας από τους μετανάστες και τους πρόσφυγες που τις στερήθηκαν λόγω των διαδικασιών απονομιμοποίησης που ακολουθήθηκαν τα τελευταία χρόνια. Απαιτείται μια νέα διαδικασία νομιμοποίησης για τους μετανάστες “χωρίς χαρτιά”, καθώς και μια νέα διαδικασία πολιτογράφησης για όσους ζουν και εργάζονται επί χρόνια στην Ελλάδα.  Απαιτείται η ισότιμη και δίκαιη αντιμετώπιση των μεταναστών που εργάζονται. Απαιτείται η δημιουργία ανοικτών κέντρων διαβίωσης με αξιοπρεπείς όρους, με κατάργηση των σημερινών απάνθρωπων κέντρων κράτησης αλλοδαπών, όπως και το να δοθεί αμέσως ιθαγένεια σε όσα παιδιά γεννιούνται στην Ελλάδα.

17. Να περιορίσουμε την εγκληματικότητα που αναπτύσσεται στο πρόσφορο έδαφος της μαζικής φτώχειας και εξαθλίωσης, και κυρίως να εξαλείψουμε την πιο αποκρουστική και επικίνδυνη για την κοινωνία μορφή του μεγάλου οργανωμένου εγκλήματος, που δεν επιβιώνει και δεν αναπαράγεται χωρίς την ανοχή ή τη συνενοχή τμημάτων του κρατικού μηχανισμού. Στόχος είναι η εξάρθρωση των κυκλωμάτων εγκληματικότητας που εμπλέκουν πολλούς, οι κορυφές των οποίων κατά κανόνα δεν καταλαμβάνονται από μετανάστες αλλά από το εγχώριο οργανωμένο έγκλημα, κάποιες φορές με “‘υψηλές” διασυνδέσεις. Το εμπόριο ναρκωτικών και όπλων, τα κυκλώματα προστασίας, το τράφικινγκ, η εργασία υπό συνθήκες δουλείας, η υπερεκμετάλλευση της στέγης, αποτελούν αντικείμενο κρατικών υπηρεσιών και των δυνάμεων ασφαλείας, οι οποίες, δημοκρατικά εκπαιδευμένες και αφοσιωμένες αποκλειστικά στο έργο της αρμοδιότητάς τους, μπορούν να παίξουν και εδώ τον ρόλο που θα δίνει επιτέλους σωστό περιεχόμενο στο όνομά τους, ρόλο που θα διασφαλίζει παράλληλα τον ομαλό ρυθμό ζωής όλων, ιδιαίτερα στις υποβαθμισμένες σήμερα γειτονιές των μεγάλων πόλεων.

18. Να προβάλουμε την ανάγκη και να διεκδικήσουμε με όλα τα πρόσφορα μέσα το αίτημα για ανατροπή της σημερινής μορφής ολοκλήρωσης της Ευρώπης, της σημερινής  αρχιτεκτονικής του ευρώ και της νεοφιλελεύθερης λογικής που διέπει το κοινό νόμισμα ώστε να επαναθεμελιωθεί συνολικά το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι στην κατεύθυνση της δημοκρατικής συγκρότησης και λειτουργίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και του σοσιαλισμού. Μέσα από το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, τη δράση μας στο ευρωκοινοβούλιο και όλα τα ευρωπαϊκά και διεθνή φόρα συνεργαζόμαστε με άλλες αριστερές δυνάμεις και αναπτύσσουμε θερμές συντροφικές σχέσεις με τις πολιτικές δυνάμεις και τα κοινωνικά κινήματα στις διάφορες χώρες της Ευρώπης, και όχι μόνον της Ευρώπης, που αντιμετωπίζουν τα πράγματα με ανάλογους τρόπους. Ήδη , κάνουμε βήματα για τον έμπρακτο συντονισμό των αντίστοιχων αγώνων. Οι σχέσεις αυτές πρέπει να ενισχυθούν, νέες πρωτοβουλίες πρέπει να αναληφθούν και τα βήματα πρέπει να συντονιστούν με περισσότερο αποτελεσματικούς τρόπους.

19. Να νοηματοδοτήσουμε ξανά, έμπρακτα και θεωρητικά, τις έννοιες “εθνικό” και “πατριωτικό”, συνδέοντάς τις με το γνήσια “λαϊκό”. Ο εθνικισμός και η πατριδοκαπηλία, το τελευταίο καταφύγιο των πολιτικών απατεώνων, βρίσκεται σε διαρκή αντιπαράθεση με τον δημοκρατικό-διεθνιστικό πατριωτισμό των λαϊκών τάξεων και της Αριστεράς. Οφείλουμε να συγκροτήσουμε στην παραπάνω βάση την άμυνα και την ασφάλεια της χώρας και των κατοίκων της. Ελεύθεροι από οποιεσδήποτε επιβουλές ή πιέσεις άλλων  κρατών,  παρούσες ή μελλοντικές, και πάντοτε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τους σχετικούς κινδύνους, θα μπορούμε να καθορίζουμε ειρηνικά και δημοκρατικά το μέλλον μας και το μέλλον των παιδιών μας.

20. Να αναπτύξουμε μια άλλου τύπου ένταξη στο διεθνές γίγνεσθαι μέσω μιας ανεξάρτητης, πολυδιάστατης και φιλειρηνικής εξωτερικής πολιτικής που θα εδράζεται, στην ισότιμη συνεργασία, στην εθνική ανεξαρτησία και στην προστασία της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας μας. Εθνική ανεξαρτησία και εδαφική-εθνική ακεραιότητα είναι τα αφετηριακά, σταθερά και μη διαπραγματεύσιμα σημεία της εξωτερικής μας πολιτικής. Η οργάνωση της εθνικής άμυνας έχει πάντοτε αποτρεπτικό χαρακτήρα και αποσκοπεί στην υπεράσπιση των λαϊκών κατακτήσεων και της ελεύθερα εκφρασμένης λαϊκής βούλησης. Στην εκπλήρωση αυτού του στόχου συμβάλλουν ουσιαστικά ένοπλες δυνάμεις αξιόμαχες, αποκλειστικά εντεταλμένες στον αποτρεπτικό και αμυντικό τους ρόλο. Γνωρίζουμε ότι η Ελλάδα είναι μεν χώρα της Ευρώπης, αλλά είναι ταυτόχρονα χώρα των Βαλκανίων και της Μεσογείου, σε εγγύτατη συνάφεια με τις εστίες μόνιμης έντασης που αποτελούν οι χώρες της Μέσης Ανατολής. Η σύνθετη αυτή πραγματικότητα εγκυμονεί κινδύνους, αλλά παρέχει και ευκαιρίες. Οι δεσμοί φιλίας και καλής γειτονίας με όλες ανεξαιρέτως τις χώρες με βάση τον σεβασμό των συνόρων και των κυριαρχικών δικαιωμάτων και οι εγκάρδιες σχέσεις με τα προοδευτικά κινήματα και τις προοδευτικές κυβερνήσεις παντού στον κόσμο μπορούν να αποτελέσουν ασπίδα προστασίας απέναντι στην εξαιρετικά επισφαλή παγκόσμια κατάσταση, αλλά και φιλειρηνική ενεργό παρέμβαση στις διεθνείς εντάσεις που αναπτύσσονται. Η στήριξη της Κυπριακής Δημοκρατίας για την επίλυση του Κυπριακού, ο σεβασμός των διεθνών συμβάσεων και των σχετικών ψηφισμάτων του ΟΗΕ, η απεμπλοκή από το ΝΑΤΟ,  η κατάργηση των ξένων στρατιωτικών βάσεων, η αποτροπή της στρατιωτικής συνεργασίας με το Ισραήλ που εγκυμονεί άμεσους κινδύνους στρατιωτικής εμπλοκής της χώρας στις πολεμικές συρράξεις στη Μέση Ανατολή, και η εφαρμογή της αρχής «κανείς Έλληνας στρατιώτης σε πολεμικά μέτωπα έξω από τα σύνορα της χώρας» συνιστούν άξονες της εξωτερικής πολιτικής μας.

21. Να θεσμοθετήσουμε κανόνες δημοκρατικής ρύθμισης και κοινωνικού ελέγχου στα ΜΜΕ, ιδιαίτερα στα ηλεκτρονικά που χρησιμοποιούν δημόσιες συχνότητες, ώστε, παράλληλα με την αναβάθμιση των δημόσιων ΜΜΕ, να διαμορφωθεί ένα γνήσιο δημοκρατικό περιβάλλον στη δημόσια ζωή και να εξασφαλιστεί η έκφραση της κοινωνίας σε πολιτικό – ιδεολογικό – πολιτισμικό επίπεδο, χωρίς την σημερινή επικυριαρχία μηχανισμών χειραγώγησης.

Να εφαρμόσουμε κανόνες δεοντολογίας ώστε να πάψουν τα συγκεκριμένα ΜΜΕ να αποτελούν χώρο ανομίας και ασυδοσίας των συμφερόντων της διαπλοκής και μέσα μαζικής επιρροής της οικονομικής ολιγαρχίας. Παράλληλα να στηρίξουμε με κάθε τρόπο τη δημόσια ραδιοτηλεόραση απαλλάσσοντας την από κάθε κυβερνητικό παρεμβατισμό.

Δείτε 1η Εναλλακτική Εκδοχή (εναλλακτικά στο Μέρος Β σημείο 6 του κειμένου της Επιτροπής Θέσεων ως τροποποιητικά ή προσθετικά  σημεία στις αντίστοιχες προτάσεις)

Δείτε 2η εναλλακτική Εκδοχή (προστίθεται ως ξεχωριστό σημείο 7. στο Μέρος Β του κειμένου της Επιτροπής Θέσεων, ύστερα από το σημείο 6 για τους προγραμματικούς στόχους)

7. Για μια νέα μεταπολίτευση

Οι παραπάνω στόχοι δεν αποτελούν απλό άθροισμα δεσμεύσεων και διεκδικήσεων. Συνιστούν το συγκεκριμένο προγραμματικό πλαίσιο που δεσμεύει τον ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ και προδιαγράφει το πώς θα πράξει μια κυβέρνηση της Αριστεράς. Αυτό το πλαίσιο δεν δημιουργήθηκε σε συνθήκες εργαστηρίου. Στηρίχθηκε και στηρίζεται στις πλούσιες εμπειρίες μας από την ενεργό συμμετοχή στους πολύμορφους λαϊκούς αγώνες, στηρίχθηκε και στηρίζεται στην κατανόηση των λαϊκών αιτημάτων και στη συστηματική επεξεργασία τους με τη βοήθεια όλων των εμπλεκόμενων φορέων και όλων των εξειδικευμένων επιστημόνων που στρατεύονται μαζί μας.

Αλλά η κατάσταση που βρισκόμαστε σήμερα απαιτεί κάτι περισσότερο από ένα προγραμματικό πλαίσιο, ακόμη και από ένα πλήρες πρόγραμμα, ακόμη και αν αυτά είναι διαμορφωμένα με τέτοιους συλλογικούς και δημοκρατικούς όρους. Απαιτεί τη δημιουργία και την έκφραση ενός ευρύτατου και μαχητικού πολιτικού ρεύματος δημοκρατικής ανατροπής. Μιλάμε για ένα καταλυτικό ρεύμα που θα λειτουργεί σε κλίμα πλατιάς αλληλεγγύης, ανάτασης και έμπνευσης, για ένα ρεύμα που θα συσπειρώνει και θα κινητοποιεί εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. Μιλάμε για ένα ρεύμα που θα συνενώνει δημιουργικά όλον τον κόσμο που ξεχύθηκε στις πλατείες και στις μεγάλες και μικρές απεργίες, όλον τον κόσμο στις πόλεις, στις κωμοπόλεις και στα χωριά που πλήττεται όλο και περισσότερο βάναυσα από την τρέχουσα πολιτική, όλους τους κοινωνικούς φορείς, όλες τις συλλογικότητες και όλες τις πρωτοβουλίες, ολόκληρο τον κοινωνικό ριζοσπαστισμό που έχει αρχίσει να αναδύεται από κάθε κοινωνικό κύτταρο. Μόνον ένα τέτοιο ρεύμα μπορεί να οδηγήσει σε μια κυβέρνηση της Αριστεράς και μόνον ένα τέτοιο ρεύμα μπορεί να εγγυηθεί την παραπέρα πορεία αυτής της κυβέρνησης.

Μια κυβέρνηση της Αριστεράς δεν συνιστά από μόνη της λύση των προβλημάτων της χώρας. Μια κυβέρνηση της Αριστεράς μπορεί να σταματήσει τον κατήφορο, να καθαρίσει το τραπέζι και να θέσει τη χώρα σε νέα τροχιά. Αλλά χωρίς τη λαϊκή συνέργεια και τη λαϊκή διαθεσιμότητα, χωρίς την αυτενέργεια και τη λαϊκή πρωτοβουλία, χωρίς τη διάχυση της ενεργού δημοκρατίας σε κάθε πόρο του κοινωνικού ιστού δεν μπορεί να πράξει περισσότερα ενώ θα κινδυνεύει κάθε στιγμή να ανατραπεί από ισχυρούς εχθρούς που θα συνεχίσουν να καραδοκούν και θα συνεχίσουν να επιμένουν.

Μια κυβέρνηση της Αριστεράς έχει συγκεκριμένο ορίζοντα προσδοκιών: προβαίνει σε μεγάλες ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις, αναλαμβάνει αναπτυξιακές και άλλες πρωτοβουλίες με σαφές ταξικό και οικολογικό πρόσημο, ανοίγει νέα πεδία δυνατοτήτων και λαϊκής παρέμβασης, βοηθά να δημιουργηθούν νέες μορφές λαϊκής έκφρασης και διεκδίκησης, αλλά δεν μπορεί από μόνη της να υλοποιήσει τις μεγάλες αλλαγές που έχει επιτακτικά ανάγκη η χώρα. Για μια κυβέρνηση της Αριστεράς, η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, οσοδήποτε μεγάλη, δεν αρκεί. Μια κυβέρνηση δεν ταυτίζεται ποτέ με την καθαυτό εξουσία, όπως η τελευταία διαχέεται στον κοινωνικό ιστό και όπως στηρίζεται σε παγιωμένες σχέσεις και νοοτροπίες, στην καλλιέργεια της παθητικότητας και στη δύναμη της αδράνειας. Για αυτόν τον λόγο, εκείνα που επιδιώκει μια κυβέρνηση της Αριστεράς δεν μπορούν να επιτευχθούν με βάση τη λογική της ανάθεσης. Μόνον το ευρύτατο ρεύμα δημοκρατικής ανατροπής που θα φέρει την Αριστερά στην κυβέρνηση μπορεί να εγγυηθεί την παραπέρα πορεία, όχι απλώς της κυβέρνησης, αλλά της ίδιας της χώρας.

Με αυτά δεδομένα, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ επωμίζεται βαριά καθήκοντα γιατί χρεώνεται με το να συμβάλει καθοριστικά στη συγκρότηση αυτού του μεγάλου πολιτικού ρεύματος δημοκρατικής ανατροπής, του ρεύματος που θα οδηγήσει τη χώρα σε μια νέα λαϊκή, δημοκρατική και ριζοσπαστική μεταπολίτευση. Επωμίζεται ειδικότερα το καθήκον να δώσει νέα αποφασιστική ώθηση στη δουλειά του και να δημιουργήσει μια νέα δυναμική  που θα υπερβαίνει τη διστακτικότητα ή ακόμη και τη δυσπιστία που παραμένουν πλατιά διαδεδομένες. Η προσπάθειά μας, όπως συνεχίζεται, αλλά και όπως ξεκινά πάλι από σήμερα, πρέπει όχι μόνο να πείσει και ότι είμαστε έτοιμοι να κυβερνήσουμε και ότι μπορούμε να κυβερνήσουμε, αλλά κυρίως ότι η λύση των προβλημάτων απαιτεί την ενεργό συστράτευση όλων. Από την άλλη μεριά, η δική μας ετοιμότητα και η δική μας δυνατότητα δεν μπορεί να είναι ούτε αυτάρεσκη δήλωση ικανοτήτων ούτε διακήρυξη αγνών προθέσεων. Τόσο αυτή η δυνατότητα όσο και αυτή η ετοιμότητα οφείλουν να δειγματίζονται αβίαστα από την όλη δράση και λειτουργία μας, από τη συνέπεια και την αποφασιστικότητά μας, από αυτά που κάνουμε και από αυτά που λέμε, από το πώς σχετιζόμαστε με τους άλλους και μεταξύ μας.

Το Ιδρυτικό Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ καλείται να αποτελέσει πεδίο δοκιμασίας όλων των παραπάνω, αλλά και σημαντικό βήμα στη μακρά πορεία που θα αλλάξει ριζικά, και πάντα δημοκρατικά, τη χώρα μας και τις τύχες του λαού της.

Δείτε 3η εναλλακτική Εκδοχή (εναλλακτική στο Μέρος Β σημείο 7. Για μια νέα μεταπολίτευση)

Μέρος Γ

Ο φορέας που ιδρύουμε

Ο φορέας που ιδρύουμε είναι φορέας πολιτικός που επιδιώκει να συμπυκνώνει υπό τη σκοπιά του σοσιαλισμού του 21ου αιώνα τα αιτήματα και τις διεκδικήσεις των δυνάμεων της εργασίας και των καταπιεσμένων κοινωνικών κατηγοριών και να συμβάλει με όλες του τις δυνάμεις στην πραγματοποίησή τους. Επιδιώκει την κοινή δράση και την πολιτική συμπαράταξη της Αριστεράς σε όλους τους χώρους και σε όλα τα επίπεδα.

Ο φορέας που ιδρύουμε είναι ανοιχτός στην κοινωνική κίνηση και όσα αυτή κάθε φορά παράγει τόσο σε επίπεδο πρακτικής όσο και σε επίπεδο ιδεών. Είναι φορέας ανοιχτός σε πρωτοβουλίες και ιδέες που έρχονται από το εξωτερικό του, φορέας που ενθαρρύνει την αυτο-οργάνωση και τα μετωπικά σχήματα, χωρίς να επιδιώκει να υποτάξει τους άλλους στους δικούς του σχεδιασμούς.

Ο φορέας που ιδρύουμε είναι ανοιχτός σε ολόκληρο το δημιουργικό και αγωνιστικό δυναμικό της κοινωνίας μας, ανεξάρτητα από πολιτική καταγωγή ή προηγούμενες ιδεολογικές δεσμεύσεις και επιδιώκει να διακλαδιστεί  σε ολόκληρο τον κοινωνικό ιστό. Συμμετέχει σε κάθε κοινωνική κίνηση, προβάλλει και επεξεργάζεται διαρκώς τις προτάσεις του, χωρίς να προσπαθεί να τις επιβάλει εκ των άνω. Είναι φορέας που βρίσκεται σε διαδικασίες συνεχούς αυτοδιαμόρφωσης, ανάλογα με όσα κατακτούμε, όσα μαθαίνουμε και όσα συνειδητοποιούμε.

Ο φορέας που ιδρύουμε είναι δημοκρατικός. Είναι φορέας που λειτουργεί συλλογικά με πλειοψηφίες και μειοψηφίες, που δρα σύμφωνα με τις αποφάσεις της πλειοψηφίας, αλλά κατοχυρώνει και προστατεύει τις  μειοψηφίες. Είναι φορέας όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται πάντοτε δημοκρατικά και πάντοτε από τα εκάστοτε αρμόδια όργανα.

Ο φορέας που ιδρύουμε είναι φορέας με μέλη που απολαμβάνουν πλήρη δημοκρατικά δικαιώματα και αναλαμβάνουν τις αντίστοιχες ευθύνες και καθήκοντα. Είναι φορέας που αναγνωρίζει την κοινωνικά και ιδεολογικά προσδιορισμένη ανισότητα άνδρα/γυναίκας και θεσμοθετεί μέριμνες που αντιμετωπίζουν το πρόβλημα.

Ο φορέας που ιδρύουμε έχει συγκεκριμένη οργανωτική δομή, όργανα (βάσης, ενδιάμεσα και κεντρικά) που αναδεικνύονται δημοκρατικά και μόνιμους συμβουλευτικούς θεσμούς (τμήματα επεξεργασίας θέσεων, επιτροπή προγράμματος, επιτροπή τεκμηρίωσης, επιτροπή διαδικτύου, επιτροπή πολιτικού σχεδιασμού).

Ο φορέας που ιδρύουμε είναι φορέας, πολυτασικός, πλουραλιστικός, ανοιχτός στην ύπαρξη διαφορετικών ιδεολογικών, ιστορικών και αξιακών ευαισθησιών και ρευμάτων σκέψης. Είναι ταξικά αγκυρωμένος στο εργατικό και ευρύτερα λαϊκό κίνημα, αλλά και με ρητές φεμινιστικές και οικολογικές στοχεύσεις. Ήδη συσπειρώνει δυνάμεις και ρεύματα της κομμουνιστικής, ριζοσπαστικής, ανανεωτικής, αντικαπιταλιστικής,, επαναστατικής και ελευθεριακής Αριστεράς όλων των αποχρώσεων, αριστερούς σοσιαλιστές, δημοκράτες, δυνάμεις του αριστερού φεμινισμού και της ριζοσπαστικής οικολογίας. Επειδή σέβεται και θεωρεί πλούτο του διαφορές σαν τις παραπάνω, αναγνωρίζει τη δυνατότητα ύπαρξης διαφορετικών πολιτικών εκτιμήσεων και παρέχει έδαφος τόσο σε αυτές τις ευαισθησίες όσο και σε αυτές τις εκτιμήσεις να καλλιεργούνται απρόσκοπτα και να εκπροσωπούνται στην εσωτερική δημοκρατία, αποσκοπώντας όμως πάντοτε σε προωθητικές συνθέσεις.

Ο φορέας που ιδρύουμε είναι φορέας που μεριμνά συστηματικά για τη θεωρητική κατανόηση του κοινωνικού και ιστορικού γίγνεσθαι και για τη θεωρητική μόρφωση των μελών του. Στηρίζεται στη μαρξική και ευρύτερα στη χειραφετητική σκέψη και την ιστορία της και προσπαθεί να την επεξεργαστεί παραπέρα, αξιοποιώντας κάθε σημαντική θεωρητική συμβολή.

Ο φορέας που ιδρύουμε είναι φορέας μόνιμα ανοιχτός στην κριτική της κοινωνίας απέναντί του και στη δική του αυτοκριτική, με την ικανότητα να αλλάζει όσα κάθε φορά δεν λειτουργούν ικανοποιητικά.

Ο φορέας που ιδρύουμε είναι φορέας που επιδιώκει συστηματικά να αποτελεί πρόπλασμα της κοινωνίας που διεκδικεί.

Επίλογος

Με βάση όλα τα παραπάνω:

Καλούμε όσους και όσες ζουν και εργάζονται στη χώρα μας, όσους και όσες είναι άνεργοι, όσους και όσες ζουν στο πλαίσιο του απόδημου ελληνισμού, να ενωθούν στο μεγάλο πολυδιάστατο λαϊκό κίνημα που περιγράψαμε, με κεντρικό πολιτικό στόχο την κατάργηση των μνημονίων και των συνοδευτικών τους μέτρων και τη δημοκρατική ανατροπή του κομματικού και πολιτικού συστήματος που τα υπηρετεί ώστε να ανοίξει ο δρόμος για την οικονομική, κοινωνική πολιτική και πολιτιστική ανασυγκρότηση της χώρας, για μια χειραφετημένη Ελλάδα της εργασίας, της δικαιοσύνης και της δημιουργικότητας μέσα σε μια ριζικά διαφορετική Ευρώπη.

Καλούμε όσους και όσες ζουν και εργάζονται στη χώρα μας, όσους και όσες είναι άνεργοι, όσους και όσες ζουν στο πλαίσιο του απόδημου ελληνισμού, να μετέχουν συστηματικά στις οργανώσεις του συνδικαλιστικού κινήματος τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημόσιου τομέα. Να μετέχουν, ακόμη, ενεργά, σύμφωνα με τα ιδιαίτερα συμφέροντα, τα ενδιαφέροντα και τις κλίσεις τους, στους σχετικούς συλλόγους, παρατάξεις, αυτοδιοικητικές κινήσεις, οικολογικές και πολιτιστικές πρωτοβουλίες, σε όλους τους ποικίλους φορείς που αναπτύσσονται στους χώρους δουλειάς, κατοικίας και πολιτισμού, αλλά και να συμβάλουν στη συγκρότηση νέων τέτοιων φορέων. Έτσι θα ενωθούν με τη διπλανή και τον διπλανό τους, θα προασπίσουν τα κοινά συμφέροντά τους, θα πλουτίσουν τις γνώσεις τους, θα καλλιεργήσουν τη σκέψη και τα ενδιαφέροντά τους, θα διαπιστώσουν το πόσο η δημοκρατία είναι όντως παραγωγική δύναμη και το πώς η ενεργός δημοκρατική συμμετοχή είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να αλλάξει πραγματικά τη χώρα.

Καλούμε όσους και όσες ζουν και εργάζονται στη χώρα μας, όσους και όσες είναι άνεργοι, όσους και όσες ζουν στο πλαίσιο του απόδημου ελληνισμού, να συμμετέχουν ενεργά, ανάλογα με τις γνώσεις, τις ανάγκες, τις διαθέσεις και τις διαθεσιμότητες τους, στα δίκτυα κοινωνικής αλληλεγγύης που ήδη αναπτύσσονται ραγδαία και να συγκροτήσουν νέα τέτοια δίκτυα. Ενόσω πιέζουν τους θεσμούς προς την αντίστοιχη κατεύθυνση, τα δίκτυα αυτά θα απλώνουν την ασπίδα κοινωνικής προστασίας που θα επιτρέψει στο λαό μας να επιβιώσει και να προχωρήσει.

Καλούμε όσους και όσες ζουν και εργάζονται στη χώρα μας, όσους και όσες είναι άνεργοι, όσους και όσες ζουν στο πλαίσιο του απόδημου ελληνισμού, να συγκροτήσουν το πλατύ αντιφασιστικό και δημοκρατικό κίνημα που θα διακλαδιστεί παντού για να υπερασπίσει τα κοινωνικά, πολιτικά και ανθρώπινα δικαιώματα όλων και να αναστείλει την άνοδο των ναζιστικών ιδεών και συμπεριφορών μέχρι την οριστική εξάλειψή τους από μια χώρα με τη δική μας ιστορία και τη δική μας δημοκρατική παράδοση.

Καλούμε όσους και όσες ζουν και εργάζονται στη χώρα μας, όσους και όσες είναι άνεργοι, όσους και όσες ζουν στο πλαίσιο του απόδημου ελληνισμού, όσους και όσες συμφωνούν κατ’ αρχήν με τα παραπάνω, να πυκνώσουν τις γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ ώστε να συνδιαμορφώσουμε τους στόχους, τις θέσεις και τη φυσιογνωμία του, τους τρόπους δράσης και τη λειτουργία του, τις παρεμβάσεις και πρωτοβουλίες του, την όλη πολιτική του. Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ θα μπορέσει να επιτύχει τους στόχους του μόνο αν γίνει ένας μεγάλος και ισχυρός πολιτικός φορέας που αγκαλιάζει όλους και όλες που βλέπουν τα πράγματα με ίδιους ή ανάλογους τρόπους ενόσω ο ίδιος λειτουργεί υπό καθεστώς πλήρους και ανόθευτης δημοκρατίας.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: