Εναλλακτικό κείμενο της Κομμουνιστικής Τάσης του ΣΥΡΙΖΑ

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΙΔΡΥΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ

Εισαγωγή

Η θεαματική άνοδος της απήχησης του ΣΥΡΙΖΑ στην ελληνική κοινωνία είναι το πιο αποφασιστικό πολιτικό φαινόμενο της περιόδου που διανύουμε. Δεν αποτελεί ένα φαινόμενο απομονωμένο από την παγκόσμια κατάσταση. Μετά το μεγάλο ρεύμα στροφής στ’ αριστερά στη Λ. Αμερική στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας και το πρόσφατο επαναστατικό κύμα στον Αραβικό κόσμο, η ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας εμφανίζεται πλέον στην καρδιά του δυτικού καπιταλισμού, με πρώτο σταθμό την Ελλάδα και με πολιτικό εκφραστή τον ΣΥΡΙΖΑ.

Για πρώτη φορά μετά το 1944 ένας εκπρόσωπος του ηρωικού ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος βρίσκεται τόσο κοντά στην εξουσία. Αυτή η εξέλιξη σηματοδοτεί την αρχή της στροφής των εργαζόμενων της Ευρώπης στ’ αριστερά, κάτω από την επίδραση της ιστορικής, διεθνούς κρίσης του καπιταλισμού.

Η ιστορική κρίση του καπιταλισμού και η αναγκαιότητα του σοσιαλισμού

Η παρούσα διεθνής οικονομική κρίση δεν είναι το αποτέλεσμα του «νεοφιλελευθερισμού», της «διαφθοράς», της «κακοδιαχείρισης» ή της δράσης κάποιων «οικονομικών δολοφόνων». Είναι το προϊόν των δομικών αντιφάσεων του καπιταλιστικού συστήματος.

Η θεμελιώδης καπιταλιστική αντίφαση είναι αυτή ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής από τη μία πλευρά και στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και τη λειτουργία τους με σκοπό το κέρδος από την άλλη.

Ο όρος «κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής» σημαίνει ότι ο καπιταλισμός, συγκριτικά με τα προηγούμενα από αυτόν κοινωνικοοικονομικά συστήματα, μετέβαλε τα μέσα παραγωγής σε μέσα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο από ένα μεγάλο σύνολο ανθρώπων, οδηγώντας στη δημιουργία ενός παγκόσμιου καταμερισμού της εργασίας. Αυτή η διαδικασία κοινωνικοποίησης της παραγωγής όμως, βρίσκεται σε αντίφαση με το γεγονός ότι η παραγωγή λειτουργεί σε καθεστώς ατομικής ιδιοκτησίας και με σκοπό το ατομικό κέρδος του καπιταλιστή ιδιοκτήτη.

Όπως απέδειξε ο Μαρξ, τα κέρδη βγαίνουν από την απλήρωτη εργατική δύναμη. Αυτό σημαίνει ότι για να βγάζουν όλο και μεγαλύτερα κέρδη, οι καπιταλιστές περιορίζουν την τιμή της εργατικής δύναμης, δηλαδή τους μισθούς της εργατικής τάξης, περιορίζοντας έτσι τη συνολική αγοραστική δύναμη της κοινωνίας. Συνεπώς, από τη θεμελιώδη αντίφαση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παράγωγης και την ατομική ιδιοκτησία, προκύπτει η τάση για περιορισμό της κατανάλωσης των μαζών, που διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο στην εμφάνιση των κρίσεων, οι οποίες στον καπιταλισμό λαμβάνουν τον χαρακτήρα κρίσεων υπερπαραγωγής.

Από τη θεμελιώδη καπιταλιστική αντίφαση, προκύπτει και η αναρχία της παραγωγής. Στο καπιταλιστικό σύστημα δεν υπάρχει σχεδιασμός της παραγωγής και της διανομής των προϊόντων. Κάθε καπιταλιστής παράγει ανεξάρτητα από τους άλλους καπιταλιστές. Η αναρχία αυτή, διαταράσσει την αναλογία ανάμεσα στην παραγωγή και την κατανάλωση και επίσης, συντελεί στην εμφάνιση των κρίσεων υπερπαραγωγής.

Η τάση για περιορισμό της κατανάλωσης και η αναρχία της παραγωγής δρουν από κοινού, προκαλώντας το ξέσπασμα των κρίσεων υπερπαραγωγής. Η συνέπεια των καπιταλιστικών κρίσεων είναι η καταστροφή ενός μέρους της παραγωγής, η μετατροπή εκατομμυρίων εργατών σε εξαθλιωμένους ανέργους και η ένταση της εκμετάλλευσης όσων συνεχίζουν να εργάζονται. Κι όλα αυτά συντελούνται στο βωμό της επιβίωσης του καπιταλιστικού συστήματος.

Όπως ο Μαρξ και ο Ένγκελς εξηγούσαν 165 χρόνια πριν στο περίφημο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», οι αστοί προσπαθώντας να αντιμετωπίσουν τις κρίσεις δημιουργούν τη βάση για πιο βαθιές και πιο εκτεταμένες κρίσεις. Αυτό αποδείχθηκε περίτρανα στις μέρες μας. Για να αποφύγουν μια βαθειά ύφεση το 2008, οι αστοί σπατάλησαν από τα παγκόσμια αποθέματα πλούτου περίπου 14 τρις δολάρια, χρηματοδοτώντας τις τράπεζες και τις μεγάλες επιχειρήσεις. Κρατικοποίησαν τις δικές τους ζημιές, περνώντας το λογαριασμό στους εργαζόμενους και τους μικροαστούς. Με αυτό τον τρόπο δημιούργησαν όμως γιγάντια κρατικά χρέη παγκόσμια. Και τώρα, η νέα κίνηση της παγκόσμιας οικονομίας προς την ύφεση μεταβάλει τα κρατικά χρέη σε «βόμβα» έτοιμη να εκραγεί.

Είναι ξεκάθαρο ότι οι αστοί δεν έχουν καμία πραγματική λύση για την κρίση. Η απόπειρά τους να αντιμετωπίσουν τα συμπτώματα της κρίσης, δηλαδή τα μεγάλα χρέη των τραπεζών και του κράτους, φορτώνοντάς τα στους ώμους των εργαζόμενων μαζών με μόνιμη λιτότητα, φτώχεια και μαζική ανεργία, οξύνει περεταίρω την κρίση και απειλεί τον ανθρώπινο πολιτισμό με επιστροφή στη βαρβαρότητα.

Ένα θεμελιώδες ιστορικό δίλλημα τίθεται ενώπιον ολόκληρης της ανθρωπότητας ολοένα και πιο ξεκάθαρα: είτε ο συνειδητός εργαζόμενος άνθρωπος θα πάρει τον έλεγχο της ζωής του στα δικά του χέρια οργανώνοντας ορθολογικά την οικονομία του, είτε οι τυφλές δυνάμεις του καπιταλισμού θα σύρουν τον ανθρώπινο πολιτισμό στην άβυσσο. Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα!

Τι είναι ο Σοσιαλισμός

Η βαθειά, σημερινή κρίση του καπιταλισμού αποτελεί τη ζωντανή επιβεβαίωση της ορθότητας των θεμελιωδών ιδεών του μαρξισμού, πάνω στις οποίες οφείλει να βασίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ στον αγώνα του για το σοσιαλισμό.

Ο σοσιαλισμός είναι ένα ανώτερο κοινωνικοοικονομικό σύστημα συγκριτικά με τον καπιταλισμό. Στηρίζεται στην κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής και διανομής, η οποία συντρίβει τα εμπόδια που θέτει στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων η καπιταλιστική ιδιοκτησία και η παραγωγή με σκοπό το κέρδος. Η κοινωνικοποίηση αυτή, θα εξαλείψει την καπιταλιστική αναρχία της παραγωγής και θα κάνει δυνατό το σχεδιασμό της οικονομίας προς όφελος του εργαζόμενου κοινωνικού συνόλου.

Η εγκαθίδρυση κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας και κοινωνικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, είναι ο μόνος δρόμος για την εξαφάνιση των καπιταλιστικών κρίσεων υπερπαραγωγής, καθώς και για την εξάλειψη της φτώχειας και της ανεργίας που αποτελούν μάστιγες ταυτόσημες με τον καπιταλισμό. Η θεμελίωση του σοσιαλισμού θα κάνει εφικτή τη δικαιότερη δυνατή διανομή των παραγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών, στην αρχή αναπόφευκτα ανάλογα με την απόδοση της εργασίας και αργότερα, καθώς η κοινωνική παραγωγή θα αναπτύσσεται σχεδιασμένα, πλήρως σύμφωνα με τις ανάγκες των μελών της κοινωνίας.

Σύμφωνα με τις θεμελιώδεις ιδέες του μαρξισμού, ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της κοινωνίας, έχει σαν κοινωνικό εκφραστή και ηγέτιδα δύναμη την εργατική τάξη, το προλεταριάτο, δηλαδή την κοινωνική τάξη που είναι αναγκασμένη να μισθώνει την εργατική της δύναμη για να ζήσει. Ο κοινωνικά πρωτοπόρος ρόλος της εργατικής τάξης πηγάζει από την ειδική θέση της στην παραγωγή και την κοινωνία. Η εργατική τάξη είναι το κοινωνικό προϊόν της ανάπτυξης της σύγχρονης μεγάλης βιομηχανίας. Παράγει συλλογικά, έρχεται σε άμεση επαφή με τις μοντέρνες μεθόδους της παραγωγής, μαθαίνει από την εμπειρία της να δρα συλλογικά και συνειδητοποιείται μέσα στα πιο προχωρημένα πνευματικά κέντρα μιας καπιταλιστικής χώρας, δηλαδή τα μεγάλα αστικά κέντρα. Η απελευθέρωσή της σηματοδοτεί την απελευθέρωση ολόκληρης της κοινωνίας, καθώς δεν μπορεί αντικειμενικά να συντελεστεί, παρά μόνο διαμέσου της κατάργησης κάθε ταξικής εκμετάλλευσης και ανισότητας.

Ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να θεμελιωθεί χωρίς τη σοσιαλιστική επανάσταση, δηλαδή χωρίς την ενεργή και μαζική κινητοποίηση της εργατικής τάξης, επικεφαλής του συνόλου των εκμεταλλευόμενων, εργαζόμενων μαζών, για την επιβολή των δικών της συμφερόντων πάνω στα συμφέροντα των καπιταλιστών εκμεταλλευτών και των αντιδραστικών συμμάχων τους (γαιοκτήμονες, ανώτερα μεσαία στρώματα, ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι κλπ).

Η σοσιαλιστική επανάσταση, όπως και κάθε κοινωνική επανάσταση στο παρελθόν, από τη φύση της δεν μπορεί να είναι μια ειρηνική διαδικασία, γιατί οι εκμεταλλευτές στην προσπάθειά τους να διατηρήσουν ταξικά προνόμια αιώνων, θα τείνουν, χρησιμοποιώντας κύρια τον έλεγχο που ασκούν στο κράτος, να καταφύγουν σε βίαιες μεθόδους καταστολής του επαναστατικού κινήματος. Όμως ειδικά στη σημερινή εποχή, οπού η εργατική τάξη είναι στις περισσότερες χώρες μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία, διαθέτει πανίσχυρες οργανώσεις και οπού ταυτόχρονα, η αστική τάξη εξαιτίας της κρίσης του συστήματός της αδυνατεί να συγκεντρώσει την υποστήριξη των μεσαίων στρωμάτων που καταστρέφονται μαζικά, η σοσιαλιστική επανάσταση μπορεί να νικήσει περισσότερο ειρηνικά από ποτέ.

Όπως έδειξε ολόκληρη η ιστορική εμπειρία των επαναστατικών κινημάτων της εργατικής τάξης, η σοσιαλιστική επανάσταση δεν είναι ένα στιγμιαίο γεγονός, αλλά μια διαδικασία, η χρονική διάρκεια και η έκβαση της οποίας εξαρτάται καθοριστικά από την πολιτική και την τακτική του πολιτικού υποκειμενικού παράγοντα, του επαναστατικού κόμματος που βρίσκεται επικεφαλής της κινητοποίησης της εργατικής τάξης.

Όλες οι μεγάλες εργατικές επαναστάσεις, όπως η «Κομμούνα του Παρισιού» και η Οκτωβριανή επανάσταση, απέδειξαν ότι ένας από τους πρώτους στόχους της νικηφόρας εργατικής τάξης, θα πρέπει να είναι η καταστροφή του παλιού αστικού κρατικού μηχανισμού, που, όπως κάθε μορφή κράτους σε μια ταξική κοινωνία, αποτελεί ένα όργανο ταξικής εξουσίας και καταπίεσης. Σύμφωνα με τις θεμελιώδεις ιδέες του Μαρξισμού όπως εκφράστηκαν από τα έργα των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν, η εργατική τάξη πρέπει να δημιουργήσει ένα νέο τύπο κράτους, που θα αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα της. Ένα εργατικό κράτος στο οποίο η πλειοψηφία θα κρατά υπό έλεγχο μια μικρή μειοψηφία πρώην καπιταλιστών, για να προστατευτούν τα συμφέροντα της επανάστασης. Αυτό το καθεστώς είναι η «δικτατορία του προλεταριάτου», όπως την ονόμασε ο Μαρξ, επιλέγοντας έναν όρο (δικτατορία) παρμένο από τη ρεπουμπλικανική, δημοκρατική περίοδο της Ρώμης, ο οποίος στα τέλη του 19ου αιώνα δεν είχε αποκτήσει την αρνητική ταύτιση με τον ολοκληρωτισμό που έχει σήμερα. Ο όρος εργατική, σοσιαλιστική δημοκρατία μπορεί σήμερα να αποδώσει ακριβέστερα το περιεχόμενο της «δικτατορίας του προλεταριάτου».

Η εργατική, σοσιαλιστική δημοκρατία θα επεκτείνει τη δημοκρατία από την πολιτική στην οικονομική σφαίρα, με τον δημοκρατικό σχεδιασμό της κοινωνικοποιημένης οικονομίας. Η εργατική, σοσιαλιστική δημοκρατία δεν χρειάζεται το σημερινό, τερατώδες γραφειοκρατικό κράτος. Η γραφειοκρατία θα αντικατασταθεί από την ενεργή συμμετοχή των μαζών στη διοίκηση του κράτους και της κοινωνίας. Με τη δραστική μείωση της εργάσιμης εβδομάδας που θα προκύψει φυσιολογικά από την κοινωνικοποίηση της παραγωγής, οι εργαζόμενοι θα αποκτήσουν τον απαραίτητο χρόνο για να συμμετάσχουν ενεργά στην άσκηση της εξουσίας, αλλά και να ανακαλύψουν τον δρόμο για τον πολιτισμό, την επιστήμη και την Τέχνη.

Οι πολιτικές αρχές που εισήγαγε το προλεταριάτο του Παρισιού το 1871 και της Ρωσίας το 1917 για να αποτρέψει τη δημιουργία γραφειοκρατικών προνομίων, είναι τα θεμέλια πάνω στα οποία πρέπει να στηριχθεί μια εργατική, σοσιαλιστική δημοκρατία:

– Εκλογή όλων των αξιωματούχων του κράτους με δικαίωμα ανάκλησής τους.

– Όχι μόνιμος στρατός, αλλά οργανωμένος δημοκρατικά ένοπλος λαός. Όχι αντιδραστική και ανεξέλεγκτη από τον λαό αστυνομία, αλλά λαϊκή πολιτοφυλακή, ελεγχόμενη δημοκρατικά από τις μαζικές οργανώσεις.

– Κανένας αξιωματούχος να μη λαμβάνει μισθό παραπάνω από το μισθό του ειδικευμένου εργάτη.

– Κυκλική εναλλαγή του λαού σε όλες τις κρατικές θέσεις. «Όταν ο καθένας είναι γραφειοκράτης, κανείς δεν είναι γραφειοκράτης», όπως χαρακτηριστικά έγραφε ο Λένιν.

Σε αυτές τις αρχές, με βάση την ιστορική εμπειρία της γραφειοκρατικοποίησης της ΕΣΣΔ, αλλά και των άλλων, παραμορφωμένων εργατικών κρατών (Αν. Ευρώπη, Κίνα κ.α) κατά τον προηγούμενο αιώνα, θα πρέπει να προσθέσουμε και την κατηγορηματική απόρριψη του μονοκομματισμού. Το δικαίωμα ύπαρξης όλων των κομμάτων και των πολιτικών τάσεων θα πρέπει να είναι κατοχυρωμένο, με την προϋπόθεση της αποδοχής ενός νέου Συντάγματος που θα εγγυάται τις βασικές κοινωνικές κατακτήσεις της επανάστασης.

Η σοσιαλιστική επανάσταση από τη φύση της, δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια χώρα, αλλά θέτει την παγκόσμια επανάσταση στην ημερήσια διάταξη. Η παγκόσμια οικονομία και ο παγκόσμιος καταμερισμός εργασίας που δημιουργήθηκαν από τον καπιταλισμό, συνιστούν παράγοντες οι οποίοι επιβάλουν μια διεθνή λύση στα θεμελιώδη προβλήματα των εργαζόμενων. Η νίκη μιας εργατικής επανάστασης με το κοινωνικό αίτημα του σοσιαλισμού μπορεί να επιτευχθεί ακόμα και στη μικρότερη και πιο καθυστερημένη χώρα του πλανήτη. Όμως το ιστορικό καθήκον της πλήρους οικοδόμησης του σοσιαλισμού μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με τη συνεργασία πολλών μαζί ανεπτυγμένων οικονομικά χωρών. Έτσι οι Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης μπορούν να προετοιμάσουν το έδαφος για τις Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες του Κόσμου και για τον παγκόσμιο σχεδιασμό της οικονομίας.

Με τα τεράστια άλματα που θα συντελεστούν στην παραγωγή σαν αποτέλεσμα της κοινωνικοποίησής της, πάνω στη βάση της πιο σύγχρονης τεχνολογίας και του συνειδητού, δημοκρατικού σχεδιασμού των εργαζόμενων, η κοινωνία θα μεταβληθεί προοδευτικά σε μια απέραντη αδερφική κοινότητα γύρω από ένα γενικό, δημοκρατικά ελεγχόμενο πρόγραμμα παραγωγής. Το κράτος που γεννήθηκε ιστορικά με την εμφάνιση της ταξικής κοινωνίας, θα αρχίσει να σβήνει, καθώς μέσα από την απελευθέρωση της κοινωνικής παραγωγής από τα δεσμά της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, η ταξική δομή της κοινωνίας θα γίνεται παρελθόν.

Οι αντιθέσεις των πόλεων και της υπαίθρου, καθώς και η αντίθεση της πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας, θα εξαφανιστούν με την εκρηκτική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Όλα τα προϊόντα θα είναι άφθονα, όλες οι «πληγές» της ταξικής κοινωνίας θα έχουν κλείσει. Η βάρβαρη φύση της ταξικής κοινωνίας θα έχει γίνει οριστικά παρελθόν και θα ανατείλει ο κομμουνισμός, δηλαδή το κοινωνικό στάδιο στο οποίο η κοινωνία, χωρίς τάξεις και κράτος θα κάνει εφικτό το σύνθημα που διατύπωσαν οι εμπνευστές του επιστημονικού σοσιαλισμού : «Από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητες του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του!».

Η εμπειρία της ΕΣΣΔ και των γραφειοκρατικά παραμορφωμένων εργατικών κρατών του 20ου αιώνα

Δεν μπορεί να υπάρξει σήμερα αποτελεσματική υπεράσπιση του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, χωρίς την αποτίμηση της εμπειρίας της ΕΣΣΔ και των άλλων γραφειοκρατικά παραμορφωμένων εργατικών κρατών του 20ου αιώνα. Η Οχτωβριανή επανάσταση του 1917 στη Ρωσία, ήταν το σημαντικότερο γεγονός στην  Ιστορία, διότι για πρώτη φορά έφερε τους εκμεταλλευόμενους στην εξουσία. Η ανατροπή του καπιταλισμού και η κρατικοποιημένη – σχεδιασμένη οικονομία, δημιούργησαν τη βάση για μια αλματώδη οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, που όμοιά της δεν είχε ποτέ επιτύχει ο καπιταλισμός.

Όμως η ήττα της διεθνούς επανάστασης και η επακόλουθη απομόνωση της ΕΣΣΔ, σε συνδυασμό με την οικονομική και γενικότερη πολιτισμική καθυστέρηση που κληρονόμησε το εργατικό κράτος, αλλά και την κούραση του ρωσικού προλεταριάτου από τις κακουχίες μια ολόκληρης ταραγμένης περιόδου (Α’ παγκόσμιος πόλεμος, επανάσταση, πόλεμος που εξαπολύθηκε από τους «Λευκούς» και τους ιμπεριαλιστές ενάντια στη Ρώσικη επανάσταση) δημιούργησαν το κατάλληλο έδαφος για την ανάπτυξη μιας γραφειοκρατικής κάστας αξιωματούχων, που με κύριο πολιτικό εκφραστή τον Στάλιν, συνέτριψε την εργατική δημοκρατία και έθεσε σε κίνδυνο τις θεμελιώδεις κατακτήσεις της επανάστασης.

Η γραφειοκρατική αυτή κάστα, σφετεριζόμενη τα σύμβολα του κομμουνισμού και το τεράστιο κύρος της Οκτωβριανής επανάστασης επιβλήθηκε μέσα στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, παραβιάζοντας και διαστρεβλώνοντας τις θεμελιώδεις επαναστατικές, δημοκρατικές και διεθνιστικές αρχές του Μαρξισμού, κατευθύνοντας τη διεθνή επανάσταση σε αδιέξοδο και διαλύοντας το παγκόσμιο επαναστατικό κόμμα, την «Κομμουνιστική Διεθνή».

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, ο αλλαγμένος διεθνής ταξικός και πολιτικός συσχετισμός δύναμης μέσα από την ηρωική πάλη των λαών ενάντια στο φασισμό και τον καπιταλισμό, έκανε δυνατή την ανατροπή του καπιταλισμού στην Ανατολική Ευρώπη και σε μια σειρά χωρών του πρώην αποικιακού κόσμου (Κίνα κ.α), οδηγώντας όμως στη δημιουργία καθεστώτων, όχι παρόμοιων με την εργατική, σοσιαλιστική δημοκρατία της ΕΣΣΔ του Λένιν, αλλά δομημένων κατ’ εικόνα και ομοίωση του ολοκληρωτικού – βοναπαρτιστικού καθεστώτος της ΕΣΣΔ της περιόδου του Στάλιν και αργότερα των διαδόχων του.

Τα σταλινικά καθεστώτα όπως αποδείχθηκε, έκρυβαν μέσα τους το «σπόρο» για την κατοπινή καπιταλιστική παλινόρθωση. Οι προνομιούχες γραφειοκρατικές κάστες, με πρώτη την γραφειοκρατία της ΕΣΣΔ, ξεκομμένες από τα συμφέροντα των εργατικών τάξεων των χωρών τους, αφού υπονόμευσαν για δεκαετίες τη σχεδιασμένη, κρατικοποιημένη οικονομία, έπεσαν στην αγκαλιά του διεθνούς καπιταλισμού τη δεκαετία του 1990, συντρίβοντας όλες τις εναπομείνασες επαναστατικές, σοσιαλιστικές κατακτήσεις και δυσφημώντας με την πλήρη αποκάλυψη του παρασιτικού και ολοκληρωτικού τους ρόλου τις έννοιες του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού.

Είναι θεμελιώδες πολιτικό καθήκον μας σήμερα να αποκαταστήσουμε στα μάτια των εργαζόμενων και της νεολαίας της χώρας το σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό από τις διαστρεβλώσεις και τη δυσφήμιση που τους επέφερε ο σταλινισμός, στηριγμένοι στις θεμελιώδεις αντιλήψεις του μαρξισμού και στις γνήσιες επαναστατικές, δημοκρατικές και διεθνιστικές παραδόσεις της Οκτωβριανής επανάστασης.

Κέυνς ή Μαρξ; Δεν μπορεί να υπάρξει σήμερα καπιταλισμός χωρίς λιτότητα!

Για να διασωθεί ο καπιταλισμός – δηλαδή για να προστατευθούν τα κέρδη του μεγάλου κεφαλαίου – η ασκούμενη πολιτική άγριας και παρατεταμένης λιτότητας είναι σήμερα μονόδρομος για τους αστούς. Κάθε τι άλλο από καπιταλιστική σκοπιά θα ήταν παράλογο. Αυξάνοντας τις κρατικές δαπάνες, οι αστικές κυβερνήσεις θα δημιουργούσαν πληθωρισμό και ακόμα μεγαλύτερα ελλείμματα και χρέη. Γι’ αυτό το λόγο, κατά κανόνα, σε παγκόσμιο επίπεδο βλέπουμε σήμερα μόνο παραλλαγές της ίδιας πολιτικής άγριας λιτότητας.

Η παλιά συνταγή του Κεϋνσιανισμού στην κλασσική της μορφή, με τις μεγάλες κρατικές δαπάνες «για να τονωθεί η ζήτηση», έχει περιέλθει «στα αζήτητα». Όσοι αποδίδουν στην πολιτική του Μπ. Ομπάμα μια σύγχρονη εκδοχή του Κεϋνσιανισμού κάνουν ένα σοβαρό λάθος, καθώς «ξεχνούν» ότι η αμερικάνικη κυβέρνηση εφαρμόζει σήμερα ένα γιγαντιαίο και διαρκώς διογκούμενο πρόγραμμα περικοπών. Επίσης, η δημόσια υποστήριξη των αστικών κυβερνήσεων της Γαλλίας και των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου σε πολιτικές «ανάπτυξης» και στα «ευρω-ομόλογα», δεν συνιστούν την υπεράσπιση ενός νέου «Κεϋνσιανού» μοντέλου, αλλά απλά την απόπειρα να μετατεθεί το βάρος της ύφεσης και των χρεών της Ευρωζώνης στις πλάτες του ισχυρότερου, γερμανικού καπιταλισμού.

Ιστορικά οι μέθοδοι του Κεϋνσιανισμού δοκιμάστηκαν από τους αστούς και απέτυχαν. Η αιτία που έβγαλε οριστικά τις ΗΠΑ από την μεγάλη κρίση του 1929-33, δεν ήταν, όπως λαθεμένα υποστηρίζεται συνήθως, οι Κεϋνσιανές πολιτικές του Ρούσβελτ, αλλά το γεγονός της αποδυνάμωσης των ανταγωνιστών τους στο Β Παγκόσμιο πόλεμο και το ότι οι ίδιες, όχι μόνο κρατήθηκαν στο μεγαλύτερο μέρος της διάρκειας του πολέμου εκτός πολεμικών επιχειρήσεων, αλλά μέσα από την πολεμική τους βιομηχανία έπαιξαν και το ρόλο εμπόρου – προμηθευτή όπλων για τους εμπόλεμους.

Μεταπολεμικά, ο κύριος παράγοντας που έδωσε ώθηση στην ανάπτυξη του Δυτικού καπιταλισμού δεν ήταν ο Κεϋνσιανισμός, αλλά η αλματώδης επέκταση του παγκόσμιου εμπορίου. Όταν η ανάπτυξη άρχισε να υποχωρεί στη δεκαετία του 1970, οι ασκούμενες πολιτικές του Κεϋνσιανισμού οδήγησαν σε μεγάλα ελλείμματα και πληθωρισμό. Ήταν συνεπώς αυτή η αποτυχία του Κεϋνσιανισμού που οδήγησε τους αστούς στις βάρβαρες μεθόδους του νεοφιλελευθερισμού για να σταθεροποιήσουν τον καπιταλισμό και όχι μια νέα, ιδεολογική τους εμμονή.

Όσοι σήμερα μέσα στο εργατικό κίνημα και την Αριστερά περιορίζονται να υπερασπίζουν τις μεθόδους του Κεϋνσιανισμού για την παροχή «ρευστότητας» στην αγορά, αντί για την θεραπεία της ασθένειας, ασχολούνται με τα συμπτώματά της. Η κρίση δεν προκαλείται από την έλλειψη «ρευστότητας». Η έλλειψη «ρευστότητας» είναι το αποτέλεσμα της καπιταλιστικής κρίσης.

Η μαζική διοχέτευση κρατικού χρήματος στην οικονομία θα συνιστούσε τον πιο σύντομο δρόμο για τις κρατικές χρεοκοπίες. Επιπρόσθετα, σε μια καπιταλιστική οικονομία που βρίσκεται σε ύφεση, η παρέμβαση του κράτους με μεγάλα ποσά στην κυκλοφορία, σημαίνει πρακτικά τη διοχέτευση χρήματος που δεν αντανακλά πραγματικές παραγόμενες αξίες. Άρα οδηγεί στη δημιουργία πληθωρισμού, ικανού να απαξιώσει μαζικά τα εισοδήματα και να αυξήσει περεταίρω τα χρέη.

Οι σύντομοι και εύκολοι δρόμοι που αναζητούν οι Κεϋνσιανοί για την έξοδο από την βαθειά κρίση του καπιταλισμού δεν υπάρχουν. Η ουσία της εποχής μας βρίσκεται στο γεγονός ότι εξαιτίας της βαθειάς, ιστορικής κρίσης του καπιταλισμού, η οποιαδήποτε πραγματική και σταθερή βελτίωση στους βασικούς τομείς της ζωής της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων της πόλης και της υπαίθρου – από την εξασφάλιση μιας αξιοπρεπούς θέσης εργασίας, το εισόδημα, την στέγαση, την Υγεία, την Παιδεία μέχρι τα δημοκρατικά δικαιώματα, την ποιότητα ζωής, τον πολιτισμό και το περιβάλλον – εξαρτάται από την επίτευξη θεμελιακών, επαναστατικών αλλαγών στην κοινωνία. Ο μόνος ιστορικός δρόμος προόδου για την ανθρωπότητα είναι ο δρόμος του σοσιαλισμού.

Το ιστορικό αδιέξοδο του ελληνικού καπιταλισμού και η αυξανόμενη εξαθλίωση

Η θέση του ελληνικού καπιταλισμού σαν του «αδύναμου κρίκου» της Ευρωζώνης, τον ώθησε να έρθει πρώτος πιο κοντά στην χρεοκοπία. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 μέχρι και το 2007 ο ελληνικός καπιταλισμός γνώρισε μια αξιοσημείωτη ανάπτυξη, η οποία στηρίχθηκε κύρια στον υπέρογκο και φθηνότερο σε σχέση με το παρελθόν δανεισμό, που τροφοδότησε τεχνητά την κατανάλωση και ιδιαίτερα, τον τομέα των κατασκευών, μέσω των χιλιάδων στεγαστικών δανείων. Στο τέλος της πολυετούς του ανάπτυξής ο ελληνικός καπιταλισμός είχε εδραιώσει τη θέση του μέσα στο «κλαμπ» του ανεπτυγμένου Δυτικού καπιταλισμού, αλλά παρ’ όλα αυτά, πάντοτε σαν ένας από τους πιο «αδύναμους κρίκους» του.

Η χαμηλή ανταγωνιστικότητα του ελληνικού «αδύναμου κρίκου» οφείλεται ιστορικά στο γεγονός ότι οι έλληνες αστοί, παρά τα μεγάλα κεφάλαια που συσσώρευσαν μεταπολεμικά, ουδέποτε επένδυσαν με ένα εκτεταμένο τρόπο στις νέες τεχνολογίες, στην έρευνα και στην ανάπτυξη της βιομηχανικής παραγωγής.

Η ύφεση ξέσπασε στην Ελλάδα το 2008 σαν έκφραση της διεθνούς τάσης για συρρίκνωση των παραγωγικών δυνάμεων. Όμως το πρωτοφανές της βάθος, από τη μία πλευρά επιβεβαιώνει τον επίπλαστο χαρακτήρα της προηγούμενης πολύχρονης ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού, μιας ανάπτυξης δηλαδή που δεν στηρίχθηκε σε παραγωγικές επενδύσεις και από την άλλη, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην απόπειρα από το 2009 και έπειτα, να αφαιρεθεί βίαια εισόδημα από τις εργαζόμενες μάζες για να αποπληρωθούν τα ληστρικά δάνεια του κράτους.

Η συνολική πτώση του ΑΕΠ από το 2008 μέχρι τα τέλη του 2013 αναμένεται να διαμορφωθεί στο 25% περίπου. Δηλαδή μέσα σε 6 χρόνια, η Ελλάδα θα έχει χάσει το 1/4 του μεγέθους του ΑΕΠ της. Η καταστροφή αυτή μπορεί να συγκριθεί μόνο με τις επιπτώσεις της «Μεγάλης Ύφεσης» στις ΗΠΑ του 1929-33.

Η αύξηση των «στρατιών» των ανέργων και των φτωχών είναι πρωτοφανής. Η θέση του Μαρξ στο «Κεφάλαιο» γνωστή σαν «Θεωρία της αυξανόμενης εξαθλίωσης», που έγινε ο στόχος διαχρονικών επιθέσεων από τους αστούς και τους ρεφορμιστές, βρίσκει την πιο χαρακτηριστική επιβεβαίωσή της στη σημερινή Ελλάδα. Η Ελλάδα έχει υψηλότερο ποσοστό ανεργίας ακόμα και από χώρες όπως το Ιράκ, η Παλαιστίνη και το Κονγκό. Το πραγματικό ποσοστό σύμφωνα με το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ είναι 30% και μέσα στο 2013 το Ινστιτούτο υπολογίζει ότι θα εκτοξευθεί στο 34%, κάτι που σημαίνει ότι ο αληθινός αριθμός των άνεργων θα ξεπεράσει τα 2 εκατομμύρια. Το πιο ακραίο φαινόμενο σχετικά με την ανεργία, είναι το γεγονός ότι σήμερα 450.000 οικογένειες φυτοζωούν, χωρίς ούτε έναν εργαζόμενο. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν 1.300.000 άτομα που δεν έχουν κανένα εισόδημα.

Συνολικά τα εισοδήματα των μισθωτών και των συνταξιούχων από τις αρχές του 2008 έχουν υποστεί καθίζηση κατά 50%. Η αγοραστική δύναμη των μισθωτών και των συνταξιούχων σύμφωνα με το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ έχει πλέον επιστρέψει στα επίπεδα της δεκαετίας του 1970. Βρίσκεται στα επίπεδα χωρών όπως η Εσθονία, η Τσεχία και η Κροατία και έπεσε κάτω από το 50% του μέσου όρου των ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών χωρών. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ συνολικά 3.900.000 Έλληνες βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας.

Με δεδομένες αυτές τις εφιαλτικές κοινωνικές συνθήκες, είναι εντελώς παράλογο και ουτοπικό να υποστηρίζεται σήμερα ότι στην Ελλάδα υπάρχει χώρος για «προοδευτικές μεταρρυθμίσεις» πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού. Αντίθετα, η λήψη επαναστατικών σοσιαλιστικών μέτρων είναι μονόδρομος. Όσοι υποστηρίζουν ότι διαθέτουν την πολιτική συνταγή που μπορεί να αφαιρέσει από τον καπιταλισμό το βάρβαρο, πραγματικό του πρόσωπο και να οικοδομήσει πάνω στο έδαφός του ένα «προοδευτικό» και «κοινωνικό»  κράτος, αντικειμενικά και ανεξάρτητα από τις προθέσεις τους είναι δημαγωγοί.

Το πρόγραμμα άγριας λιτότητας και περικοπών που εφαρμόζεται τα τελευταία χρόνια δεν είναι μια «λάθος συνταγή». Οι συνασπισμένοι δυτικοί ιμπεριαλιστές – πιστωτές και η ελληνική άρχουσα τάξη ξέρουν πολύ καλά τι κάνουν. Ονομάζοντας την επίθεση στο βιοτικό επίπεδο των μαζών «υποτίμηση», παραδέχονται ότι συνειδητά συντρίβουν τα εργατικά και μικροαστικά εισοδήματα, για να εξυπηρετηθούν τα ληστρικά κρατικά δάνεια και να εξασφαλιστούν στο μέλλον τα μεγαλύτερα κέρδη για τις πιο ισχυρές μερίδες του κεφαλαίου.

Ωστόσο η ίδια η ζωή, με τη μια χώρα της Ευρωζώνης μετά την άλλη να αντιμετωπίζει το φάσμα της υπερχρέωσης, αποδεικνύει ότι το αδιέξοδό του ελληνικού καπιταλισμού είναι οργανικό τμήμα ενός διεθνούς καπιταλιστικού αδιεξόδου. Οι προοπτικές του είναι πλήρως υποταγμένες στις δυσοίωνες προοπτικές της ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας.

Αν ο ευρωπαϊκός και ο παγκόσμιος καπιταλισμός εισέρχονταν σε μια περίοδο ισχυρής ανάκαμψης, τότε θα ήταν αυξημένες οι πιθανότητες για μια διευθέτηση του ελληνικού χρέους, που θα μπορούσε να εξασφαλίσει σταθερότητα για το ευρώ και να θέσει ξανά σε τροχιά ανάπτυξης τον ελληνικό καπιταλισμό. Όμως στις παρούσες συνθήκες εισόδου σε μια δεύτερη απανωτή διεθνή ύφεση, για τον ελληνικό καπιταλισμό προδιαγράφεται ένα μέλλον πλήρους χρεοκοπίας και παρακμής.

Η προοπτική εξόδου από το ευρώ και ο κλονισμός της Ευρωζώνης

Η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ είναι ένα πραγματικό ενδεχόμενο. Όμως δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απομονωμένα, αλλά μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της κρίσης του ευρωπαϊκού και παγκόσμιου καπιταλισμού.

Το ευρώ έγινε πραγματικότητα σε μια περίοδο ανάπτυξης του καπιταλισμού στη Δύση. Σε μια τέτοια περίοδο, η πυρετώδης άνοδος της καπιταλιστικής κερδοφορίας τροφοδότησε τα ανοίγματα των ισχυρότερων καπιταλιστών της Ευρώπης και ιδιαίτερα των Γερμανών, προς την περαιτέρω οικονομική ενοποίηση, γύρω από ένα ενιαίο νόμισμα. Οι Γερμανοί καπιταλιστές με όχημα το ενιαίο νόμισμα, εδραίωσαν την κυριαρχία τους στη μεγάλη Ευρωπαϊκή αγορά και ισχυροποίησαν το ρόλο τους παγκόσμια.

Τα πράγματα όμως, είναι εντελώς διαφορετικά σήμερα που η βαθιά ύφεση εξαπλώνεται στην Ευρωζώνη, οξύνοντας το πρόβλημα του χρέους. Σε αυτές τις συνθήκες, η Γερμανία και γενικότερα ο εύρωστος ευρωπαϊκός καπιταλιστικός Βοράς, για να διατηρήσει το κεκτημένο του ευρώ, θα πρέπει να χρηματοδοτεί για πολλά χρόνια τα χρέη του Νότου, συμπαρασυρόμενος και αυτός στο «τούνελ» της ύφεσης. Συνεπώς, όσο η κρίση θα βαθαίνει, τόσο περισσότερο η σημερινή σύνθεση της Ευρωζώνης θα καθίσταται ασύμφορη για τους ισχυρότερους ευρωπαίους καπιταλιστές και θα υπονομεύεται το ευρώ.

Στο πλαίσιο αυτή της διαδικασίας, η Ελλάδα σαν ο «πιο αδύναμος κρίκος» της Ευρωζώνης, είναι αντικειμενικά η πρώτη υποψήφια να εγκαταλείψει το ευρώ. Αλλά δεν θα είναι η μόνη. Η δραματική χειροτέρευση της κρίσης στην Ισπανία και τις υπόλοιπες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, δείχνει ότι ο κατάλογος των υποψηφίων συνεχώς θα μεγαλώνει, αυξάνοντας τις πιθανότητες για μια πιο ολιγομελή Ευρωζώνη ή ακόμα και για την διάλυση αυτής με τη σημερινή της μορφή.

Η δύναμη που ωθεί την Ελλάδα έξω από το ευρώ, είναι το ίδιο το ξεδίπλωμα της κρίσης του καπιταλισμού διεθνώς και ειδικά στην Ευρωζώνη. Η βαθειά ύφεση στη χώρα, που «ανατροφοδοτείται» από την ύφεση που εξαπλώνεται στο σύνολο της Ευρωζώνης και από τα ίδια τα βάρβαρα μέτρα των Μνημονίων, είναι η δύναμη που σπρώχνει ταχύτατα την Ελλάδα προς την κατεύθυνση του εθνικού νομίσματος.

Η άποψη που υποστηρίζει ότι η Ελλάδα δεν μπορεί ποτέ να βγει από το ευρώ επειδή αυτό δεν συμφέρει στην παρούσα φάση τους ισχυρούς της ΕΕ, είναι εσφαλμένη και κοντόφθαλμη. Ασφαλώς είναι σωστή η διαπίστωση ότι η ζημιά από την έξοδο της Ελλάδας ή και άλλων χωρών από την Ευρωζώνη θα είναι μεγάλη για τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό. Εκτός από την επιβάρυνση κρατών και τραπεζών με νέα χρέη, αυτή η εξέλιξη θα εκτοξεύσει το κόστος δανεισμού για όλους τους «εταίρους» και θα ρίξει την αξία του ευρώ στις αγορές, αποσταθεροποιώντας το σύνολο της παγκόσμιας οικονομίας. Γι’ αυτό άλλωστε, μέχρι σήμερα οι ισχυρότερες καπιταλιστικές χώρες της Ευρωζώνης, προεξάρχουσας της Γερμανίας, προσπαθούν να κρατήσουν την Ελλάδα στο ευρώ με το λιγότερο δυνατό κόστος για τις ίδιες και με το μεγαλύτερο δυνατό για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα της χώρας. Αναμφίβολα, δεν θέλουν να φύγει η Ελλάδα και καμία άλλη χώρα από το ευρώ. Όμως το να κάνει κάποιος διαπιστώσεις για τις οικονομικές προοπτικές στον καπιταλισμό με κριτήριο μόνο το τι θέλει άρχουσα τάξη είναι ο ορισμός της μυωπίας. Οι αστοί θα ήθελαν να μην υπάρχει καν ύφεση, όμως εξαιτίας των αντιφάσεων του συστήματός τους, αυτή είναι αναπόφευκτη. Παρόμοια, η τάση συρρίκνωσης και υπονόμευσης της Ευρωζώνης δεν είναι στις προθέσεις τους, αλλά όπως ήδη εξηγήσαμε, το πιο πιθανό είναι να τους επιβληθεί από τα πράγματα.

Οι Γερμανοί και οι άλλοι ισχυροί ευρωπαίοι καπιταλιστές του Βορά, αντιλαμβανόμενοι ότι η κατάσταση του ελληνικού καπιταλισμού διαρκώς θα επιδεινώνεται με την εμφάνιση συνθηκών ανεξέλεγκτης χρεοκοπίας και ότι θα απαιτούνται διαρκώς νέα επισφαλή δάνεια για να κρατιέται ο ελληνικός καπιταλισμός τεχνητά στα πόδια του, κάποια στιγμή πιθανότατα θα αναγκαστούν να σπρώξουν την Ελλάδα έξω από το κοινό νόμισμα, σε μια πορεία συνολικής υπονόμευσης του ευρώ.

Το ζήτημα του νομίσματος και η θέση του ΣΥΡΙΖΑ

Ανεξάρτητα από την μορφή που θα λάβει μια ενδεχόμενη επιστροφή της Ελλάδας σε εθνικό νόμισμα (συναινετική με τους δανειστές ή όχι, αποτέλεσμα άτακτης χρεοκοπίας), πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού θα έχει ολέθρια αποτελέσματα για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα.

Το νέο νόμισμα θα τείνει να απαξιωθεί από την  αρχή και θα υποτιμηθεί ραγδαία. Αυτό θα έχει σαν συνέπεια μια μεγάλη μείωση του εισοδήματος της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Ο πληθωρισμός θα γιγαντωθεί σαν αποτέλεσμα της διοχέτευσης πληθωριστικού χρήματος στην κυκλοφορία για αναγκαίες πληρωμές (χρήμα που δεν θα αντανακλά πραγματικές παραγόμενες αξίες), αλλά και της ακρίβειας των χιλιάδων αναγκαίων εισαγόμενων εμπορευμάτων. Το κρατικό χρέος, ακόμα και αν η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα συνοδευτεί από μια δραστική του περικοπή, θα πολλαπλασιαστεί γρήγορα, καθώς ο δανεισμός του κράτους – αλλά και των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων – λόγω των υποτιμήσεων και του πληθωρισμού, θα γίνει πανάκριβος. Η συνέπεια όλων αυτών θα είναι μια ακόμα μεγαλύτερη ύφεση, με μια νέα απότομη πτώση του ΑΕΠ.

Η αναγνώριση από τους μαρξιστές των συνθηκών που θα δημιουργηθούν με την επιστροφή σε εθνικό νόμισμα πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού, δεν ισοδυναμεί καθόλου με την υποστήριξη του ευρώ και των αντιδραστικών πολιτικών που συνοδεύουν την απόπειρα για τη διάσωσή του. Αυτό που πρέπει να έχουμε κατά νου, είναι ότι πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού, σε τελική ανάλυση, είτε με ευρώ, είτε με εθνικό νόμισμα, η πτώση του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης, θα διαφέρει κύρια στους ρυθμούς και τη μορφή και λιγότερο στην έκταση.

Η πιθανή επιστροφή στο εθνικό νόμισμα θα αποτελέσει  σε κάποιο διάστημα ένα «αναγκαίο κακό», που θα επιβληθεί στους έλληνες αστούς, από την ταχύτατη ανάπτυξη της κρίσης και τη χαμηλή ανταγωνιστικότητα του ελληνικού καπιταλισμού. Οι έλληνες αστοί,  μη έχοντας καμία πρόθεση να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού καπιταλισμού με σοβαρές επενδύσεις στη βιομηχανία, την τεχνολογία, την επιστήμη και την έρευνα, θα επιχειρήσουν να εκμεταλλευτούν την επιστροφή στο υποτιμημένο εθνικό νόμισμα για να αποκτήσουν ένα τεχνητό πλεονέκτημα στις εξαγωγές τους, τσακίζοντας έτσι επίσης, πιο αποτελεσματικά το εργατικό κόστος. Όμως, καθώς το μεγαλύτερο τμήμα των ελληνικών εξαγωγών κατευθύνεται σε χώρες της ΕΕ, οι ευρωπαίοι αστοί δεν πρόκειται να επιτρέψουν μια ανενόχλητη εισβολή φθηνών ελληνικών εμπορευμάτων στις αγορές τους. Έτσι, αναπόφευκτα η έξοδος από το ευρώ θα συνοδευτεί από μια σειρά μέτρων προστατευτισμού ενάντια στην Ελλάδα και πιθανότατα, από την έξωσή της και από την ίδια την Ε.Ε.

Οι υποστηρικτές της εξόδου από το ευρώ σαν λύση για το σημερινό αδιέξοδο της χώρας, επικαλούνται το παράδειγμα της Αργεντινής, η οποία έχοντας στα χέρια της το υποτιμημένο «πέσο», ανέκαμψε σχετικά γρήγορα μετά από την κατάρρευση του 2001. Όμως η οικονομία της Αργεντινής είχε ωφεληθεί τότε από την παγκόσμια οικονομική ανάκαμψη και την αυξανόμενη ζήτηση για τα αγροτικά της προϊόντα, κύρια από την Κίνα. Αντίθετα μια ελληνική χρεοκοπία με υιοθέτηση εθνικού νομίσματος, θα λάβει χώρα μέσα σε εντελώς διαφορετικές διεθνείς συνθήκες, σε μια παγκόσμια ύφεση, με συρρικνωμένες αγορές και αυξανόμενο προστατευτισμό.

Η επιλογή της υιοθέτησης της εξόδου από το ευρώ σαν το βασικό σύνθημα για την Αριστερά από πολιτικές δυνάμεις εντός και εκτός του ΣΥΡΙΖΑ, είναι βαθειά λαθεμένη και επιζήμια. Ακόμα και αν αυτό δεν βρίσκεται στις προθέσεις τους, οδηγεί στην δημιουργία μιας σειράς από επιβλαβείς πολιτικές παρενέργειες και στρεβλώσεις που πλήττουν την υπόθεση της υπεράσπισης του σκοπού του σοσιαλισμού. Καλλιεργεί την εντύπωση ότι την κρίση δημιούργησε το νόμισμα και όχι οι αντιφάσεις του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος. Σημαίνει την «ντε φάκτο» αποδοχή σαν «αναγκαίου κακού» όλων των δεινών που θα φέρει για τις μάζες η νομισματική υποτίμηση και ο υπερπληθωρισμός. Δημιουργεί την αυταπάτη ότι οι μέθοδοι του εθνικού προστατευτισμού μπορούν να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της εργατικής τάξης. Με την πατριωτική της οπτική, δεν προωθεί, αλλά αντίθετα υπονομεύει την ζωτική υπόθεση του κοινού και συντονισμένου αγώνα της ευρωπαϊκής και διεθνούς εργατικής τάξης ενάντια στον καπιταλισμό.

Αυτή η πατριωτική θέση που δεν προβάλει σαν κύριο και επιτακτικό ζήτημα την εργατική διεθνιστική αλληλεγγύη σε όλη την Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένου ιδίως του Βορά, αλλά την επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, αν υιοθετηθεί από τον ΣΥΡΙΖΑ αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε ολέθριες τακτικές επιδίωξης κοινού μετώπου με μια υποτιθέμενη «πατριωτικά σκεπτόμενη» μερίδα του κεφαλαίου, η οποία θα υποστηρίζει επίσης την επιστροφή σε εθνικό νόμισμα.

Ασφαλώς μια επαναστατική, σοσιαλιστική κυβέρνηση, ερχόμενη στην εξουσία θα υποχρεωθεί να τυπώσει νέο νόμισμα για να αντιμετωπίσει τη βέβαιη απόπειρα επιβολής «νομισματικής ασφυξίας» από την ΕΕ και να κάνει τις αναγκαίες πληρωμές. Όμως η έκδοση νέου νομίσματος θα είναι μια αναγκαστική, τεχνική ενέργεια για να στηριχθεί το πρόγραμμα εγκαθίδρυσης μιας κοινωνικοποιημένης, σχεδιασμένης οικονομίας. Είναι απαράδεκτο να ανάγεται σε κύριο σύνθημα που παραμερίζει ή επισκιάζει το ίδιο το πρόγραμμα του σοσιαλισμού και τη ζωτική αναγκαιότητα της εφαρμογής του. Η έκδοση νομίσματος από μια κυβέρνηση που θα εφαρμόσει ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα, δεν θα πραγματοποιηθεί σαν ένα μέτρο αστικού, εθνικού προστατευτισμού, αλλά στην υπηρεσία των σκοπών της σοσιαλιστικής επανάστασης, ενταγμένη στην υπόθεση της εξάπλωσής της στην Ευρώπη, που συνεπάγεται προοπτικά την ενοποίηση της ηπείρου γύρω από ένα νέο νόμισμα – σύμβολο της κοινωνικοποιημένης, σχεδιασμένης, σοσιαλιστικής οικονομίας.

Από την άλλη πλευρά όμως, η πολιτική υπεράσπιση του ευρώ πάνω στο έδαφος της καπιταλιστικής Ευρωζώνης, σημαίνει ταυτόχρονα και υπεράσπιση της μόνης πολιτικής που είναι εφικτή σε καπιταλιστική βάση, δηλαδή της άγριας λιτότητας. Σε συνθήκες ραγδαίας ανάπτυξης της διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης δεν υπάρχει κανένας «μαγικός» τρόπος που να μπορεί να εξασφαλίσει παραμονή στο ευρώ και ευημερία για τον εργαζόμενο λαό της Ελλάδας. Η υπεράσπιση του ευρώ πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού δεν είναι καθόλου μια «διεθνιστική στάση». Ισοδυναμεί στην πράξη με την υποστήριξη του ευρωπαϊκού κεφαλαίου ενάντια στην ευρωπαϊκή εργατική τάξη.

Οι πραγματικοί σοσιαλιστές δεν πρέπει να υποστηρίζουν τη μια ή την άλλη νομισματική πολιτική των αστών, το ένα ή το άλλο νόμισμα. Το καθήκον τους είναι να υπερασπίζουν την αναγκαιότητα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας. Το δίλλημα «ευρώ η δραχμή» είναι ψεύτικο. Το μόνο αληθινό πολιτικό δίλλημα για τους εργαζόμενους είναι σήμερα το ακόλουθο : πρόγραμμα διαχείρισης του βάρβαρου καπιταλισμού ή πρόγραμμα ανατροπής του για τη θεμελίωση του σοσιαλισμού!

Η συντηρητική μετατόπιση της ηγεσίας και οι επιζήμιες συνέπειές της

Μέσα στις δραματικές συνθήκες που διαμόρφωσε η καπιταλιστική κρίση, η εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, έχοντας δώσει τα προηγούμενα χρόνια μαζικούς αγώνες που ριζοσπαστικοποίησαν την συνείδηση τους, στράφηκαν στον ΣΥΡΙΖΑ για να εκφράσει πολιτικά τα συμφέροντα και τις διεκδικήσεις τους.

Μετά τον σχηματισμό της συγκυβέρνησης Σαμαρά οι εργαζόμενοι και οι νέοι προσδοκούσαν από την ηγεσία του κόμματός μας να αφιερώσει όλες τις δυνάμεις της για να συντονίσει και να αναπτύξει τους μαζικούς ταξικούς αγώνες. Εκείνη όμως αντίθετα, επέδειξε παθητικότητα και μετατοπίστηκε σε πιο «μετριοπαθείς», δηλαδή δεξιότερες πολιτικές θέσεις, όπως η πρόθεση για επαναδιαπραγμάτευση με την τρόικα, η πρόταση για μια κυβέρνηση «λαϊκής σωτηρίας» αντί για μια αριστερή κυβέρνηση, η επίκληση της «καμένης γης» στη οικονομία σαν άλλοθι για να αποφύγει ριζοσπαστικές πολιτικές δεσμεύσεις. Παράλληλα, προέβη σε μια σειρά συναντήσεων, ομιλιών και δημόσιων τοποθετήσεων που αντανακλούσαν ξεκάθαρα την πρόθεση παροχής «διαπιστευτηρίων» αποκήρυξης επαναστατικών πολιτικών στην τρόικα και την ελληνική άρχουσα τάξη.

Η δεξιά πολιτική μετατόπιση της ηγεσίας δεν είναι ένα κακόβουλο εφεύρημα εσωκομματικών της αντιπάλων. Διαπιστώνεται και σχολιάζεται αρνητικά καθημερινά από τους απλούς εργαζόμενους στις γειτονιές και τους χώρους δουλειάς, αλλά και σημειώνεται όπως είναι φυσικό, θετικά από τους απολογητές της άρχουσας τάξης και της τρόικας στα ΜΜΕ.

Οι συνέπειες αυτής της πολιτικής μετατόπισης είναι ολέθριες. Πολλαπλασιάζει την απογοήτευση των εργαζόμενων από τη μη νικηφόρα έκβαση των μαζικών ταξικών αγώνων των τελευταίων χρόνων. Ανακόπτει το δυναμικό ρεύμα υποστήριξης που αναπτύχθηκε στη βάση αριστερών και ριζοσπαστικών συνθημάτων για τον ΣΥΡΙΖΑ την προηγούμενη περίοδο. Προσδίδει στην υποστήριξη στον ΣΥΡΙΖΑ έναν «απονευρωμένο», εκλογικό χαρακτήρα, χωρίς ενθουσιασμό για τις θέσεις του και με δικαιολογημένο σκεπτικισμό για τις αληθινές προθέσεις της ηγεσίας. Με άλλα λόγια, υπονομεύει την ανάπτυξη της επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ και δημιουργεί την αιτία για την εμφάνιση κρίσεων εσωστρέφειας και διασπάσεων στο άμεσο μέλλον.

Πάνω από όλα όμως, η δεξιά μετατόπιση προετοιμάζει το έδαφος για μεγάλες ήττες της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος όταν οι «μετριοπαθείς» απόψεις θα επιχειρηθεί να εφαρμοστούν στην εξουσία από μια κυβέρνηση «λαϊκής σωτηρίας με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ» και «λαϊκόδεξιούς» ή «κεντροαριστερούς» συμμάχους, όπως αυτή, που άλλοτε ανοιχτά και άλλοτε συγκεκαλυμμένα, προτείνει σήμερα η ηγεσία.

Το πρόσφατο παράδειγμα της Κύπρου απέδειξε ότι δεν υπάρχουν τα παραμικρά περιθώρια για ουσιαστική «επαναδιαπραγμάτευση» των δανειακών συμβάσεων. Αυτό ισχύει στο πολλαπλάσιο για κυβερνητικά σχήματα στα οποία θα συμμετέχουν αριστερά κόμματα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ. Η απόπειρα για μια «μετριοπαθή» κυβερνητική πολιτική σε κλίμα «διαλόγου» και «ηπιότητας» θα αποθρασύνει την τρόικα και τα εγχώρια αστικά επιτελεία και θα τους κάνει να προβούν σε ασφυκτικές οικονομικές, πολιτικές και διπλωματικές πιέσεις και απειλές για να υποτάξουν πλήρως την ηγεσία και να εκθέσουν τον ΣΥΡΙΖΑ στα μάτια των εργαζόμενων. Έτσι η ηγεσία εγκλωβισμένη σ’ ένα ετερογενές ταξικά και πολιτικά κυβερνητικό σχήμα και χωρίς ένα επεξεργασμένο επαναστατικό, σοσιαλιστικό πρόγραμμα, θα υποχρεωθεί να υποκύψει στις πιέσεις του καπιταλισμού και θα βρεθεί αντιμέτωπη με την ίδια την κοινωνική της βάση, την εργατική τάξη και τα φτωχότερα στρώματα του λαού, συμπαρασύροντας το κόμμα στην κρίση και το αδιέξοδο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να αγωνιστεί για μια επαναστατική και σοσιαλιστική κυβέρνηση

Αντί για τον ολέθριο και καταδικασμένο σε αποτυχία δρόμο της «σταδιακής μεταρρύθμισης» του σάπιου καπιταλισμού και του κράτους που τον υπηρετεί από μια κυβέρνηση «λαϊκής σωτηρίας», η κυβέρνηση για την οποία οφείλει να παλεύει ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να είναι επαναστατική και σοσιαλιστική! Αυτή η κυβέρνηση από τη φύση της δεν μπορεί να σχηματιστεί σε συμμαχία με κανένα από τα αστικά κόμματα ή τις διασπάσεις τους. Πιο συγκεκριμένα, οι ΑΝΕΛ, με τους οποίους το τελευταίο διάστημα η ηγεσία καλλιεργεί ένα φιλικό και συμμαχικό κλίμα, θα μπουν σε μια κυβέρνηση με τον ΣΥΡΙΖΑ μόνο για να τον υπονομεύσουν, να τον απομακρύνουν από την κοινωνική του βάση και τα συμφέροντά της, να τον κρατήσουν μέσα στα όρια του καπιταλισμού και τελικά να τον διασπάσουν. Συνεπώς, οποιαδήποτε πολιτική συνεργασία με τους ΑΝΕΛ και κάθε άλλο αστικό σχηματισμό είναι απαράδεκτη.

Τα ίδια ολέθρια αποτελέσματα θα έχει και η επιδίωξη μιας συγκυβέρνησης με το ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ ή διασπάσεις τους, κόμματα που ελέγχονται πολιτικά από την άρχουσα τάξη και έχουν χρεοκοπήσει στη συνείδηση της εργατικής τάξης και των φτωχότερων λαϊκών στρωμάτων λόγω του παρελθόντος τους και της συμμετοχή τους στην συγκυβέρνηση Σαμαρά. Η μόνη πολιτική δύναμη με την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να σχηματίσει μια επαναστατική, σοσιαλιστική κυβέρνηση είναι το ΚΚΕ, ασφαλώς με την προϋπόθεση ότι – εκτός από τον αναγκαίο επαναστατικό προσανατολισμό του ίδιου του κόμματός μας – το ΚΚΕ θα εγκατέλειπε τη σημερινή σεχταριστική ηγετική τακτική και θα υιοθετούσε μια γνήσια κομμουνιστική και λενινιστική ενωτική τακτική.

Ο ΣΥΡΙΖΑ παλεύοντας για μια επαναστατική, σοσιαλιστική κυβέρνηση θα πρέπει να καλέσει τους εργαζόμενους και τη νεολαία να κινητοποιηθούν και να οργανωθούν σε κάθε γειτονιά και χώρο δουλειάς, ώστε να εγγυηθούν και να ελέγχουν την εφαρμογή του προγράμματός της στην εξουσία. Χρειάζεται να απευθύνει έκκληση για τη διενέργεια συνελεύσεων σε κάθε γειτονιά και χώρο δουλειάς, οι οποίες θα εκλέξουν επιτροπές αγώνα συντονισμένες μεταξύ τους σε επίπεδο πόλης και σε πανεθνικό επίπεδο και θα δημιουργήσουν ομάδες αυτοάμυνας ενάντια στη βία του κρατικού μηχανισμού και των φασιστών, επίσης συνδεδεμένες σε επίπεδο πόλης και πανελλαδικά.

Η επαναστατική, σοσιαλιστική κυβέρνηση θα δεχθεί τρομακτικές πιέσεις και απειλές από την τρόικα και το εγχώριο και διεθνές κεφάλαιο. Ο καλύτερος σύμμαχος ενάντια σε αυτές είναι η αλληλεγγύη της ευρωπαϊκής και διεθνούς εργατικής τάξης. Με συντονισμένες και διαρκείς εκκλήσεις η κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να επιδιώξουν την ενεργή κινητοποίηση των εργαζόμενων και της νεολαίας σε ολόκληρη την Ευρώπη, με στόχο να ηττηθεί ο πολύπλευρος πόλεμος του διεθνούς κεφαλαίου ενάντια στον εργαζόμενο λαό της Ελλάδας.

Πάνω από όλα όμως, η επαναστατική, σοσιαλιστική κυβέρνηση θα πρέπει να διαθέτει το κατάλληλο πολιτικό και οικονομικό σχέδιο προγράμματος. Δεν χρειαζόμαστε ένα «σχέδιο Β», για να εφαρμοστεί, τάχα, στην περίπτωση που θα αποτύχει η – εκ των προτέρων καταδικασμένη – απόπειρα για «σταδιακές μεταρρυθμίσεις». Αυτή θα είναι μια καταστροφική πολιτική, που θα οδηγήσει το κίνημα απροετοίμαστο στην αρένα της αστικής αντίδρασης. Χρειαζόμαστε ένα καλά επεξεργασμένο και δημόσια διακηρυγμένο προγραμματικό σχέδιο, που θα πείσει τον εργαζόμενο λαό ότι αξίζει να παλέψει δραστήρια για την εφαρμογή του.

Το σοσιαλδημοκρατικού τύπου «μίνιμουμ πρόγραμμα», των επιμέρους μεταρρυθμίσεων, είναι ακατάλληλο. Μέσα στη σημερινή βαθειά ιστορική κρίση του καπιταλισμού και ειδικά, στις συνθήκες του αδύναμου ευρωπαϊκού «κρίκου» του ελληνικού καπιταλισμού, η απόπειρα εφαρμογής ακόμα και της πιο μετριοπαθούς και στοιχειώδους φιλολαϊκής μεταρρύθμισης, όπως είναι η κατάργηση μέτρων των Μνημονίων, θα προκαλέσει όπως ήδη εξηγήσαμε, ένα αδυσώπητο πόλεμο από το ντόπιο και ξένο κεφάλαιο.

Η απάντηση σε αυτόν το βέβαιο πόλεμο μπορεί να είναι μόνο μια : η εγκαθίδρυση μιας κεντρικά και δημοκρατικά σχεδιασμένης οικονομίας, με κοινωνικοποιημένους τους βασικούς της τομείς, που θα αντικαταστήσει τον σάπιο ελληνικό καπιταλισμό. Αυτός είναι ο μόνος δρόμος για να ανακτηθεί το χαμένο βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων και να βρουν δουλειά και αξιοπρέπεια οι εκατοντάδες χιλιάδες άνεργοι. Αυτός είναι ο μόνος δρόμος για να τεθούν άμεσα τα σταθερά θεμέλια του σοσιαλισμού!

Η ανωτερότητα της δημοκρατικά σχεδιασμένης, κοινωνικοποιημένης οικονομίας

Ο σκοπός μιας δημοκρατικά σχεδιασμένης, κοινωνικοποιημένης οικονομίας είναι να εξασφαλίσει δουλειά και αξιοπρεπή διαβίωση για όλους τους εργαζόμενους. Η «ιερή ελευθερία της αγοράς», δηλαδή η ασυδοσία του μεγάλου κεφαλαίου σε βάρος των πλατιών μαζών της εργατικής τάξης και των φτωχών μικροαστικών στρωμάτων της πόλης και του χωριού, θα παραβιαστεί για να μπορέσουν να επιβιώσουν εκατομμύρια εξαθλιωμένοι άνθρωποι που σπρώχνονται από τον καπιταλισμό καθημερινά στο περιθώριο.

Η οικονομία θα λειτουργήσει στη βάση ενός συνεκτικού οικονομικού σχεδίου, με την ενεργή συμμετοχή και τον διαρκή δημοκρατικό έλεγχο των εργαζόμενων μαζών, τόσο κατά οικονομική μονάδα, όσο και σε πανελλαδικό επίπεδο. Οι ιδιωτικές τράπεζες θα απαλλοτριωθούν και θα δημιουργηθεί μια ενιαία κοινωνικοποιημένη τράπεζα – χρηματοδότης μιας κοινωφελούς οικονομικής ανάπτυξης. Οι μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις σε όλους τους κλάδους θα απαλλοτριωθούν και θα μετατραπούν σε κοινωνική ιδιοκτησία. Οι μεγάλες αγροτικές και κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις επίσης θα απαλλοτριωθούν, για να σχεδιαστεί η αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή με κριτήριο την πληρέστερη δυνατή κάλυψη των διατροφικών αναγκών της ελληνικής κοινωνίας.

Οι συγκεντρωμένες μεταφορές, οι υποδομές, οι συγκοινωνίες, οι τηλεπικοινωνίες, η ενέργεια, η ύδρευση και ο ορυκτός πλούτος, θα μετατραπούν σε αποκλειστικά κοινωνική ιδιοκτησία. Το εξωτερικό εμπόριο θα μετατραπεί σε μονοπώλιο του κράτους και σε αιμοδότη των κοινωνικών αναγκών. Με την επιβολή κρατικού μονοπωλίου στο εξωτερικό εμπόριο οι εισαγωγές και οι εξαγωγές της χώρας θα καθοριστούν με βάση τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες και τις αληθινές και σχεδιασμένα αναπτυσσόμενες, παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας.

Οι μεγάλες εμπορικές επιχειρήσεις θα απαλλοτριωθούν και θα αντικατασταθούν από ένα κοινωνικοποιημένο δίκτυο διανομής, ελεγχόμενο δημοκρατικά από τις οργανώσεις των εργαζόμενων καταναλωτών. Η Εκπαίδευση, η Υγεία, η Κοινωνική Ασφάλιση, η Κοινωνική Πρόνοια θα κοινωνικοποιηθούν και κάθε κερδοσκοπική δραστηριότητα σε αυτούς τους τομείς θα απαγορευθεί. Στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τους αυτοαπασχολούμενους κάθε είδους, θα δοθούν κίνητρα συνένωσης, στη βάση ενός σχεδίου για τη σταδιακή αφομοίωση των μονάδων τους στον διαρκώς αναπτυσσόμενο κοινωνικοποιημένο τομέα της οικονομίας.

Η σχεδιασμένη κοινωνικοποιημένη οικονομία θα κάνει πράξη αυτό που είναι σήμερα κοινωνικά ζωτικό, αλλά δεν πραγματοποιείται γιατί είναι απόλυτα ασύμφορο για τους κερδοσκόπους καπιταλιστές που ελέγχουν την οικονομία. Θα συμπεριλάβει στους κόλπους της όλους, ανεξαίρετα, τους άνεργους, μειώνοντας τον χρόνο εργασίας των υπαρχόντων εργαζομένων όσο απαιτείται για να δημιουργηθεί ο αναγκαίος αριθμός νέων θέσεων εργασίας. Οι δημιουργικές, παραγωγικές δυνατότητες εκατοντάδων χιλιάδων καταδικασμένων σε αχρηστία από τον καπιταλισμό εργαζόμενων ανθρώπων θα ξαναχρησιμοποιηθούν και θα απογειώσουν μέσα σε λίγα χρόνια την οικονομία, με πρωτόγνωρους ρυθμούς ανάπτυξης.

Μόνο η εγκαθίδρυση μιας σχεδιασμένης, κοινωνικοποιημένης οικονομίας μπορεί να εξαλείψει τους παράγοντες που γεννούν τις καπιταλιστικές κρίσεις, δηλαδή την αναρχία της παραγωγής και την παραγωγή με σκοπό το ατομικό κέρδος. Με τον κεντρικό σχεδιασμό θα καταστεί δυνατό να πραγματοποιούνται οι κοινωνικά αναγκαίες επενδύσεις στην παραγωγή. Για πρώτη φορά θα γίνει εφικτό να αντιμετωπιστούν συντονισμένα τα σοβαρά περιβαλλοντικά προβλήματα που δημιούργησε με την αναρχική και αδίστακτη κερδοσκοπική λειτουργία του ο καπιταλισμός, αλλά και να θεμελιωθεί μια οικονομική ανάπτυξη που θα σέβεται στο εξής το φυσικό περιβάλλον.

Με τον κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας θα δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για να χρησιμοποιηθεί πληρέστερα και να αναπτυχθεί ταχύτερα η τεχνολογία, εκτοξεύοντας την παραγωγικότητα της εργασίας. Η άνοδος της παραγωγικότητας θα δώσει τη δυνατότητα να μειωθούν ακόμα περισσότερο οι ώρες εργασίας, γεγονός που θα σημάνει την απελευθέρωση χρόνου για να ασχολούνται οι εργαζόμενοι πιο ενεργά με «τα κοινά», να μορφωθούν, αλλά και να ψυχαγωγηθούν περισσότερο.

Η σχεδιασμένη οικονομία δεν είναι ένα ουτοπικό εφεύρημα των μαρξιστών. Η ίδια η ιστορική εμπειρία του 20ου αιώνα απέδειξε την ανωτερότητά της συγκριτικά με τον καπιταλισμό. Η κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία έβγαλε την ΕΣΣΔ, την Κίνα, την Ανατολική Ευρώπη και την Κούβα από την αποικιακή και ημι-αποικιακή καθυστέρηση, εξασφαλίζοντας σημαντική οικονομική ανάπτυξη και ένα επίπεδο διαβίωσης για τους λαούς τους, που ήταν αδύνατο να εξασφαλίσει ο καπιταλισμός. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή της ίδιας της ΕΣΣΔ, όπου από την περίοδο της μεγάλης Οκτωβριανής επανάστασης μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960, η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε κατά 52 φορές, ενώ το ίδιο διάστημα στις ΗΠΑ η αύξηση ήταν μόλις 6 φορές και στην Αγγλία μόλις 2.

Ταυτόχρονα όμως, πρέπει οπωσδήποτε να ληφθούν υπόψη οι αρνητικές πλευρές της ιστορικής εμπειρίας των γραφειοκρατικά παραμορφωμένων εργατικών κρατών σχετικά με τη σχεδιασμένη οικονομία. Αυτή η εμπειρία απέδειξε ότι η σχεδιασμένη οικονομία είναι αδύνατο να λειτουργήσει χωρίς «το οξυγόνο» της εργατικής δημοκρατίας. Για να καταστεί εφικτό να σχεδιαστεί η οικονομία με βάση το είδος και την ποσότητα των αγαθών και υπηρεσιών που η κοινωνία χρειάζεται και μπορεί να αφομοιώσει, ο μόνος που μπορεί να καταγράψει αυτές τις ανάγκες είναι ο ίδιος ο εργαζόμενος λαός, που έχει άμεση επαφή και με την παραγωγή, αλλά και με την κατανάλωση.

Μια οικονομία που διαθέτει στις τάξεις της πολυάριθμες παραγωγικές μονάδες και μια αυξανόμενη έκταση, που η ίδια η αλματώδης ανάπτυξή της κάνει τη συνειδητή της διεύθυνση ένα όλο και πιο πολύπλοκο και σύνθετο καθήκον, δεν μπορεί να σχεδιαστεί από μια ολιγάριθμη και ανεξέλεγκτη διευθυντική ελίτ. Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας τέτοιας απόπειρας, όπως συνέβη στην γραφειοκρατικά παραμορφωμένη ΕΣΣΔ και τα άλλα σταλινικού τύπου καθεστώτα του 20ου αιώνα, θα είναι η κακοδιαχείριση, η διαφθορά και η χαμηλή ποιότητα των παραγόμενων αγαθών.

Η κοινωνικοποιημένη σχεδιασμένη οικονομία είναι η βάση για να οικοδομηθεί μια αναπτυγμένη σοσιαλιστική κοινωνία. Όμως η ιστορική εμπειρία έδειξε ότι είναι ουτοπία να πιστεύει κανείς πως μια τέτοια κοινωνία μπορεί να οικοδομηθεί χωρίς τη συνένωση των παραγωγικών δυνάμεων πολλών και απαραίτητα αναπτυγμένων οικονομικά χωρών. Η κοινωνικοποιημένη σχεδιασμένη οικονομία, δεν είναι δυνατό να εξασφαλίσει υψηλούς δείκτες ανάπτυξης και ευημερίας αν περιοριστεί μέσα στα σύνορα μιας μόνο χώρας.

Ειδικά σε μια μικρή και παραγωγικά αδύναμη συγκριτικά με της μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις χώρα όπως η Ελλάδα, το καλύτερο δυνατό που μπορεί να πετύχει η κοινωνικοποιημένη, σχεδιασμένη οικονομία αν περιοριστεί μέσα στα σύνορά της, είναι να εξασφαλίσει μια ανεκτή και αξιοπρεπή διαβίωση για τις εργαζόμενες μάζες, χωρίς την εκμετάλλευση και τα επίπεδα ανισότητας του καπιταλισμού. Αυτή η κοινωνική πρόοδος όμως, ειδικά στα πρώτα στάδια της εγκαθίδρυσης του νέου οικονομικού μοντέλου, αναπόφευκτα θα συνδυάζεται με την εμφάνιση ελλείψεων, όχι μόνο τεχνολογικών αγαθών, μηχανολογικού εξοπλισμού και εξαρτημάτων, αλλά και χρήσιμων πρώτων υλών, καύσιμων, ακόμα και ορισμένων βασικών για την επιβίωση αγαθών, όπως κάποια είδη φαρμάκων και ιατρικών υλικών, ακόμα και συγκεκριμένες κατηγορίες τροφίμων. Αυτό θα συμβεί εξαιτίας των μεγάλων στρεβλώσεων που κληρονόμησε στην ελληνική οικονομία ο καπιταλισμός και επίσης, σαν αποτέλεσμα του μανιασμένου πολέμου που θα διεξαχθεί από το ντόπιο και ξένο κεφάλαιο ενάντια στην επαναστατημένη χώρα.

Συνεπώς, η επαναστατική, σοσιαλιστική Ελλάδα, από την πρώτη στιγμή θα χρειαστεί την οικονομική και τεχνολογική βοήθεια των πιο αναπτυγμένων χωρών. Αυτό σημαίνει ότι οι Έλληνες εργαζόμενοι, πρέπει να παλεύουν προσηλωμένοι σε μια διεθνιστική προοπτική. Η σοσιαλιστική επανάσταση πρέπει το ταχύτερο δυνατό να επεκταθεί στο διεθνές πεδίο και να οδηγήσει στην εγκαθίδρυση κοινωνικοποιημένων, σχεδιασμένων οικονομιών σε ολόκληρη της Ευρώπη, έτσι ώστε να γίνει πράξη από τους ευρωπαίους εργαζόμενους μια ειλικρινής και πολύπλευρη διεθνής βοήθεια στην Ελλάδα, για την κάλυψη των σοβαρών παραγωγικών ανεπαρκειών της οικονομίας της.

Αυτή είναι μια απόλυτα εφικτή ιστορικά εξέλιξη και όχι η ουτοπία της «εξαγωγής» ενός επαναστατικού παραδείγματος. Ο αγώνας για την ανατροπή του καπιταλισμού στην εποχή της βαθειάς ιστορικής του κρίσης, δεν μπορεί να περιοριστεί στα σύνορα μιας χώρας. Από τη στιγμή που η άγρια λιτότητα και το τσάκισμα των εργατικών δικαιωμάτων είναι το κοινό, πανευρωπαϊκό πρόγραμμα των αστικών κυβερνήσεων, το διεθνές ρεύμα αλληλεγγύης στην επαναστατική Ελλάδα θα τείνει στη μια χώρα μετά την άλλη, να μετατραπεί σε αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό.

Σε όλη την Ευρώπη η εργατική τάξη αντιπροσωπεύει τη συντριπτική πλειοψηφία στον πληθυσμό και διαθέτει πανίσχυρες οργανώσεις. Η επαναστατική Ελλάδα δεν πρόκειται να μείνει για πολύ καιρό μόνη της. Οι Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης, μέσα από τον επαναστατικό αγώνα της ευρωπαϊκής εργατικής τάξης μπορούν και πρέπει να γίνουν η νέα πραγματικότητα που θα αντικαταστήσει τη σημερινή βάρβαρη, καπιταλιστική ΕΕ.

Ο επαναστατικός, σοσιαλιστικός δρόμος είναι ο μόνος ρεαλιστικός δρόμος προόδου!

Ο δρόμος της κοινωνικής ευημερίας και δικαιοσύνης, ο δρόμος του σοσιαλισμού, περιλαμβάνει αναπόφευκτα θυσίες. Δεν έχει υπάρξει ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας καμία προοδευτική, επαναστατική, κοινωνική και πολιτική αλλαγή που να συντελέστηκε δίχως θυσίες. Ποια είναι όμως η μοναδική άλλη «επιλογή» για του εργαζόμενους; Είναι ο δρόμος της παθητικής αποδοχής της αυξανόμενης καπιταλιστικής βαρβαρότητας, των ατέλειωτων ανθρωποθυσιών εκατομμυρίων άνεργων και φτωχών, στο βωμό των κερδών μιας χούφτας καπιταλιστών – παρασίτων.

Στη σημερινή εποχή υπάρχουν όλες οι αντικειμενικές προϋποθέσεις, ώστε οι θυσίες για τη νίκη του σοσιαλισμού να είναι οι λιγότερες δυνατές. Η εργατική τάξη αποτελεί την κοινωνική πλειοψηφία στις περισσότερες χώρες του πλανήτη. Διαθέτει πανίσχυρες μαζικές οργανώσεις και μόρφωση πολύ μεγαλύτερη συγκριτικά με το παρελθόν. Τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας είναι τόσο πολύ ανεπτυγμένα, που τα επαναστατικά ρεύματα – όπως φάνηκε κύρια από το πρόσφατο ξεδίπλωμα της Αραβικής επανάστασης, αλλά και από τη διεθνή εξάπλωση του κινήματος των «αγανακτισμένων» – είναι δυνατό να μεταφερθούν από τη μια γωνιά του πλανήτη στην άλλη, μέσα σε λίγες ώρες. Αρκεί μονάχα να σπάσει ένας κρίκος στη διεθνή καπιταλιστική «αλυσίδα», με τη νίκη της επανάστασης σε μια χώρα! Τότε η επαναστατική σπίθα μπορεί να μετατραπεί σε πυρκαγιά, που θα εξαπλωθεί σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Οι πολιτικοί εκπρόσωποι και υπάλληλοι της τρόικας και της ελληνικής άρχουσας τάξης εξ επαγγέλματος ειρωνεύονται σαν «ανέφικτη» κάθε προγραμματική πρόταση που στρέφεται ενάντια στα συμφέροντα των τραπεζιτών και των υπόλοιπων αρπακτικών του κεφαλαίου. Κάθε διεκδίκηση που αμφισβητεί τα δεσμά των μισθωτών σκλάβων και της τεράστιας στρατιάς ανέργων που αρχίζει να τρέφεται από τα αποφάγια της κοινωνίας, είναι για αυτούς τους καλούς χριστιανούς «λαϊκισμός» και «τυχοδιωκτισμός». Από τη δική τους πλευρά, ιστορικά, δεκάδες αριστερές ηγεσίες όταν έφθαναν κοντά στην εξουσία, έσπευδαν να «στρογγυλέψουν» και να «λογικέψουν» το πρόγραμμά τους κάτω από την πίεση της αστικής τάξης, προσπαθώντας επίσης να πείσουν τους εργαζόμενους ότι μια επαναστατική αλλαγή στην κοινωνία δεν είναι ακόμα «εφικτή».

Τι είναι όμως τελικά στ’ αλήθεια πολιτικά και κοινωνικά εφικτό και τι όχι; Το εφικτό στην κοινωνία και την πολιτική δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Είναι συνάρτηση των αντικειμενικών, υλικών παραγόντων που καθορίζουν την κοινωνική ζωή και του αποτελέσματος της ζωντανής διαπάλης που διεξάγεται ανάμεσα στις βασικές τάξεις της κοινωνίας, την αστική και την εργατική.

Η εγκαθίδρυση μιας δημοκρατικά σχεδιασμένης, κοινωνικοποιημένης οικονομίας που θα ανοίξει τον δρόμο για το σοσιαλισμό σε όλη την Ευρώπη είναι απόλυτα εφικτή σήμερα, γιατί οι παραγωγικές δυνάμεις στην Ελλάδα (η εργασία, η τεχνική, η επιστήμη, η τεχνολογία κ.α) είναι επαρκώς ανεπτυγμένες, ώστε να μπορούν να εξασφαλίσουν μια αξιοπρεπή διαβίωση για κάθε εργαζόμενο άνθρωπο. Ενδεικτικά, το ΑΕΠ της Ελλάδας από το 1990 έως το 2008 αυξήθηκε πάνω από 6 φορές. Όμως η βαθειά σημερινή κρίση του καπιταλισμού που το έχει ήδη συρρικνώσει κατά 25% «κραυγάζει» ότι οι ανεπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις καταδικάζονται σε μαρασμό μέσα στα ασφυκτικά δεσμά των αστικών σχέσεων ιδιοκτησίας.

Ανέφικτη θα ήταν η ανατροπή του καπιταλισμού μόνο αν δεν υπήρχε στην ελληνική κοινωνία η δύναμη που έχει συμφέρον και μπορεί να διασώσει τις σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις από την καπιταλιστικό μαρασμό. Αυτή όμως, όχι μόνο είναι υπαρκτή, αλλά είναι και αντικειμενικά πανίσχυρη. Είναι η εργατική τάξη της Ελλάδας που με βάση τα επίσημα στοιχεία των εθνικών στατιστικών αρχών αποτελεί μια μεγάλη πλειοψηφία στην κοινωνία, με περίπου 2,4 εκατομμύρια μισθωτούς, που αντιπροσωπεύουν το 63,3% του συνόλου των απασχολούμενων. Αν σε αυτούς προσθέσουμε το 1,5 εκατομμύριο της εφεδρικής στρατιάς των ανέργων και εκατοντάδες χιλιάδες «παράνομους» μετανάστες που δεν καταγράφονται πουθενά, έχουμε ένα προλεταριακό κοινωνικό δυναμικό, που μαζί με τα εξαρτημένα οικογενειακά μέλη και τους απόμαχους της δουλειάς διαμορφώνει μια σημαντική πλειοψηφία σε απόλυτους αριθμούς στον ελλαδικό πληθυσμό.

Επιπρόσθετα, η εργατική τάξη της Ελλάδας βρίσκεται σήμερα σ’ ένα ασύγκριτα ψηλότερο μορφωτικό επίπεδο απ’ ότι στο παρελθόν και διαθέτει ισχυρές μαζικές οργανώσεις, που μπορούν να επιβάλουν τη συλλογική της θέληση. Πιο ευνοϊκή από αυτή την αντικειμενική οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα για την έναρξη του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού στην Ελλάδα δεν μπορεί να υπάρξει.

Είναι όμως πολιτικά εφικτή αυτή η ζωτική υπόθεση; Η τεράστια απήχηση του ΣΥΡΙΖΑ στην εργατική τάξη, που φανερώνεται με τα πολύ υψηλά ποσοστά υποστήριξης που συγκεντρώνει στις μεγάλες πόλεις, είναι ένα εξαιρετικός δείκτης για της επαναστατικές πολιτικές δυνατότητες της παρούσας περιόδου, την ώρα που οι αστοί πολιτικοί εξαιτίας της βαθιάς κρίσης του συστήματός τους, δεν μπορούν να δώσουν στα παραδοσιακά κοινωνικά τους στηρίγματα, τους μικροαστούς, ούτε καν υποσχέσεις για μια επιβίωση με υποφερτές στερήσεις.

Όλα αυτά δείχνουν ότι διαμορφώνονται οι αναγκαίες πολιτικές προϋποθέσεις για την ανατροπή του καπιταλισμού και την έναρξη του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού στην Ελλάδα. Ο ΣΥΡΙΖΑ αναδεικνύεται σε υποκειμενικό παράγοντα που μπορεί να κάνει πολιτικά εφικτή τη μεγάλη, επαναστατική κοινωνική αλλαγή. Το μόνο που λείπει από αυτόν είναι το κατάλληλο, επαναστατικό πρόγραμμα. Αυτό όμως, κάθε άλλο παρά ένα δευτερεύον ζήτημα αποτελεί. Αντίθετα, είναι σήμερα το πιο αποφασιστικό ζήτημα.

Το αναγκαίο επαναστατικό, σοσιαλιστικό πρόγραμμα για τον ΣΥΡΙΖΑ : 10 δέσμες μέτρων

Το αδιέξοδο του ελληνικού καπιταλισμού λαμβάνει εφιαλτικές διαστάσεις για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα. Το ένα Μνημόνιο ισοπέδωσης του βιοτικού τους επιπέδου διαδέχεται το άλλο, η ύφεση βαθαίνει, τα φορολογικά έσοδα καταρρέουν, οι στρατιές των φτωχών και των ανέργων αυξάνονται, τα ασφαλιστικά ταμεία σε λίγο καιρό δεν θα μπορούν να παράσχουν συντάξεις.

Μέσα σ’ αυτές τις δραματικές συνθήκες, η εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, έχοντας δώσει μαζικούς αγώνες που ανέπτυξαν και ριζοσπαστικοποίησαν την πολιτική τους συνείδηση, εναποθέτουν όλο και περισσότερο τις ελπίδες τους για την ίδια την επιβίωση στον ΣΥΡΙΖΑ. Απαιτούν από τον ΣΥΡΙΖΑ να ετοιμαστεί άμεσα για να κυβερνήσει. Αυτή η προετοιμασία όμως, δεν είναι ένα ψυχολογικό ζήτημα, αλλά πρώτα και πριν από όλα, είναι ζήτημα υιοθέτησης του κατάλληλου προγράμματος εξουσίας.

Το πρόγραμμα αυτό περιλαμβάνει μέτρα που αν εφαρμοστούν από μια επαναστατική κυβέρνηση στη εξουσία, είναι ικανά να οδηγήσουν στην ανατροπή του καπιταλισμού και στη θεμελίωση του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας.

Σε αντίθεση με τα προγραμματικά πλαίσια που υπερασπίζουν σήμερα οι διάφορες πολιτικές ομάδες στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, τα οποία λιγότερο ή περισσότερο, σύμφωνα με την κλασσική ρεφορμιστική αντίληψη προσεγγίζουν τις στοιχειώδεις πολιτικές και ταξικές  διεκδικήσεις των εργαζόμενων χωρισμένες με ένα «σινικό τείχος» από τον στρατηγικό στόχο, το πρόγραμμα που ακολουθεί γεφυρώνει αυτές τις διεκδικήσεις με τον στρατηγικό σκοπό του σοσιαλισμού. Είναι δηλαδή ένα πρόγραμμα επαναστατικό και μεταβατικό.

1. Διαγραφή του χρέους – άμεση κατάργηση των Μνημονίων και των μέτρων που επιβλήθηκαν από αυτά

Η εκδήλωση της διεθνούς κρίσης υπερπαραγωγής στον ελληνικό καπιταλισμό εκτόξευσε στα ύψη το κρατικό χρέος. Αυτή η αυξητική τάση του χρέους εμφανίστηκε σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες, σαν ένα κοινό σύμπτωμα της καπιταλιστικής κρίσης. Το κρατικό χρέος εκτοξεύθηκε παγκόσμια, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας της συντονισμένης προκλητικής απόπειρας των αστικών κυβερνήσεων να διασωθούν οι τράπεζες με τεράστια ποσά από τους κρατικούς προϋπολογισμούς.

Οι έμμισθοι απολογητές των ελλήνων καπιταλιστών αποδίδουν το υπέρογκο κρατικό χρέος της χώρας στους «δημόσιους υπαλλήλους» και στο «πελατειακό», «κομματικό» κράτος. Αυτή όμως είναι μια διαστρεβλωμένη και ψευδής εικόνα της πραγματικότητας. Σε μια ταξική κοινωνία το κράτος δεν είναι ουδέτερο. Είναι το κράτος της άρχουσας τάξης. Όλες οι στρεβλώσεις του σύγχρονου ελληνικού κράτους αντανακλούν την διαμορφωμένη ιστορικά φύση και νοοτροπία της ελληνικής άρχουσας τάξης.

Ακόμα και οι αυξημένες προσλήψεις στο κράτος σε ορισμένες φάσης κατά την περίοδο της μεταπολίτευσης, σε τελική ανάλυση υπηρέτησαν την ανάγκη να διασφαλιστεί η σταθερότητα του καπιταλισμού, με δεδομένη τη διαχρονική απροθυμία των ελλήνων αστών να προβούν σε σοβαρές παραγωγικές επενδύσεις που θα δημιουργούσαν μαζικά νέες θέσεις εργασίας.

Οι αληθινές σπατάλες που διόγκωσαν το τέρας του χρέους ήταν άλλες. Ήταν καταρχήν, όλες όσες έγιναν εξαιτίας του παρασιτικού οικονομικού ρόλου της ελληνικής άρχουσας τάξης. Οι έλληνες αστοί ήταν διαχρονικά στηριγμένοι στο κρατικό χρήμα πολύ περισσότερο από τις άρχουσες τάξεις στον υπόλοιπο αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο. Έβλεπαν πάντα το κράτος σαν τη βασική πηγή γρήγορου και εύκολου κέρδους μέσα από τις υπερτιμολογημένες μεγάλες κρατικές προμήθειες και εργολαβίες, τις απευθείας «επενδυτικές» επιδοτήσεις, τις φοροαπαλλαγές και την προκλητική κρατική ανοχή στην φοροδιαφυγή.

Επίσης, μια σειρά από άλλες παρασιτικές δαπάνες που αποδεικνύουν τον ταξικό και φαύλο χαρακτήρα του αστικού κράτους, προσέθεσαν διαχρονικά ένα μεγάλο όγκο κρατικών χρεών. Οι παχυλές αμοιβές και τα «έξοδα διαφθοράς» μιας ολόκληρης στρατιάς υψηλόβαθμων κρατικών και κυβερνητικών στελεχών. Οι στρατιωτικές δαπάνες με τις υπερτιμολογήσεις και της μίζες για την αγορά πανάκριβων εξοπλισμών. Οι γενικότερες δαπάνες συντήρησης ενός στρατού δομημένου στην αντιμετώπιση του «εσωτερικού εχθρού» και υποταγμένου στους πολυδάπανους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ. Οι αυξημένες δαπάνες για τα σώματα ασφαλείας στο βωμό της διατήρησης ενός πολυάριθμου και καλά εξοπλισμένου μηχανισμού καταστολής των αγώνων του εργαζόμενου λαού. Οι μισθολογικές δαπάνες του κλήρου, οι ποικίλες χρηματοδοτήσεις, αλλά και μια σειρά προκλητικών φοροαπαλλαγών στην Εκκλησία. Όλα αυτά, δημιούργησαν μια αυξημένη τάση για κρατικό δανεισμό, ο οποίος τις περισσότερες φορές, με τον αδιαφανή και ληστρικό του χαρακτήρα προς όφελος των εγχώριων και ξένων τραπεζών, πολλαπλασίαζε το χρέος.

Μετά από 2 Μνημόνια, Μεσοπρόθεσμα, «PSI» και ένα «επιτυχημένο» πρόγραμμα επαναγοράς ομολόγων, το κρατικό χρέος είναι μεγαλύτερο από τη στιγμή εμφάνισης της κρίσης, τόσο σε απόλυτους αριθμούς, όσο και σαν ποσοστό επί του ΑΕΠ. Το 2009 το κρατικό χρέος της Ελλάδας  βρισκόταν στα 298,5 δισ. ευρώ και στο 128,9% του ΑΕΠ. Στο τέλος του 2013 με βάση τις προβλέψεις του ΔΝΤ αναμένεται να διαμορφωθεί στα 330 δισ ευρώ και στο 178,5% του ΑΕΠ . Αυτά είναι τα αποτελέσματα της «σωτηρίας» της χώρας από τους συνασπισμένους δανειστές της.

Όσο διατηρείται αυτό το τεράστιο βάρος πάνω στις πλάτες του ελληνικού λαού δεν μπορεί να γίνει πράξη κανένα πραγματικό βήμα κοινωνικής προόδου. Το στοιχειώδες καθήκον μιας επαναστατικής, σοσιαλιστικής κυβέρνησης είναι να απαλλάξει την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα από αυτό το άθλιο βάρος παρασιτικών και ληστρικών «υποχρεώσεων» που φόρτωσαν πάνω στις πλάτες τους οι αστικές κυβερνήσεις.

Η επαναστατική, σοσιαλιστική κυβέρνηση πρέπει άμεσα να πάρει τα ακόλουθα μέτρα:

α) Διαγραφή του χρέους του ελληνικού κράτους με παράλληλη:

Αποζημίωση των μικρο-ομολογιούχων σε ύψος που θα διαμορφώνεται ανάλογα με την οικονομική τους κατάσταση.

Εξασφάλιση επαρκούς χρηματοδότησης στα ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία που κατέχουν ομόλογα του ελληνικού κράτους για να μην κινδυνεύσει η βιωσιμότητα τους.

Ρύθμιση κατόπιν αμοιβαίας συνεννόησης και συμφωνίας του χρέους που κατέχουν ξένοι ασφαλιστικοί φορείς εργαζόμενων.

Άμεση εξόφληση όλων των οφειλών του κράτους προς εργαζόμενους, άνεργους, συνταξιούχους, ελεύθερους επαγγελματίες και μικρούς επιχειρηματίες και αυτών που συνδέονται με τη στοιχειώδη λειτουργία των υπηρεσιών Παιδείας, Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικής Ασφάλισης.

β) Άμεση ακύρωση με μια ενιαία νομοθετική πράξη των δανειακών συμβάσεων με την τρόικα, των Μνημονίων και όλων των μέτρων που επιβλήθηκαν από αυτά (χαράτσια, αυξήσεις φόρων, μειώσεις μισθών, συντάξεων, επιδομάτων, ιδιωτικοποιήσεις κλπ).

Τα μέτρα αυτά θα σηματοδοτήσουν μια τεράστια ελάφρυνση για τον εργαζόμενο λαό. Αναπόφευκτα θα προκαλέσουν την αυτόματη διακοπή χρηματοδότησης από την τρόικα, έναν γενικευμένο οικονομικό πόλεμο από το ντόπιο και ξένο κεφάλαιο και την ώθηση της Ελλάδα εκτός ευρώ. Σε αυτές τις συνθήκες, τα κρατικά έσοδα για τις κοινωνικά ζωτικές δαπάνες (μισθοί, επιδόματα, συντάξεις, σχολεία, νοσοκομεία), κάθε άλλο παρά είναι εξασφαλισμένα. Ο μόνος τρόπος για να εξασφαλιστούν άμεσα, είναι η ταυτόχρονη εφαρμογή των υπόλοιπων μέτρων που αναφέρονται σε αυτό το πρόγραμμα.

2. Βαριά φορολογία στο μεγάλο κεφάλαιο και τον πλούτο

Η Ελλάδα έχει τα λιγότερα φορολογικά έσοδα μεταξύ των αναπτυγμένων χωρών της ΕΕ και συγκρίνεται μόνο με τις πιο υπανάπτυκτες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Η φορολογική ασυλία του μεγάλου κεφαλαίου και των πλουσίων είναι η αιτία για αυτή την κατάσταση. Ταυτόχρονα, αυτός είναι ένας από τους πιο αποφασιστικούς παράγοντες που οδήγησαν στην υπερχρέωση του ελληνικού κράτους.

Ο συντελεστής φορολόγησης των εταιρικών κερδών από 49% που ήταν το 1989 έπεσε στο ασήμαντο 20% το 2010. Ενδεικτικά, μεταξύ 2000 και 2007 είχαμε μείωση των εσόδων από τη φορολόγηση νομικών προσώπων από 4,1% στο 2,6% του ΑΕΠ, σε μια χρονική περίοδο που τα κέρδη των επιχειρήσεων στην Ελλάδα είχαν απογειωθεί, καταλαμβάνοντας την πρώτη θέση στην Ευρώπη.

Σύμφωνα με το «Παγκόσμιο Δίκτυο Φορολογικής Δικαιοσύνης», οι ελληνικών συμφερόντων εταιρείες «off-shore» ξεπερνούν τις 10.000 και διακινούν περί τα 500 δισ. ευρώ. Οι πανίσχυροι Έλληνες εφοπλιστές το Μάρτιο του 2012 κατείχαν 3.760 πλοία, δηλαδή το 15% της παγκόσμιας χωρητικότητας, αλλά για λόγους φορο-αποφυγής, μόνο 862 από αυτά έφεραν την ελληνική σημαία («Η Καθημερινή»,15/4/2012). Κι όλα αυτά, την ώρα που υπάρχουν 58 διαφορετικές φοροαπαλλαγές για το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο.

Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα κατέχει μια από τις υψηλότερες θέσεις στη συμβολή της έμμεσης φορολογίας – που επιβαρύνει κύρια τους εργαζόμενους και τα φτωχά λαϊκά στρώματα – στα συνολικά φορολογικά έσοδα. Το ποσοστό των έμμεσων φόρων ξεπερνά το 60% των φορολογικών εσόδων, ενώ ο μέσος όρος της Ευρωζώνης είναι μόλις στο 36,2%.

Τα πιο επείγοντα φορολογικά μέτρα που πρέπει να λάβει η κυβέρνηση της Αριστεράς είναι τα ακόλουθα:

α) Για να διεκδικηθούν όσα έχουν κλαπεί από τον ελληνικό λαό με τη φορολογική ασυλία και τη φοροδιαφυγή του μεγάλου κεφαλαίου και των κατόχων μεγάλων περιουσιών, απαιτείται απαραίτητα η μέθοδος της αναδρομικής φορολόγησης. Τυπικά, σύμφωνα με το άρθρο 78 του Συντάγματος η αναδρομική επιβολή φόρου απαγορεύεται. Ωστόσο η επίκλησή του άρθρου αυτού δεν ευσταθεί, καθώς η κατάσταση που επικρατεί διαχρονικά στη χώρα παραβιάζει ένα άλλο και μάλιστα θεμελιώδες άρθρο του Συντάγματος, το άρθρο 4, που ορίζει ότι «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους».

Έτσι λοιπόν, συγκεκριμένα για να συγκεντρωθεί άμεσα ένα ποσό ίσο με το πρωτογενές έλλειμμα που θα προκύψει από την κατάργηση των φορολογικών επιβαρύνσεων του Μνημονίου (χαράτσια, αυξήσεις ΦΠΑ, μειώσεις αφορολογήτου ορίου κλπ) πρέπει να επιβληθεί:

Ενιαία έκτακτη αναδρομική φορολόγηση επί του συνολικού όγκου των κερδών των 200 εν ενεργεία μεγαλύτερων εταιρειών που δραστηριοποιούνται στη χώρα, από την ημερομηνία εισόδου της στην Ευρωζώνη μέχρι το χρονικό σημείο εισόδου στην ύφεση (2001-2008).

Έκτακτη αναλογική, αναδρομική φορολόγηση όλων όσων μέσα στο ίδιο διάστημα απέκτησαν μεγάλη κινητή ή ακίνητη περιουσία.

β) Επαναφορά του συντελεστή φορολόγησης του μεγάλου κεφαλαίου στο 45% και κατάργηση κάθε φοροαπαλλαγής στις μεγάλες επιχειρήσεις.

γ) Επιβολή κλιμακούμενου συντελεστή φόρου εισοδήματος κάθε πηγής από 40% έως και 75% για ατομικά εισοδήματα 40.000 ευρώ και άνω ετησίως.

δ) Επιβολή κλιμακούμενου συντελεστή φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας σε ιδιοκτήτες ακινήτων με αντικειμενική αξία 400.000 ευρώ και άνω, καθώς και για ακίνητα που εμφανίζονται να ανήκουν σε «off-shore» εταιρείες, σε ύψος που θα διαμορφώνεται σε ετήσια βάση με κριτήριο τις ανάγκες ενός κρατικού προγράμματος κατασκευής εργατικών κατοικιών.

ε) Κατάργηση των έμμεσων φόρων (ΦΠΑ, ΕΦΚ κ.λπ.) στα βασικά είδη διατροφής, στα οικιακά τιμολόγια ενέργειας, ύδρευσης και τηλεπικοινωνιών και στο πετρέλαιο θέρμανσης.

ζ) Αύξηση του αφορολόγητου ορίου στα 40.000 ευρώ για κάθε ζευγάρι και επιπλέον 5.000 ευρώ για κάθε παιδί.

η) Σε περίπτωση αποκάλυψης φοροδιαφυγής:

για τις μεγάλες επιχειρήσεις πρέπει να επιβάλλεται απαλλοτρίωση χωρίς αποζημίωση.

για τους έχοντες μεγάλα εισοδήματα και τους κατόχους μεγάλων περιουσιών πρέπει να επιβάλλεται πλήρης δήμευση των περιουσιακών τους στοιχείων.

για τις άλλες κατηγορίες φορολογουμένων πρέπει να επιβάλλονται ποινές που θα κυμαίνονται από βαριά πρόστιμα μέχρι τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων, ανάλογα με την οικονομική τους κατάσταση.

θ) Ποινικοποίηση της εισφοροδιαφυγής. Απαλλοτρίωση χωρίς αποζημίωση των μεγάλων επιχειρήσεων που δεν καταβάλουν τις προβλεπόμενες εισφορές, βαριά πρόστιμα και κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων για τα αντίστοιχα αδικήματα των ιδιοκτητών μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.

ι) Είναι ουτοπικό να πιστεύει κανείς ότι την εκτεταμένη φοροδιαφυγή, αλλά και τις άλλες απάτες του κεφαλαίου, μπορεί να αντιμετωπίσει μόνο «η πολιτική βούληση» μιας κυβέρνησης. Επίσης, κανένα πρακτικό βήμα δεν πρόκειται να γίνει με την απόπειρα «να δουλέψουν σωστά» οι διεφθαρμένοι και διάτρητοι φορολογικοί μηχανισμοί του σημερινού κράτους.

Η επαναστατική, σοσιαλιστική κυβέρνηση χρειάζεται να θεσμοθετήσει άμεσα τον εργατικό έλεγχο. Σε κάθε μεγάλη επιχείρηση πρέπει να διεξάγεται στο εξής, εξονυχιστικός διαχειριστικός έλεγχος από εκλεγμένες επιτροπές των εργαζόμενων που δουλεύουν σε αυτή, με τη βοήθεια αφοσιωμένων στο εργατικό κίνημα ειδικών. Οι επιτροπές αυτές πρέπει να έχουν πρόσβαση σε ένα ενιαίο ηλεκτρονικό σύστημα κεντρικής καταχώρησης και διασταύρωσης στοιχείων, το οποίο προϋποθέτει την άμεση δημιουργία ενός περιουσιολογίου.

3.  Εργατικός έλεγχος : το αντίδοτο στις απάτες του κεφαλαίου και στην ακρίβεια

Οι υπάρχοντες «ελεγκτικοί» μηχανισμοί του αστικού κράτους λειτουργώντας με γραφειοκρατικό, αδιαφανή και ανεξέλεγκτο από την κοινωνία τρόπο, προστατεύουν με το «αζημίωτο» τα «μυστικά» των μεγάλων βιομηχανικών και εμπορικών επιχειρήσεων. Οι λογαριασμοί ανάμεσα στο μεμονωμένο καπιταλιστή και την κοινωνία παραμένουν ένα πρακτικά, αλλά και θεσμικά κατοχυρωμένο μυστικό του καπιταλιστή.

Η επαναστατική, σοσιαλιστική κυβέρνηση πρέπει να δώσει άμεσα στους εργαζόμενους το δικαίωμα να φτάσουν στα «άδυτα» της επιχείρησης για την οποία κοπιάζουν καθημερινά. Να αποκαλύψουν όλα τα «μυστικά» της επιχείρησης, του ομίλου, του κλάδου τους και τελικά της εθνικής οικονομίας σαν σύνολο. Το μέσο για να εκπληρωθεί αυτό το ζωτικό καθήκον είναι ο εργατικός έλεγχος.

Η κυβέρνηση πρέπει να λάβει σχετικά με αυτό το αποφασιστικό ζήτημα τα ακόλουθα μέτρα:

α) Κατάργηση του «εμπορικού μυστικού» και του «τραπεζικού απορρήτου», θεσμών μέσω των οποίων οι καπιταλιστές κρύβουν τις απάτες και την απληστία τους, όχι από τους ανταγωνιστές τους, αλλά από την ίδια την κοινωνία.

β) Νομοθέτηση του εργατικού ελέγχου στις επιχειρήσεις. Φορείς του εργατικού ελέγχου πρέπει να είναι οι εκλεγμένες και ανακλητές επιτροπές εργαζόμενων, με τη βοήθεια αφοσιωμένων στο εργατικό κίνημα ειδικευμένων και επιστημόνων, όμως με την ιδιότητα του συμβούλου και όχι του «τεχνοκράτη».

γ) Ο εργατικός έλεγχος πρέπει να εκτείνεται σε όλα τα αποφασιστικά επίπεδα λειτουργίας των επιχειρήσεων όπως οι προμήθειες υλικών και πρώτων υλών, η διαχείριση των χρημάτων (δάνεια – επενδύσεις – κέρδη), η επεξεργασία των προϊόντων (σχεδιασμός – παραγωγή) και η διάθεσή τους, για την αποφυγή υπερτιμολογήσεων και υποτιμολογήσεων.

δ) Το πεδίο στο οποίο επίσης, μπορεί να δώσει σημαντικά αποτελέσματα ο εργατικός έλεγχος είναι η καπιταλιστική μάστιγα της ακρίβειας. Την ώρα που το βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης τσακίζεται, οι τιμές μένουν αμετάβλητες σαν αποτέλεσμα του ασφυκτικού ελέγχου των βασικών κλάδων της οικονομίας από συγκεκριμένα μονοπώλια και ολιγοπώλια.

Οι διεφθαρμένες, γραφειοκρατικές και ανεξέλεγκτες υπηρεσίες του αστικού κράτους δεν μπορούν να διεξάγουν έναν αποτελεσματικό έλεγχο στις τιμές. Είναι αποφασιστικής σημασίας ζήτημα να κατακτηθεί η δυνατότητα να διεισδύσει το βλέμμα της εργαζόμενης κοινωνίας στην πηγή της ακρίβειας, δηλαδή στα μεγάλα βιομηχανικά μονοπώλια, για να αποδείξει και να αναδείξει την κερδοσκοπία των καπιταλιστών. Γι’ αυτό ο εργατικός έλεγχος πρέπει να γίνει η βασική μέθοδος ελέγχου των τιμών.

Έναν ουσιαστικό έλεγχο των τιμών στα καρτέλ που εφαρμόζουν «εναρμονισμένες πρακτικές» μπορούν να τον εγγυηθούν μόνο οι εκλεγμένες επιτροπές εργατών στα εργοστάσια, συνδεδεμένες με ειδικές επιτροπές ελέγχου των τιμών που θα αποτελούνται από όλους αυτούς που σαν καταναλωτές υφίστανται μαζί με τους εργάτες τις επιπτώσεις από την ακρίβεια, δηλαδή τους εργαζόμενους αγρότες, τους βιοτέχνες και τους μικροκαταστηματάρχες. Μέσα από αυτόν τον τρόπο, οι εργάτες θα δείξουν στα υπόλοιπα φτωχά λαϊκά στρώματα ότι η πραγματική αιτία για την υψηλές τιμές βρίσκεται μόνο στα υπερβολικά κέρδη των καπιταλιστών και στις σπατάλες της καπιταλιστικής αναρχίας (διαφήμιση κ.λπ).

ε) Για να είναι αποτελεσματική η δουλειά τους, οι επιτροπές εργατικού ελέγχου πρέπει να επεκτείνονται από τη μεμονωμένη επιχείρηση σε ολόκληρο τον κλάδο και σε εθνικό επίπεδο. Οι επιτροπές των μεμονωμένων επιχειρήσεων, θα πρέπει να εκλέξουν σε συνδιασκέψεις επιτροπές ομίλων, κλάδων και τέλος μια Πανελλαδική Επιτροπή Εργατικού Ελέγχου. Η Πανελλαδική Επιτροπή πρέπει να γνωστοποιεί ενώπιων του λαού τα πορίσματά της, ξεκαθαρίζοντας ποια είναι τα εισοδήματα και ποιες οι δαπάνες της κοινωνίας, ποιο είναι το μερίδιο που οικειοποιούνται οι καπιταλιστές σαν άτομα και η τάξη τους σαν σύνολο από το εθνικό εισόδημα. Πρέπει να ξεσκεπάσει τις απάτες των τραπεζών, των μεγάλων καπιταλιστικών ομίλων και να παρουσιάσει δημόσια τα πορίσματά της, που πρέπει να είναι δεσμευτικά για την κυβέρνηση.

Η εφαρμογή ενός γνήσιου και δημοκρατικού εργατικού ελέγχου θα αποκαλύψει τον παρασιτικό ρόλο των καπιταλιστών βοηθώντας τις πλατιές λαϊκές μάζες να συνειδητοποιήσουν την ανάγκη για ένα άλλο οικονομικό μοντέλο, συνειδητού σχεδιασμού και ελέγχου της οικονομίας. Επίσης ο γνήσιος εργατικός έλεγχος αποτελεί το πιο πολύτιμο μέσο εκπαίδευσης των εργαζόμενων για το πώς μπορεί να διοικηθεί μια δημοκρατικά σχεδιασμένη, κοινωνικοποιημένη οικονομία.

4. Πως θα εξασφαλισθεί μια θέση εργασίας για κάθε άνεργο

Η μεγαλύτερη μάστιγα για τη ζωή εκατομμυρίων εργαζόμενων ανθρώπων είναι η ανεργία. Η συντριπτική πλειοψηφία των εξαθλιωμένων ανέργων στρέφεται στην εκλογική υποστήριξη του ΣΥΡΙΖΑ και περιμένει από την κυβέρνηση που θα σχηματίσει ένα και μόνο πράγμα : την εξασφάλιση μιας θέσης εργασίας, την εξασφάλιση μιας θέσης στην ίδια τη ζωή. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν γίνει πράξη το ιστορικό αίτημα του εργατικού κινήματος για την Κινητή κλίμακα ωρών εργασίας, δηλαδή για τη μείωση του εργασίμου χρόνου όσο απαιτείται για να βρουν δουλειά όλοι οι άνεργοι!

Ασφαλώς οι απολογητές της άρχουσας τάξης θα επικαλεστούν το «ανέφικτο» αυτού του αιτήματος. Οι μισοκατεστραμμένοι από την κρίση καπιταλιστές θα παραπονεθούν ότι δεν υπάρχουν λεφτά για προσλήψεις. Η κυβέρνηση στο βαθμό που είναι πραγματικά επαναστατική και αυθεντικός εκφραστής των συμφερόντων της εργατικής τάξης θα πρέπει να αντιμετωπίσει την αδυναμία του καπιταλισμού να εξασφαλίσει την ίδια την ύπαρξη των μισθωτών του σκλάβων, σαν μια ζωντανή απόδειξη της ανάγκης – στηριγμένη στην οργανωμένη εργατική τάξη – να πάρει τα απαραίτητα μέτρα για να τον συντρίψει! Πρέπει λοιπόν να λάβει τα ακόλουθα μέτρα για το ξερίζωμα της ανεργίας:

α) Σε συνεργασία με τα συνδικάτα και την Πανελλαδική Επιτροπή Εργατικού Ελέγχου, η κυβέρνηση πρέπει να συνδέσει τους εργαζόμενους με τους άνεργους σε μια αδιάσπαστη αλληλεγγύη. Από κοινού πρέπει να διεξάγουν μια αναλυτική εθνική απογραφή των υπαρχόντων θέσεων εργασίας, των διαθέσιμων για δουλειά ανέργων κατά ειδικότητα, των επιχειρήσεων που έχουν κλείσει από την έναρξη της κρίσης και των διαθέσιμων πόρων για την άμεση έναρξη ενός προγράμματος δημόσιων και κοινωφελών έργων.

Ο σκοπός της εθνικής αυτής απογραφής θα πρέπει να είναι η κατανομή όλων των διαθέσιμων εργατικών χεριών που υπάρχουν στη χώρα στις ενεργές θέσεις εργασίας και σε αυτές που θα ανοίξουν με το πρόγραμμα δημόσιων κοινωφελών έργων, καθώς και με το άμεσο ξαναρχίνισμα της δουλειάς στις επιχειρήσεις που έκλεισαν μέσα στην κρίση. Οι ώρες εργασίας θα πρέπει να μειωθούν ενιαία, όσο απαιτείται για να μην μείνει κανείς χωρίς μια θέση εργασίας. Ανεξάρτητα από το μέγεθος της μείωσης των ωρών εργασίας, οι μισθοί θα πρέπει να μείνουν σταθεροί.

β) Οι μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις που προβαίνουν σε απολύσεις ή αρνούνται να συμμορφωθούν με το εθνικό σχέδιο προσλήψεων και την Κινητή κλίμακα ωρών εργασίας θα πρέπει να απαλλοτριώνονται χωρίς αποζημίωση.

γ) Οι εργαζόμενοι θα πρέπει να ενθαρρύνονται από την κυβέρνηση, στη βάση ενός κατάλληλου νέου νομικού πλαισίου, να καταλαμβάνουν τις μεγάλες επιχειρήσεις που κλείνουν και να τις επαναλειτουργούν οι ίδιοι, αναλαμβάνοντας τη διοίκηση και τη διαχείριση με τη βοήθεια ειδικευμένων και επιστημόνων συμβούλων. Η κυβέρνηση θα πρέπει αμέσως να διαμορφώσει ένα χρονοδιάγραμμα κοινωνικοποίησης αυτών των επιχειρήσεων και ένταξής τους σε ενιαίους κοινωνικοποιημένους φορείς κατά κλάδο παραγωγής.

δ) Οι εργαζόμενοι που χάνουν τη δουλειά τους επειδή κλείνει μια μικρή επιχείρηση, πρέπει να μπαίνουν σε κατάλογο προτεραιότητας για να εργαστούν στο πρόγραμμα δημόσιων και κοινωφελών έργων.

ε) Στους εργαζόμενους που χάνουν τη δουλειά τους επειδή κλείνει μια μεσαία επιχείρηση θα πρέπει να δίνεται στήριξη (φθηνή πίστη, παραγγελίες κλπ) για να την ξαναλειτουργήσουν συλλογικά οι ίδιοι και παράλληλα να πρέπει να τους δοθούν κίνητρα κρατικής χρηματοδότησης για να τη συνενώσουν με άλλες ομοειδείς επιχειρήσεις, όμως κάτω από τη διοίκηση και τον έλεγχο του κράτους.

ζ) Μέχρι την επιτυχή ολοκλήρωση του εθνικού σχεδίου ένταξης όλων των ανέργων σε θέσεις εργασίας, το επίδομα για τους ανέργους θα πρέπει να διαμορφωθεί στο 80% του βασικού μισθού, να χορηγείται σε όλους τους άνεργους ανεξάρτητα των χρόνων προϋπηρεσίας και για όλη τη διάρκεια της ανεργίας, με υποχρέωση για την προσφορά κοινωφελούς εργασίας αν υπάρξει κοινωνική ανάγκη, με μειωμένα ωράρια συγκριτικά με τα ισχύοντα για τους εργαζόμενους.

Τα παραπάνω μέτρα αποτελούν τα μόνα που μπορούν να εγγυηθούν μια αποφασιστική απάντηση στη μάστιγα της ανεργίας. Από τη φύση τους αποτελούν πρακτικά βήματα στην κατεύθυνση της εγκαθίδρυσης μιας κεντρικά σχεδιασμένης, κοινωνικοποιημένης οικονομίας. Η μόνη σταθερή και οριστική λύση για τη μάστιγα της ανεργίας βρίσκεται στην πλήρη εγκαθίδρυση αυτού του οικονομικού μοντέλου, που αποτελεί με τη σειρά του την πύλη περάσματος στον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.

5. Κοινωνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος

Η κερδοσκοπική απληστία των ελλήνων τραπεζιτών, τους ώθησε να συγκεντρώσουν ένα μεγάλο ποσοστό ελληνικού χρέους στα χέρια τους για να εκμεταλλευτούν τα υψηλά επιτόκια δανεισμού της χώρας. Όταν η κρίση βάθυνε και οδήγησε στην δραστική περικοπή της αξίας των ελληνικών ομολόγων, οι μικρο-ομολογιούχοι υποχρεώθηκαν να υποστούν τις ζημιές, αναλαμβάνοντας το κόστος του ρίσκου της επιλογής τους. Οι έλληνες τραπεζίτες όμως, δεν πλήρωσαν κανένα κόστος και βλέπουν τις τράπεζές τους να ανακεφαλαιοποιούνται με χρήματα που χρεώνονται από την τρόικα στους εργαζόμενους φορολογούμενους.

Η κυβέρνηση θα πρέπει να αφαιρέσει ολοκληρωτικά τις τράπεζες από τα χέρια των αρπακτικών του κεφαλαίου, που σήμερα διαχειρίζονται καταθέσεις ύψους περίπου 165 δις ευρώ. Αυτό θα γίνει πράξη με τα ακόλουθα μέτρα:

α) Κοινωνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος. Όλες οι τράπεζες πρέπει να περάσουν 100% στην ιδιοκτησία του κράτους, με αποζημιώσεις μόνο για τους μικρομετόχους – μικροεισοδηματίες και να συγχωνευθούν σε μια ενιαία κρατική τράπεζα. Με την ίδρυσή της θα δημιουργηθεί ένα ενιαίο στρατηγείο για τον ορθολογικό σχεδιασμό των επενδύσεων και των πιστώσεων, στην υπηρεσία της εργαζόμενης κοινωνίας. Ένα πολύτιμο όργανο σχεδιασμού ολόκληρης της οικονομίας.

β) Η προπαγάνδα των αστών που ταυτίζουν την κοινωνικοποίηση με την «κομματοκρατία» και τους διορισμένους από την κυβέρνηση διοικητές που «θα διοικούν ρουσφετολογικά και με αδιαφάνεια εμποδίζοντας την παροχή δανείων στους πολίτες» είναι πλήρως παραπλανητική. Χρησιμοποιεί τις πιο αρνητικές πλευρές της διεφθαρμένης και γραφειοκρατικής λειτουργίας των ελληνικών κρατικών τραπεζών τη δεκαετία του 1980, για να δυσφημίσει την έννοια της κοινωνικοποίησης.

Όμως εκείνο το μοντέλο δεν είχε καμία σχέση με την κοινωνικοποίηση. Η αυθεντική κοινωνικοποίηση επιβάλει ένα σύστημα διοίκησης που θεσμοθετεί τον δημοκρατικό έλεγχο του τραπεζικού συστήματος από τους εργαζόμενους. Η σύνθεση της διοίκησης πρέπει να είναι: 1/3 εκλεγμένοι εκπρόσωποι των εργαζόμενων στις τράπεζες, 1/3 εκπρόσωποι των συνδικάτων και της Πανελλαδικής Επιτροπής Εργατικού Ελέγχου και 1/3 εκπρόσωποι από την εκλεγμένη κυβέρνηση.

γ) Η κοινωνικοποίηση είναι ο μόνος δρόμος για να εγγυηθεί η επαναστατική, σοσιαλιστική κυβέρνηση τις καταθέσεις και τις οικονομίες των εργαζόμενων και φτωχών λαϊκών στρωμάτων και να τις αποσπάσει από την ομηρία των αδίστακτων «λύκων» του κεφαλαίου. Μόνο αυτή η λύση μπορεί να εξασφαλίσει την παροχή των αναγκαίων φθηνών πιστώσεων για τους εργαζόμενους, τους μικροκτηματίες, τους μικρέμπορους και τα νοικοκυριά που τις έχουν ανάγκη.

Η ενιαία κρατική τράπεζα θα είναι ικανή να δημιουργήσει πολύ πιο ευνοϊκούς όρους για τους μικρούς καταθέτες απ’ ότι οι ιδιωτικές τράπεζες. Η απαλλαγή από τα γιγάντια υπερκέρδη των καπιταλιστών τραπεζιτών και τα εξωφρενικά «bonus» των τραπεζικών στελεχών θα μπορέσει να κάνει εφικτή τη μείωση των επιτοκίων, που θα περιοριστούν στα απαραίτητα έξοδα των τραπεζικών λειτουργιών.

δ) Η ενιαία κρατική τράπεζα θα πρέπει άμεσα να προχωρήσει σε ένα γενναίο «κούρεμα» των χρεών για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, σε ποσοστό ίσο με την απώλεια του εισοδήματός τους από την έναρξη της κρίσης.

Η κοινωνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος που διευθύνει σήμερα ολόκληρη την οικονομία είναι αντικειμενικά το πρώτο βήμα για την εγκαθίδρυση μιας κοινωνικοποιημένης, σχεδιασμένης οικονομίας και είναι άρρηκτα δεμένο με την κοινωνικοποίηση του συνόλου των βασικών μοχλών τη οικονομίας.

6. Κοινωνικοποίηση των μοχλών της οικονομίας και κεντρικός, δημοκρατικός σχεδιασμός

Η επαναστατική, σοσιαλιστική κυβέρνηση με τον ερχομό της στην εξουσία θα κατέχει τις θέσεις στα υπουργεία, αλλά την πραγματική εξουσία θα συνεχίζει να την κρατά στα χέρια της η αστική τάξη και οι ξένοι ιμπεριαλιστές, πάτρωνες της. Ο πιο βασικός πυλώνας αυτής της εξουσίας είναι ο έλεγχος της οικονομικής ζωής της χώρας. Αν η κυβέρνηση δεν αμφισβητήσει ριζικά αυτόν τον έλεγχο εφαρμόζοντας ένα σχέδιο που θα εγκαθιδρύει τον κοινωνικό έλεγχο στους βασικούς μοχλούς της οικονομίας, τότε κανένα πραγματικό βήμα κοινωνικής προόδου δεν θα μπορεί να πραγματοποιηθεί. Ο καλύτερος όρος για να αποδοθεί η ουσία ενός τέτοιου οικονομικού προγράμματος είναι ο όρος κοινωνικοποίηση.

Η κοινωνικοποίηση επιφέρει μια ριζική και όχι τυπική αλλαγή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς και στη λειτουργία μιας μεγάλης επιχείρησης. Είναι μέρος της εφαρμογής ενός προγράμματος που στοχεύει στον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της οικονομίας, με την ίδια εργατική τάξη να διοικεί αυτές τις επιχειρήσεις, αλλά και ολόκληρο το κράτος εξασφαλίζοντας ότι θα λειτουργούν προς όφελος της κοινωνίας.

Κοινωνικοποίηση σημαίνει δημοκρατική διοίκηση των επιχειρήσεων από τους ίδιους τους εργαζόμενους. Το «επιχείρημα» ότι οι εργαζόμενοι δεν έχουν γνώσεις για να διοικήσουν τις επιχειρήσεις είναι λαθεμένο. Οι καπιταλιστές έχουν ένα ολόκληρο επιτελείο από υπαλλήλους και ειδικούς, που διευθύνουν για λογαριασμό τους. Όμοια, η εργαζόμενοι μέσα από τα δημοκρατικά τους όργανα, θα συνεργαστούν με αφοσιωμένους στην υπόθεση του σοσιαλισμού ειδικούς. Οι εργαζόμενοι θα αποφασίζουν λαμβάνοντας υπόψη τη συμβουλευτική γνώμη των «ειδικών».

Το παράδειγμα των γραφειοκρατικά παραμορφωμένων εργατικών κρατών του 20ου αιώνα (ΕΣΣΔ, Ανατολική Ευρώπη κλπ), έδειξε ότι είναι εντελώς αδύνατο μια ομάδα «ειδικών» να διευθύνουν «από τα πάνω» κάθε τομέα της οικονομίας. Μόνο οι ίδιοι οι εργαζόμενοι που σαν παραγωγοί και σαν καταναλωτές συμμετέχουν σε κάθε στάδιο της οικονομικής δραστηριότητας και σε κάθε κλάδο της παραγωγής, μπορούν να διευθύνουν και να αναπτύξουν σχεδιασμένα την οικονομία προς όφελος της κοινωνίας.

Η επαναστατική σοσιαλιστική κυβέρνηση, αμέσως με την άνοδό της στην εξουσία, θα πρέπει να εφαρμόσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο κοινωνικοποιήσεων με τα ακόλουθα μέτρα:

α) Δημιουργία Πανελλαδικού Συμβουλίου Κοινωνικοποιήσεων και Σχεδιασμού της οικονομίας με τη συμμετοχή ενδεικτικά κατά 1/3 εκλεγμένων και ανακλητών αντιπροσώπων από την Πανελλαδική Επιτροπή Εργατικού Ελέγχου, 1/3 από τα εργατικά συνδικάτα και άλλες μαζικές οργανώσεις του εργαζόμενου λαού (μικροεπαγγελματιών, αγροτών, μικροϊδιοκτητών) και 1/3 από εκπροσώπους της κυβέρνησης. Το συμβούλιο θα διαθέτει ένα επιτελείο αφοσιωμένων στο σοσιαλισμό επιστημονικών συμβούλων και ο ρόλος του θα είναι να πραγματώσει τον δημοκρατικό σχεδιασμό της οικονομίας.

β) Άμεση μετατροπή σε κοινωνικοποιημένες επιχειρήσεις και ένταξη σε ενιαίους κοινωνικοποιημένους φορείς κατά κλάδο:

όλων των υπαρχόντων κρατικών επιχειρήσεων

των μεγάλων επιχειρήσεων στις οποίες έχει το κράτος μετοχικά μερίδια

των μεγάλων επιχειρήσεων που θα απαλλοτριωθούν εξαιτίας της άρνησής τους να εφαρμόσουν το εθνικό σχέδιο προσλήψεων ανέργων και τη νέα εργατική νομοθεσία και μισθολογική πολιτική που θα επιβάλει η Κυβέρνηση της Αριστεράς

των μεγάλων ιδιωτικών επιχειρήσεων που έκλεισαν με την κρίση ή που θα κλείσουν στο πλαίσιο του οικονομικού πολέμου ενάντια στην κυβέρνηση της Αριστεράς.

γ) Κατάρτιση από το Πανελλαδικό Συμβούλιο Κοινωνικοποιήσεων και Σχεδιασμού ενός συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος – το πολύ ενός έτους – για την κοινωνικοποίηση όλων των μεγάλων επιχειρήσεων κατά οικονομικό κλάδο, με κριτήριο την έκταση που αντικειμενικά καταλαμβάνουν στην εθνική οικονομία και τον κλάδο τους, το μερίδιό τους στις συνολικές πιστώσεις και στα συνολικά κέρδη, στις εξαγωγές, στη διαμόρφωση των τιμών, στην απασχόληση και γενικότερα στην οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας. Στο «φακό» της εξέτασης πρέπει να μπουν οι 500 μεγαλύτερες εταιρείες σε διάφορους κλάδους της βιομηχανίας, των υπηρεσιών και του εμπορίου. Όλες οι κοινωνικοποιήμένες εταιρείες θα πρέπει να ενταχθούν σε ενιαίους φορείς κατά οικονομικό κλάδο για να σχεδιαστεί ευκολότερα η οικονομία προς όφελος της κοινωνίας.

Ενδεικτικά στην ελληνική βιομηχανία, ο υψηλός βαθμός συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου διευκολύνει το έργο των κοινωνικοποιήσεων. Τη δεκαετία του 1980 τα βιομηχανικά μονοπώλια που έλεγχαν το 70-80 % της παραγωγής ή αλλιώς οι βιομηχανικές επιχειρήσεις «στρατηγικής σημασίας», υπολογίζονταν σε λίγο πάνω από 200. Σήμερα, ο αριθμός τους έχει μειωθεί, προσεγγίζοντας τις 100 και με βάση τα πορίσματα όλων των μεγάλων στατιστικών εταιρειών και οργανισμών, διαθέτουν πλέον πολύ μεγαλύτερη πολυκλαδικότητα, με πλοκάμια στις τράπεζες, το εμπόριο και τις άλλες υπηρεσίες, διευκολύνοντας έτσι το έργο του κεντρικού σχεδιασμού.

δ) Κοινωνικοποίηση του συνόλου του τομέα των μεταφορών, των συγκοινωνιών, της ύδρευσης, της ενέργειας, των τηλεπικοινωνιών, του ορυκτού πλούτου, των υποδομών και των κατασκευών με τη δημιουργία ενιαίων μονοπωλιακών κρατικών κοινωφελών οργανισμών. Η κοινωνικοποίηση αυτών των τομέων είναι απαραίτητη για να εξοικονομηθούν πόροι για την άσκηση κοινωνικής πολιτικής, για να μειωθεί το κόστος παραγωγής, για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της απουσίας κρατικών προγραμμάτων απόκτησης στέγης από τους εργαζόμενους, για να γίνουν φθηνά και χρήσιμα δημόσια έργα, για να δημιουργηθεί μια πανίσχυρη βάση για το σχεδιασμό του συνόλου της οικονομίας προς όφελος της κοινωνίας.

ε) Οι διοικήσεις στις κοινωνικοποιημένες επιχειρήσεις και οργανισμούς πρέπει να αποτελούνται κατά 1/3 από εργαζόμενους του συγκεκριμένου χώρου, 1/3 από τους εργαζόμενους καταναλωτές (Συνδικάτα, Αγροτικούς και άλλους επαγγελματικούς συλλόγους συλλόγους, Τοπική Αυτοδιοίκηση) και 1/3 από τους εκπροσώπους της εκλεγμένης κυβέρνησης. Οι αντιπρόσωποι αυτοί πρέπει να εκλέγονται με ετήσια θητεία, να είναι ανακλητοί από την γενική συνέλευση των εργαζόμενων της επιχείρησης και να αμείβονται με μισθό ίσο με αυτόν του ειδικευμένου εργάτη.

ζ) Κοινωνικοποίηση των εταιρειών Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και απόδοσή του εξοπλισμού τους για ελεύθερη χρήση στις κάθε είδους ενώσεις των εργαζόμενων πολιτών. Η αισχρή προπαγάνδα των αστικών ΜΜΕ ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ και την Αριστερά, αποδεικνύει πόσο ζωτική είναι η υπόθεση της αφαίρεσης του μονοπωλιακού ελέγχου της ενημέρωσης από τα χέρια της άρχουσα τάξης.

η) Κοινωνικοποίηση της μεγάλης ιδιοκτησίας γης και οργάνωση μεγάλων σύγχρονων καλλιεργειών κρατικής ιδιοκτησίας και εκμετάλλευσης. Παροχή κινήτρων για την εθελοντική συνένωση των αγροτών μικροϊδιοκτητών σε συνεταιρισμούς υπό τον έλεγχο του κράτους και της κυβέρνησης, που θα πάρουν στα χέρια τους την προμήθεια πρώτων υλών, την επεξεργασία, συσκευασία και διάθεση των προϊόντων τους για κατανάλωση, χωρίς μεσάζοντες.

η) Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η κυβέρνηση οφείλει, παίρνοντας υπόψη το μέγεθος τους, να τις κοινωνικοποιεί σιγά – σιγά. Η μικρή ιδιοκτησία δεν πρέπει να απαλλοτριωθεί και οι μικροϊδιοκτήτες που δεν εκμεταλλεύονται ξένη εργασία δεν πρέπει καθόλου να υποστούν βία. Οι μικροϊδιοκτήτες θα τραβηχτούν σιγά-σιγά στη σφαίρα της κοινωνικοποιημένης οικονομίας από το παράδειγμα και την πράξη που θα δείχνουν την υπεροχή της. Η κυβέρνηση πρέπει να τους παράσχει κίνητρα για τη συνένωση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων τους σε μεγαλύτερες μονάδες, για τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό τους υπό τον έλεγχο του κράτους.

7. Κρατικό μονοπώλιο στο εξωτερικό εμπόριο

Η επιδείνωση της κατάστασης του ελληνικού καπιταλισμού αντανακλάται στο γεγονός ότι ενώ το 1980 η χώρα είχε εμπορικό έλλειμμα μόλις 5,2 δις, τώρα αυτό προσεγγίζει τα 30 δις ευρώ και έχει μετατραπεί σε μια χώρα που εισάγει τα πάντα, ακόμα και αυτά που κατέχει σε αφθονία, όπως το ελαιόλαδο ή τα εσπεριδοειδή.

Η Ελλάδα παρόλα αυτά, διαθέτει σημαντικό φυσικό και ορυκτό πλούτο και έχει έναν υψηλό δείκτη μόρφωσης και εξειδίκευσης, σε σχεδόν όλους τους τομείς της οικονομίας. Στο πλαίσιο μιας κοινωνικοποιημένης, σχεδιασμένης οικονομίας, θα μπορούσε να αναπτύξει με σχετικά γοργούς ρυθμούς τη γεωργία και τη βιομηχανία, καρπωνόμενη σημαντικά οικονομικά ποσά που θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις στην παραγωγή και την ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας και ταυτόχρονα, να τροφοδοτήσουν προγράμματα κοινωνικής πολιτικής.

Για να γίνουν τα αναγκαία βήματα σε αυτή την κατεύθυνση, η κυβέρνηση της Αριστεράς πρέπει να κοινωνικοποιήσει τις μεγάλες εξαγωγικές επιχειρήσεις και να επιβάλει το κρατικό μονοπώλιο στο εξωτερικό εμπόριο. Το κρατικό μονοπώλιο στο εξωτερικό εμπόριο είναι ένα μέτρο ζωτικής σημασίας για την διασφάλιση της σχεδιασμένης οικονομίας απέναντι στην απειλή της διείσδυσης και της κυριαρχίας του ξένου κεφαλαίου. Η απαλλαγή από τα καπιταλιστικά υπερκέρδη και η σταδιακή αύξηση της παραγωγικότητας σαν αποτέλεσμα των ανώτερων μεθόδων της σχεδιασμένης οικονομίας, θα μπορέσει να κάνει τα ελληνικά προϊόντα φθηνότερα και πιο ανταγωνιστικά στην παγκόσμια αγορά.

8. Άμεση εξοικονόμηση πόρων από τις σπατάλες του καπιταλισμού και μέτρα ανόρθωσης του βιοτικού επιπέδου των εργαζόμενων

Η κατάργηση των μέτρων των Μνημονίων και η βαριά φορολογία στο κεφάλαιο και τον πλούτο, δεν μπορούν από μόνα τους να οδηγήσουν στην αποφασιστική βελτίωση του επιπέδου ζωής των εργατικών μαζών. Η εξεύρεση των αναγκαίων εσόδων και πόρων για να εφαρμοστούν μέτρα που θα αλλάξουν ριζικά την κατάσταση αυξανόμενης εξαθλίωσης των μαζών μπορεί να προέλθει μόνο μέσα από την πραγματοποίηση του προαναφερόμενου σχεδίου εγκαθίδρυσης μιας κοινωνικοποιημένης, σχεδιασμένη οικονομίας. Όμως η απόκτηση από τις κοινωνικοποιήσεις των ικανών πόρων που θα εξασφαλίσουν μια αποφασιστική βελτίωση στο βιοτικό επίπεδο των μαζών, θα απαιτήσει έναν ορισμένο χρόνο. Χρειάζεται λοιπόν ταυτόχρονα, να εφαρμοστεί μια δέσμη μέτρων άμεσης απόδοσης, για να χρηματοδοτηθεί η ανόρθωση του τσακισμένου βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Αυτά πρέπει να είναι:

Μείωση των αποδοχών όλων των διοικητικών στελεχών του κράτους συμπεριλαμβανομένων των αξιωματικών του στρατού, των σωμάτων ασφαλείας και των δικαστών, των μελών της κυβέρνησης, του Προέδρου της Δημοκρατίας, των βουλευτών και των Δημάρχων στα επίπεδα του μισθού ενός ειδικευμένου εργάτη. Εξάλειψη των «εξόδων παραστάσεως», των ειδικών αποζημιώσεων, των «μυστικών κονδυλίων» και όλων των άλλων κρυφών κρατικών προνομίων των υψηλόβαθμων κρατικών υπαλλήλων και στελεχών.

Αναστολή μέχρι να ξαναμπεί η οικονομία σε ανάπτυξη, κάθε δαπάνης για τον στρατό, πλην των νέων μειωμένων δαπανών για μισθοδοσία προσωπικού και των δαπανών που θα κρίνει απόλυτα απαραίτητες μια εκλεγμένη επιτροπή αποτελούμενη από μέλη της κυβέρνησης, εκπροσώπους των φαντάρων και των κατώτερων αξιωματικών και της Πανελλαδικής Επιτροπής Εργατικού Ελέγχου.

Πλήρης δήμευση των περιουσιακών στοιχείων όσων ευθύνονται για σκάνδαλα διαφθοράς και διασπάθισης του κρατικού χρήματος. Χρειάζεται να απαλλοτριωθεί και να αξιοποιηθεί για τις κοινωνικές ανάγκες ολόκληρη η εκκλησιαστική και μοναστηριακή περιουσία. Τα έσοδα από αυτό το μέτρο μπορούν να διοχετεύονται άμεσα στην Υγεία, την Παιδεία, την Πρόνοια και την Κοινωνική Ασφάλιση.

Να γίνει πλήρης χωρισμός Κράτους – Εκκλησίας, να επιβληθεί η από-δημοσιουπαλληλοποίηση των κληρικών και η ένταξή τους, μέχρι να μπορούν να συντηρούνται από τις εισφορές των πιστών ή από άλλο επάγγελμα, σε κοινωνικά προγράμματα στήριξης με αντιπαροχή κοινωνικά χρήσιμης εργασίας.

Η σταδιακή εισροή πόρων από τις κοινωνικοποιήσεις, σε συνδυασμό με τα μέτρα εξοικονόμησης δαπανών από τις καπιταλιστικές σπατάλες, τη διαγραφή του χρέους και τις φορολογικές αλλαγές που αναλύσαμε πιο πριν, μπορούν να χρηματοδοτήσουν με επάρκεια την ανόρθωση του σημερινού καταβαραθρωμένου επιπέδου ζωής της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων και να κάνουν πραγματικότητα τα ακόλουθα μέτρα:

α) Κατάργηση όλων των ελαστικών σχέσεων εργασίας. Δουλειά με πλήρη δικαιώματα και ενιαίο ωράριο για όλους τους εργαζόμενους, γηγενείς και μετανάστες, που θα καθορίζει η Πανελλαδική Επιτροπή Εργατικού Ελέγχου.

β) Δημιουργία Ενιαίου Ασφαλιστικού Ταμείου Μισθωτών που θα εγγυάται την παροχή αξιοπρεπούς σύνταξης και πλήρους ιατροφαρμακευτικής κάλυψης για όλους τους εργαζόμενους. Η χρηματοδότησή του πρέπει να είναι διμερής, με εισφορές μόνο από κράτος και εργοδοσία. Διοίκηση του νέου ταμείου από εκλεγμένους εκπροσώπους των εργαζομένων.

ε) Κατάργηση της ιδιωτικής Παιδείας, Υγείας και Ασφάλισης. Η άθλια κατάσταση των δημόσιων νοσοκομείων που απειλεί τη ζωή χιλιάδων φτωχών ανθρώπων κάνει επιβεβλημένη την εξεύρεση δραστικών λύσεων. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε ανάγκη την άμεση απαλλοτρίωση των μεγάλων ιδιωτικών εταιρειών παροχής υπηρεσιών Υγείας.

ζ) Οι μισθοί στο κράτος και τον ιδιωτικό τομέα, οι συντάξεις και τα κοινωνικά επιδόματα πρέπει σε πρώτη φάση να αυξηθούν όσο απαιτείται για να περάσουν όλοι οι εργαζόμενοι, οι απόμαχοι της δουλειάς και όλοι οι άνθρωποι που έχουν ανάγκη την στήριξη των κρατικών επιδομάτων εντός των ορίων μιας αξιοπρεπούς διαβίωσης, όπως θα τα προσδιορίσει η Πανελλαδική Επιτροπή Εργατικού Ελέγχου.

η) Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή στους νέους μισθούς, τις συντάξεις και τα επιδόματα. Αυτό σημαίνει ότι το ύψος τους πρέπει να αναπροσαρμόζεται ανάλογα με την αύξηση των τιμών στα είδη βασικής κατανάλωσης για μια εργατική οικογένεια, που θα καθορίζει η Πανελλαδική Επιτροπή Εργατικού Ελέγχου.

θ) Άμεση κάλυψη των πιο επειγόντων κενών χρηματοδότησης στην Υγεία, την Παιδεία, την Πρόνοια και την Κοινωνική Ασφάλιση κατόπιν συγκεκριμένης τεκμηριωμένης και κοστολογημένης εκτίμησης που θα κάνουν οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι των εργαζόμενων σε αυτές τις κρατικές υπηρεσίες. Κατάρτιση ενός συγκεκριμένου οικονομικού πλάνου για τον ταχύτερο δυνατό διπλασιασμό των δαπανών για Παιδεία – Υγεία – Πρόνοια – Κοινωνική ασφάλιση – Εργατική Κατοικία και τη γενναία χρηματοδότηση της Πολιτιστικής δημιουργίας και προγραμμάτων μαζικού λαϊκού Αθλητισμού.

9. Για ένα νέο, σοσιαλιστικό Σύνταγμα – για μια νέα εξουσία!

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρέπει να προσεγγίζει το κράτος σα να είναι μια ουδέτερη κοινωνικά δύναμη, ένας «δημόσιος τομέας», μια «δημόσια διοίκηση». Πρέπει να το προσεγγίζει σύμφωνα με τις ιστορικά επιβεβαιωμένες αντιλήψεις και αρχές του επιστημονικού σοσιαλισμού.

Το κράτος είναι ένα όργανο καταπίεσης της εργατικής τάξης και του λαού στα χέρια της άρχουσας τάξης. Η σημερινή μορφή πολιτεύματος, η σημερινή «δημοκρατία», είναι η αστική δημοκρατία, που αποτελεί τον καλύτερο δυνατό τρόπο διακυβέρνησης και κυριαρχίας για την αστική τάξη στους δοσμένους ταξικούς συσχετισμούς. Ο εργαζόμενος λαός δεν μπορεί να κατακτήσει μια δημοκρατία που θα προωθεί και θα προασπίζει τα δικά του συμφέροντα, χωρίς να αντικαταστήσει την σημερινή καπιταλιστική δημοκρατία με την σοσιαλιστική δημοκρατία των εργαζομένων.

Η επαναστατική, σοσιαλιστική κυβέρνηση θα πρέπει να καταργήσει τον αστικό κρατικό μηχανισμό και να επανιδρύσει τη νέα εξουσία των εργαζόμενων. Για να θεμελιώσει αυτή τη νέα εξουσία, πρέπει να πάρει τα ακόλουθα βασικά μέτρα:

α) Να υποστηρίξει και να προτείνει προς ψήφιση στον λαό ένα νέο Σύνταγμα που θα κατοχυρώνει:

σαν οικονομικό καθεστώς την κοινωνικοποιημένη, δημοκρατικά σχεδιασμένη οικονομία

σαν πολίτευμα την εργατική, σοσιαλιστική δημοκρατία

την υποχρέωση των λαϊκών αντιπροσώπων να δίνουν τακτικό απολογισμό στους εκλογείς και το δικαίωμα ανάκλησής τους από το εκλογικό τους σώμα ανά πάσα στιγμή

τη συγχώνευση νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας σε ένα εκλεγμένο και ανακλητό ανώτερο συμβούλιο του εργαζόμενου λαού, που θα ψηφίζει νόμους και θα εργάζεται για την εφαρμογή τους

εκλογή αυτού του σώματος σε διετή θητεία, στη βάση του καθολικού εκλογικού δικαιώματος και του πολυκομματισμού, με ένα εκλογικό σύστημα που θα προβλέπει αυξημένη εκπροσώπηση για περιφέρειες με εργατική σύνθεση και θα συμπεριλαμβάνει εκλεγμένους και ανακλητούς εκπροσώπους των εργατών από όλους τους βασικούς βιομηχανικούς κλάδους

πραγματική Τοπική Αυτοδιοίκηση μέσα από το πέρασμα της εξουσίας των δημοτικών αρχών στα ανά διετία εκλεγμένα με βάση το καθολικό εκλογικό δικαίωμα λαϊκά συμβούλια, που θα τα συναποτελούν εκπρόσωποι των συνοικιών και των εργαζόμενων από τις κατά τόπους παραγωγικές και οικονομικές μονάδες.

β) Τη συνολική αναμόρφωση του στρατού με τα ακόλουθα μέτρα:

Πλήρη συνδικαλιστικά και πολιτικά δικαιώματα για όλους τους στρατιώτες και τους κατώτερους αξιωματικούς.

Οι εκλεγμένες και ανακλητές επιτροπές στρατιωτών και κατώτερων αξιωματικών πρέπει να αποφασίζουν για όλα τα ζητήματα που αφορούν τη μονάδα.

Εκλογή και δικαίωμα ανάκλησης όλων των αξιωματικών από τους στρατιώτες. Μέτρα βελτίωσης της ζωής στις μονάδες (υγιεινή, διατροφή, επαρκείς άδειες) και αύξηση του μισθού του φαντάρου στο ύψος του επιδόματος ανεργίας.

Επαρκής εκπαίδευση στα όπλα καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας.

Όχι στον επαγγελματικό στρατό. Θητεία με εκπαίδευση στα όπλα όλου του εργαζόμενου λαού, σαν εγγύηση για την προάσπιση των δικαιωμάτων και των κατακτήσεών του.

Αμοιβή όλων των αξιωματικών με το μισθό ενός ειδικευμένου εργάτη.

Πλαισίωση του στρατού από στρατιωτικά αποσπάσματα των εργατικών οργανώσεων που θα εκπαιδευτούν στα στρατόπεδα με έξοδα του κράτους.

γ) Τη ριζική αναμόρφωση των σωμάτων ασφαλείας:

Κατάργηση όλων των ειδικών δυνάμεων καταστολής και αστυνόμευσης των αγώνων του εργαζόμενου λαού και της νεολαίας.

Απαγόρευση παρουσίας των σωμάτων ασφαλείας στους χώρους στους οποίους διεξάγεται πολιτική και συνδικαλιστική δραστηριότητα και επέκταση του ασύλου σε όλους τους εκπαιδευτικούς και εργασιακούς χώρους.

Κατάργηση κάθε αυτοδιοίκητου των σωμάτων ασφαλείας. Υπαγωγή τους στον έλεγχο των μαζικών οργανώσεων του εργαζόμενου λαού και της νεολαίας και μετατροπή τους σε πολιτοφυλακές, με εκ περιτροπή συμμετοχή σε αυτές επίλεκτων μελών των μαζικών εργατικών οργανώσεων και της νεολαίας. Καθορισμός του προγράμματος εκπαίδευσής τους από εκλεγμένη επιτροπή εκπροσώπων από τις μαζικές οργανώσεις.

δ) Ριζικές αλλαγές στη δικαστική εξουσία:

Κατάργηση των προνομίων και των σημερινών αμοιβών των δικαστών, αμοιβές στο ύψος ενός ειδικευμένου εργάτη.

Εκλογή των δικαστών απευθείας από το λαό.

Εφαρμογή ενός προγράμματος μαζικής λαϊκής επιμόρφωσης πάνω σε ένα αναμορφωμένο και εκσυγχρονισμένο Δίκαιο σύμφωνο με τα συμφέροντα του εργαζόμενου λαού.

ε) Δομικές αλλαγές στη λειτουργία των κρατικών υπηρεσιών και οργανισμών:

Σε όλες τις κρατικές υπηρεσίες και οργανισμούς διοίκηση από εκλεγμένα και ανακλητά όργανα που θα αποτελούνται από εκπροσώπους των μαζικών συνδικαλιστικών οργανώσεων της εργατικής τάξης, της εκλεγμένης κυβέρνησης και των ίδιων των υπαλλήλων αυτών των υπηρεσιών και οργανισμών.

Ο μισθός των δημοσίων υπαλλήλων να είναι συνδεδεμένος με το μισθό του βιομηχανικού εργάτη.

10. Όχι «εξωτερική», αλλά διεθνιστική πολιτική – Για τις Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης!

Η επαναστατική, σοσιαλιστική κυβέρνηση πρέπει να πολιτευθεί στο διεθνές πεδίο ριζικά διαφορετικά από τις ως σήμερα συντηρητικές, αστικές ελληνικές κυβερνήσεις. Η αρχή της νέας «εξωτερικής» πολιτικής της χώρας πρέπει να είναι η αντίληψη ότι ο πιο πιστός σύμμαχος της επαναστατικής Ελλάδας είναι οι ίδιοι εργαζόμενοι παγκόσμια, ανεξάρτητα από χώρα και φυλή.

Στην πολιτική της κυβέρνησης πρέπει να αντανακλάται η δραστήρια επιδίωξη να επεκταθεί το επαναστατικό σοσιαλιστικό παράδειγμα της Ελλάδας και να κερδίσει έδαφος μέσα από την πάλη των εργαζόμενων στα Βαλκάνια, την Ευρώπη και ολόκληρο τον κόσμο. Η κυβέρνηση πρέπει να λάβει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες που θα στέλνουν ένα επαναστατικό μήνυμα διεθνιστικού αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό και αντίστασης στον ιμπεριαλισμό σε διεθνές επίπεδο.

Τα άμεσα μέτρα και οι άμεσες πρωτοβουλίες της κυβέρνησης για μια τέτοια διεθνιστική πολιτική πρέπει να είναι τα ακόλουθα:

α) Αποχώρηση από το ΝΑΤΟ και διώξιμο των αμερικάνικων βάσεων από τη χώρα. Το ΝΑΤΟ δεν είναι απλά ένας στρατιωτικός μηχανισμός. Είναι η στρατιωτική έκφραση του καπιταλισμού της εποχής των μονοπωλίων, δηλαδή του ιμπεριαλισμού. Είναι ένα σύμπλεγμα διοικητικών και πολιτικών θεσμών, που δεμένοι με χιλιάδες νήματα με τους ντόπιους μηχανισμούς της αστικής τάξης, σκοπό έχουν τη συντριβή του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς και την υπεράσπιση του καπιταλισμού. Η έξοδος από το ΝΑΤΟ δεν είναι μόνο ζήτημα αρχής. Είναι ζήτημα που έχει να κάνει με την υπεράσπιση των δικαιωμάτων και των κατακτήσεων των εργαζόμενων και της επαναστατικής της πορείας. Παραμονή στο ΝΑΤΟ σημαίνει παροχή χρόνου και «χώρου» από την κυβέρνηση για την προετοιμασία αντεπαναστατικών, υπονομευτικών ενεργειών και πραξικοπημάτων εναντίον της.

β) Η εφαρμογή του προγράμματος ανατροπής του καπιταλισμού συνεπάγεται αυτονόητα τη σύγκρουση με την καπιταλιστική ΕΕ και τους θεσμούς της και αναπόφευκτα, την έξοδο από αυτή. Η αστική κλίκα που διοικεί την ΕΕ σύμφωνα με τα συμφέροντα των μεγάλων τραπεζών και των ευρωπαϊκών πολυεθνικών δεν μπορεί να ανεχθεί έστω και την υπόνοια εφαρμογής ενός σχεδίου εγκαθίδρυσης κοινωνικοποιημένης, σχεδιασμένης οικονομίας στην Ελλάδα. Από τη φύση της η εφαρμογή ενός τέτοιου προγράμματος έρχεται σε σύγκρουση με το οικοδόμημα της ΕΕ, που είναι φτιαγμένο σύμφωνα με τα συμφέροντα του ευρωπαϊκού μεγάλου κεφαλαίου. Βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με το πνεύμα και το γράμμα των ιδρυτικών πράξεων, των Συνθηκών, των κανόνων και των επίσημων συμφωνιών της ΕΕ που προασπίζουν τον καπιταλισμό και «την ελεύθερη αγορά».

Σε κάθε της βήμα η επαναστατική, σοσιαλιστική κυβέρνηση πρέπει να βροντοφωνάζει στους λαούς ότι στόχος της δεν είναι η αντιδραστική εθνική απομόνωση. Η «οικοδόμηση του σοσιαλισμού μόνο μέσα στα όρια της Ελλάδας» είναι μια αντιδραστική ουτοπία. Ο σοσιαλισμός είναι ένα σύστημα κοινωνικής και οικονομικής αρμονίας και ευημερίας. Σε συνθήκες πλήρους κυριαρχίας της παγκόσμιας αγοράς, όπου έχει δημιουργηθεί αντικειμενικά ένας ανεπτυγμένος διεθνής καταμερισμός εργασίας, ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να οικοδομηθεί επαρκώς με τις παραγωγικές δυνάμεις μιας μόνης χώρας. Για τη στέρεη και πλήρη οικοδόμησή του σοσιαλισμού απαιτείται η συνένωση των παραγωγικών δυνάμεων πολλών μαζί αναπτυγμένων χωρών.

Αυτό που αποδεικνύει η παρούσα βαθειά κρίση στην Ευρωζώνη, είναι ότι ο καπιταλισμός εξαιτίας των αντιφάσεων και των τρομερών ανταγωνισμών που αναπτύσσονται στους κόλπους του, είναι οργανικά ανίκανος να φέρει σε πέρας την ιστορικά προοδευτική διαδικασία ενοποίησης της ευρωπαϊκής ηπείρου. Η μόνη δύναμη που μπορεί να επιτελέσει αυτό το καθήκον είναι η ευρωπαϊκή εργατική τάξη, κάτω από τη σημαία του σοσιαλισμού.

Η επαναστατική, σοσιαλιστική κυβέρνηση θα πρέπει υπομονετικά και δραστήρια να υπερασπίσει και να προωθήσει την υπόθεση της Ευρώπης των εργαζόμενων και στου σοσιαλισμού! Μιας αδελφωμένης Ευρώπης, που πρέπει να θεσμοθετήσει νέες Συνθήκες, ικανές να εγγυώνται όχι απλά μια ένωση διακίνησης εμπορευμάτων και ένα κοινό νόμισμα, αλλά έναν κοινό σχεδιασμό των παραγωγικών δυνάμεων για το αμοιβαίο όφελος των ευρωπαϊκών λαών. Να παλέψει και να εργαστεί διεθνώς για τις Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης!

Στο πλαίσιο αυτού του αγώνα, ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να διοργανώσει διεθνή συνέδρια για τον συντονισμό του κοινού αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό στα Βαλκάνια και την Ευρώπη και να λάβει τις αναγκαίες πρωτοβουλίες για την ίδρυση από τις μαζικές εργατικές οργανώσεις και κόμματα ολόκληρου του κόσμου, μιας νέας μαζικής εργατικής Διεθνούς!

Μέλη που υπογράφουν την  Κομμουνιστική Πλατφορμα

ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΜΕΛΟΥΣ                      ΤΟΠΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΣΥΡΙΖΑ

Ιωσήφ Σπάρταλης Ρόδος
ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥΔΑΚΗΣ ΚΥΨΕΛΗΣ
ΒΟΥΡΤΣΗΣ ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ ΠΑΤΡΑΣ
ΔΑΓΡΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗΣ
Άγγελος Ηρακλείδης Ρόδος
Γιώργος Αρναούτογλου Νέας Σμύρνης
Γιώργος Κουνουγέρης Φιλαδέλφειας – Χαλκηδόνας
Κωνσταντίνος Αυγέρος Μυτιλήνη
Ορέστης Δούλος Φιλαδέλφειας – Χαλκηδόνας
ΝΟΡΑ ΠΕΡΔΙΟΥ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ
ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ ΑΓΓΕΛΟΣ ΡΟΔΟΣ- ΝΟΜΟΣ ΔΩΔΔΕΚΑΝΗΣΟΥ
Πάτροκλος Ψάλτης Χολαργού – Παπάγου
Σοφία Παπακωνσταντίνου Ν. Σμύρνη
Γεωργίου Θωμάς Ζωγράφου
ΔΕΛΙΟΣ ΚΙΜΩΝ ΧΟΛΑΡΓΟΥ -ΠΑΠΑΓΟΥ
Παναγιώτης Κολοβός ΝΕΑΣ ΣΜΥΡΝΗΣ
EYH ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΥ Φιλαδέλφειας -Χαλκηδόνας
ΑΜΑΛΙΑ ΓΙΑΚΟΥΜΙΔΟΥ ΓΚΥΖΗ – ΠΟΛΥΓΩΝΟΥ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΝΤΙΦΗΞ ΚΥΨΕΛΗΣ
ΤΡΑΝΟΣ ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΚΥΨΕΛΗΣ
Τσιντή Γερασιμίνα Αργυρούπολης
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΥΜΑΡΕΛΑΣ Αργυρούπολης
Ελένη Δαγρέ Αργυρούπολης
Γεράσιμος Λάκκας Χολαργού – Παπάγου
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΛΑΜΠΟΓΙΑ Χολαργού – Παπάγου
Σάρλης Γιώργος Θεσσαλονίκης
Συμεώνα Σαφλούκα Θεσσαλονίκης
Αγγελική Σωτηροπούλου Αργυρούπολης
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΠΟΛΥΧΡΟΝΗ ΡΟΔΟΠΗΣ
Κουνουγέρη Γιώτα Φιλαδέλφειας -Χαλκηδόνας
ΗΛΙΑΣ ΚΥΡΟΥΣΗΣ Παλαιού Φαλήρου
ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ ΜΑΡΙΟΣ Ν. ΣΜΥΡΝΗΣ
ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΜΗΤΣΙΟΓΙΑΝΝΗ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ
ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ ΑΒΡΑΑΜ Ν. ΣΜΥΡΝΗΣ
ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΣΩΝΗ ΡΟΔΟΠΗΣ
ΟΛΙΝΑ ΖΑΚΟΛΙΚΟΥ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ -ΧΑΛΚΗΔΟΝΑΣ
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΚΑΜΙΝΙΩΤΗ Φιλαδέλφειας -Χαλκηδόνας
ΣΩΤΗΡΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ Κεραμεικού
ΤΖΙΝΑ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ Ν. ΣΜΥΡΝΗΣ
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΑΣΑΟΥΤΗΣ Φιλαδέλφειας -Χαλκηδόνας
Γιάννης Αυγέρος Καλλιθέας
Ξύδης Ιωάννης Κύπρου
ΧΑΣΤΑ ΕΛΕΝΗ ΡΟΔΟΣ- ΔΩΔ/ΣΟΥ
Θανάσης Αλμπάντης Πυλαίας-Χορτιάτη
Στέλιος Βαλαβανίδης Περιστερίου
Κολλιάς Γιώργος Πατησίων
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ ΠΑΛΛΗΝΗ
ΚΥΡΟΥΣΗΣ ΠΑΥΛΟΣ ΝΕΑ ΣΜΥΡΝΗ
ΑΝΝΑ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΛΥΚΩΝ ΝΕΡΩΝ-ΠΑΙΑΝΙΑΣ
Τουντα Παρασκευή Νέα Σμύρνη
Μακρής Γεράσιμος Ηράκλειου Κρήτης
Στέρεου Λιανα Πεντέλης
ΠΑΠΟΥΤΣΑΚΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΔΗΜΟΥ ΜΑΛΕΒΙΖΙΟΥ
Αλέξανδρος Τσατσαρούνος Κυψέλης
Μαρία Δούλου Φιλαδέλφειας-Χαλκηδόνας
Χαράλαμπος Ευστρατίου Ηρακλείου
Γιώργος Διακογεωργίου Λονδίνου
Καραγιαννόπουλος Χ. Σταμάτης Γκύζη – Πολυγώνου
Αθηνά Ευαγγελινού Χολαργού-Παπάγου
Χαράλαμπος Καλαμπόγιας Χολαργού-Παπάγου
ΜΕΝΤΗ ΕΙΡΗΝΗ ΠΑΛΛΗΝΗ
Γιώργος Παπαδημητρίου Ηράκλειο Κρήτης
Ιάσων-Αλέξανδρος Μπαγκέρης Μαρούσι
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΖΑΚΗΣ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ-ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ
ΚΑΖΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΥΟΣΜΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗ ΕΛΕΝΗ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ-ΧΑΛΚΗΔΟΝΑΣ
Χρήστος Λαμπάκης Θεσσαλονίκης
Φραγκίσκου Μαρίνα Νάξου
ΜΙΚΡΑΚΗ ΒΑΛΙΑ ΠΑΛΛΗΝΗΣ
Στογιάννης Σπύρος Ρόδος
Χάρης Κωστούλας Ηγουμενίτσα
Μαρία Μπακάλη Λονδίνου
Τσίτσιρας Χαράλαμπος Νέας Ιωνίας
ΛΕΧΟΥΡΙΤΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 5ου Δημοτικού Διαμερίσματος Αθήνας
Παπαγιαβής Παναγιώτης ΗΛΙΟΥΠΟΛΗ-ΑΤΤΙΚΗΣ
ΤΟΛΑΝΟΥΔΗ ΖΩΓΡΑΦΙΑ ΟΡΕΣΤΙΑΔΑΣ-ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ
Πέππας Δημητρης Μέλος Νομ. Επιτροπής Ηλείας
Ανδρέας Φιλής Λονδίνου
Δήμος Καρακώστας Χολαργού -Παπάγου
Κακογεωργίου Γιάννης Παλλήνης
Διονύσης Αρναούτογλου Γλυφάδας
Δημήτριος Ιμπιρλής Αθήνα
Σταμάτιος Χαραλαμπίδης Αθήνα
Πανταζίδη Κωνσταντίνα Αθήνα
Καλογερόπουλος Μπάμπης Καλαμάτα
Δήμου Αριστομένης Πολύγυρος Χαλκιδικής
Σκοινιώτης Κώστας Γραμματεία Μικρομεσαίων
ΜΠΑΛΑΡΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Αγίας Σοφίας Πάτρα
Λιαπόπουλος Παναγιώτης Πεντέλης
Χριστίνα Γκιβίση Ν. ΣΜΥΡΝΗΣ
ΜΑΝΙΚΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΑΜΙΑΣ
Αναγνωστάκος Ιωάννης Πετρούπολης
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΙΤΣΗΣ ΠΑΤΡΑ – ΝΟΤΙΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ
Θάλεια Τριγώνη Ηρακλείου/ Cambridge
Χάρης Χαραλάμπους Cambridge
Μιχάλης Βικάτος Ίλιον
Φάνης Τζανόπουλος Χαλκίδας
Μιχάλης Καράπας Πειραιάς Β’ Διαμέρισμα
ΝΑΣΟΣ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ Αμπελοκήπων
Φώτης Κοπανιτσάνος Αιγάλεω
ΚΟΥΛΕΝΤΙΑΝΟΣ.ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΝΑΥΠΛΙΟΥ
ΙΑΚΩΒΟΣ ΓΩΓΑΚΗΣ ΓΛΥΦΑΔΑΣ
ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΠΕΡΔΙΚΑΡΗΣ ΛΕΥΚΑΔΑΣ
Θεόδωρος ΠαΪπάτης Πυλαίας-Χορτιάτη/Θεσσαλονίκη
Μελπομένη Αργυρίου                                      ΛΕΣΒΟΥ .
ΖΑΝΝΑΚΗΣ ΘΟΔΩΡΟΣ                                         ΡόδουΒαγγέλης Κουφός                                                 Ρόδου – ΠαραδείσιΝεφέλη Μπούλιαρη                                             ΖΩΓΡΑΦΟΥΛΕΩΝΗ ΨΑΛΤΗ                                                    ΧΟΛΑΡΓΟΥ – ΠΑΠΑΓΟΥ

ΕΙΡΗΝΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ                           ΡΟΔΟΠΗΣ

ΠΑΥΛΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ                                   ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

ΚΥΡΙΑΚΟΣ  ΚΑΡΑΔΗΜΗΤΡΗΣ                             Ν. ΣΜΥΡΝΗΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΒΑΣΙΛΑΚΗ                                 ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ

ΣΤΑΜΑΤΙΟΣ Κ.  ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ  ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ – ΧΑΛΚΗΔΟΝΑΣ

Μπονέλη Χριστίνα                                               Βούλας – Βάρης

Ηλίας Κέντρος                                                        Αγίας Σοφίας Πάτρας

Αρναούτογλου Χριστίνα                                      Γλυφάδας

Χρήστος Αρναούτογλου                                      Γλυφάδας

Άννα Παπακωνσταντίνου                                     Παιανίας –Γλυκών Νερών

Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου                      Παιανίας – Γλυκών Νερών

Χαράλαμπος  Χουβαρδάς                                           Κυψέλης

Σπηλιωτάκη Ελένη                                                  Ηρακλείου Κρήτης

Σαράφη Κατερίνα                                                   Ηρακλείου Κρήτης

Γιάννης Θεοδώρου                                                Σπουδάζουσα Αθήνας

ΚΟΝΔΥΛΙΑ ΣΟΛΔΑΤΟΥ                                           Καλλιθέας

Δημήτρης Αρβανίτης                                             Ν. Σμύρνης

Κατσουλάκης  Άγγελος                                 ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ – ΧΑΛΚΗΔΟΝΑΣ

Κοτζαράτος Μιχάλης                                              Νέας Σμύρνης

Κωνσταντίνος Κρεκούκιας                                   Αργυρούπολη

Ζανετίδης Σταμάτιος                                             Νέας Σμύρνης

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: