Κείμενο συμβολής της Αριστερής πλατφόρμας στο ιδρυτικό συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ

ΓΙΑ ΕΝΑ ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΥΜΑ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ

ΜΟΝΟ ΕΝΑ ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΥΜΑ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΔΩΣΕΙ ΤΗΝ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ ΟΡΜΗ ΣΤΟ ΣΥΡΙΖΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΝΕΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΛΜΑ ΣΤΗΝ ΕΠΙΡΡΟΗ ΤΟΥ ΚΑΙ ΣΤΗ ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΑΖΩΟΓΟΝΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Πορευόμαστε προς το ιδρυτικό συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ με την σφοδρή επιθυμία να είναι ένα μεγάλο εξωστρεφές γεγονός που θα ανταποκριθεί στις προσδοκίες των εργαζομένων των ανέργων ,των συνταξιούχων ,των μεσαίων στρωμάτων της πόλης και της περιφέρειας ,της διανόησης και της νεολαίας .Όλων αυτών που θέλουν την ριζοσπαστική αριστερά στην πρώτη γραμμή των αγώνων για την ανατροπή των μνημονίων και των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που έχουν διαλύσει τη ζωή τους και έχουν υπονομεύσει τη χώρα ,για την ανατροπή της μνημονιακής τρικομματικής κυβέρνησης ,για την ριζοσπαστική κυβερνητική αλλαγή στη χώρα μας έχοντας ανοιχτούς τους ορίζοντες για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό .

Σήμερα αναδεικνύονται με έμφαση εξαιρετικά κρίσιμα ζητήματα για τα οποία χρειάζεται να ανοιχτούν επειγόντως μεγάλα πολιτικά μέτωπα. Η κοινωνία στενάζει από την δραματική υποβάθμιση των εισοδημάτων ,την ανεργία ,τη φτώχεια, την υπερχρέωση και την συνεχή φορομπηχτική πολιτική στα λαϊκά στρώματα .Η δημοκρατία έχει καταντήσει αδειανό πουκάμισο αφού η καταστολή ενισχύεται δραματικά, οι συλλογικές συμβάσεις έχουν καταργηθεί, η απεργία έχει απαγορευτεί με τις πολιτικές επιστρατεύσεις και τις αποφάσεις δικαστηρίων, δρομολογείται η πλήρης αποδυνάμωση των διαδηλώσεων ενώ η βουλή πρωτοκολλεί αποφάσεις της εκτελεστικής εξουσίας. Οι συντάξεις έχουν ισοπεδωθεί και ετοιμάζονται νέες δραματικές μειώσεις την ίδια ώρα που τα ασφαλιστικά ταμεία αιμορραγούν από την τεράστια ανεργία και την ανασφάλιστη εργασία ,ενώ το κούρεμα με το PSI αποδεκάτισε τα ήδη λεηλατημένα αποθεματικά τους .Οι απολύσεις είναι καθημερινό μαζικό φαινόμενο στον ιδιωτικό τομέα αυξάνοντας θεαματικά την ανεργία ,ενώ οι προγραμματισμένες απολύσεις στο δημόσιο θα επιδεινώσουν την κατάσταση. Τα τεράστια αυτά προβλήματα και οι μάχες της κοινωνίας ,πρέπει να είναι τα μεγάλα επίδικα στην ατζέντα του συνεδρίου μας για τα οποία πρέπει να αναληφθούν μεγάλες πολιτικές πρωτοβουλίες.

Το συνέδριό μας πρέπει να ανταποκριθεί σε αυτές τις προσδοκίες, να αφουγκραστεί το σφυγμό της κοινωνίας, να κατανοήσει τις νέες προκλήσεις και δυσκολίες και να δώσει μια νέα σημαντική ώθηση στην πολιτική μας προοπτική και δράση, υπερβαίνοντας τους φραγμούς που θέτει το πολυπλόκαμο σύστημα εξουσίας .

Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι στις σημερινές συνθήκες χρειάζεται ένα ρωμαλέο μαζικό κίνημα που θα παίρνει τον χαρακτήρα ενός πολιτικού ρεύματος ανατροπής και ριζικής αλλαγής ,όπως επίσης ότι χρειαζόμαστε ένα μαζικό , ισχυρό ,ριζοσπαστικό ,μαχητικό κόμμα της αριστεράς ικανό να πρωτοστατήσει και να φέρει σε πέρας μαζί με τους εργαζόμενους και το λαό το καθήκον της ανατροπής του σάπιου πολιτικού συστήματος, της ανακοπής της καταστροφικής πορείας και της οικοδόμησης μιας νέας Ελλάδας, όπου ο κόσμος της δουλειάς ,της επιστήμης και του πολιτισμού θα αποφασίζει για το μέλλον του.

Το οικονομικό και κοινωνικό πρόβλημα της χώρας προϋποθέτει την ανάληψη της κυβέρνησης από μια κυβέρνηση της συμπαραταγμένης αριστεράς με ευρύτατη λαϊκή στήριξη ώστε να περάσει στα χέρια της η πραγματική εξουσία κι η δυνατότητα μεγάλων αλλαγών.

Όλα αυτά απαιτούν μεγάλες συγκρούσεις. Το σύστημα δεν χαρίζεται σε κανέναν.

Ούτε δωρίζει την εξουσία του. Σήμερα τα δίνει όλα για να στηρίξει μια κυβέρνηση η οποία προκαλεί μόνο πόνο, κοινωνική ερήμωση και θυσίες χωρίς κανένα αντίκρισμα. Η κυβέρνηση μάταια προσπαθεί να δημιουργήσει ελπίδες ,με τον εξωραϊσμό αλλά ταυτόχρονα διαχειρίζεται και τον φόβο . Θα αποτύχει για μια ακόμη φορά .Ελπίδες με αυτές τις πολιτικές μέσα από τα κοινωνικά ερείπια δεν μπορούν να ριζώσουν. Οι ζημιωμένοι από τις πολιτικές των μνημονίων μέσα από αυτή την σκληρή ταξική πόλωση ,θα παραμείνουν οι ζημιωμένοι και της νέας περιόδου όσες πλαστές υποσχέσεις και αν δοθούν.

1) ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΑΝ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΙΔΡΥΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ, ΠΑΡΑ ΤΙΣ ΑΝΤΙΞΟΟΤΗΤΕΣ, ΓΙΑ ΕΝΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΤΟΜΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΟΠΟ

Ένα τόσο σημαντικό Συνέδριο όπως το ιδρυτικό Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ –ΕΚΜ, το οποίο γίνεται σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή για τον ίδιο το ΣΥΡΙΖΑ και σε μια από τις πιο κρίσιμες περιόδους για τον τόπο, θα χρειαζόταν μεγαλύτερη προετοιμασία, καλύτερο σχεδιασμό, άνεση χρόνου για την επεξεργασία και συζήτηση των επίμαχων ζητημάτων και διασφάλιση της ουσιαστικότερης συμμετοχής των μελών και οργανώσεων του φορέα στις Συνεδριακές διαδικασίες και αποφάσεις.

Η απόφαση για τη διεξαγωγή του Ιδρυτικού Συνεδρίου χωρίς όλες τις ως άνω προϋποθέσεις συνιστά ένα μεγάλο έλλειμμα.

Η Αριστερή Πλατφόρμα, παρά τις αντιξοότητες αυτές, καταθέτει τις ιδιαίτερες απόψεις της και θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν και για την όσο το δυνατόν πιο επιτυχή έκβαση του Συνεδρίου, για το καλό του ΣΥΡΙΖΑ, της Αριστεράς και του τόπου.

2) ΟΧΙ ΣΕ ΕΝΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΩΝ ΘΕΛΟΥΜΕ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΩΝ ΠΛΑΤΙΩΝ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΛΑΪΚΩΝ ΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗΣ ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ

Το ιδρυτικό Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελεί μια εσωτερική και εσωστρεφή διαδικασία του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν διεξάγεται για να υπηρετήσει εσωκομματικές σκοπιμότητες ούτε για την αντιμετώπιση εσωκομματικών «αντιπάλων» ή το ξεκαθάρισμα εσωκομματικών λογαριασμών.

Το ιδρυτικό Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις ανεπάρκειες σε χρόνο και προετοιμασία, μπορεί και πρέπει να αναδειχθεί σε ένα μεγάλο εξωστρεφές πολιτικό γεγονός, να «ταράξει τα νερά» της πολιτικής και κοινωνικής ζωής της χώρας και να εξελιχθεί σε υπόθεση της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας για μια μεγάλη προοδευτική ανατροπή.

Το ιδρυτικό Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να καταστεί μια κορυφαία στιγμή στην αλληλένδετη προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να συμβάλλει από τη μία στην αναζωογόνηση του κοινωνικού πεδίου, στην αντεπίθεση της κοινωνίας και στην ανάπτυξη μεγάλων ενωτικών κοινωνικών ταξικών αγώνων και από την άλλη στην προσπάθεια του να προωθήσει μια κυβέρνηση της Αριστεράς στην Ελλάδα που θα αλλάξει τη μοίρα αυτού του τόπου με γενικότερες επιδράσεις στην περιοχή και την Ευρώπη.

Οι θέσεις για το Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ και κυρίως οι τελικές αποφάσεις του μπορούν να σφραγίσουν το μέλλον όλης της Αριστεράς και κυρίως το μέλλον του τόπου και να θέσουν τις βάσεις για τη συγκρότηση ενός πρωτότυπου αριστερού Κομματικού εγχειρήματος, στο οποίο η δημοκρατικότητα, η πολυτασικότητα, η γνήσια συλλογικότητα, η ουσιαστική συμμετοχή των μελών στις αποφάσεις και εις βάθος συζήτηση πάνω σε διαφορετικές απόψεις, θα μπορούν να συνυπάρχουν με την ενιαία εικόνα, τη συνοχή, τον πλήρη σεβασμό στις συλλογικές πλειοψηφικές αποφάσεις και την αποτελεσματικότητα στη δράση του Κόμματος.

3)ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΜΕ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΜΟΝΟ ΓΙΑ «ΕΣΩΚΟΜΜΑΤΙΚΗ ΧΡΗΣΗ» ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΣΩΚΟΜΜΑΤΙΚΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΛΟΓΟ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

Ειδικότερα σε σχέση με τις συλλογικές αποφάσεις του ΣΥΡΙΖΑ , παρουσιάζεται το τελευταίο διάστημα όλο και πιο συχνά το φαινόμενο ηγετικά κεντρικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ να διατυπώνουν δημόσια και επιλεκτικά ως απόψεις του κόμματος και όχι ως προσωπική άποψη, πολύ διαφορετικές θέσεις από τις επεξεργασμένες και συλλογικά αποφασισμένες θέσεις του κόμματος, όπως αυτές λαμβάνονται στα κεντρικά όργανα και Σώματα του Κόμματος.

Όλο και περισσότερο δίνεται η εντύπωση ότι υπάρχουν δύο ειδών θέσεις του κόμματος, εκείνες που χρησιμοποιούνται για «εσωτερική κομματική χρήση» και εκείνες που επιλεκτικά και κατά θέμα είναι «κατάλληλες» για να εκφωνούνται δημόσια, ανάλογα με την περίσταση και τα ακροατήρια.

Το κόμμα που θέλουμε να διαμορφώσουμε είναι ένα δημοκρατικό και πολυτασικό κόμμα και ως τέτοιο επιτρέπει την ελεύθερη και δημόσια διατύπωση της προσωπικής γνώμης , πάντα φυσικά με σεβασμό στις αποφάσεις της πλειοψηφίας και λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες και τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Όταν όμως κρίνεται αναγκαίο να κατατεθεί μια άποψη που δεν είναι θέση του κόμματος, οφείλεται να τονίζεται ευδιάκριτα ο προσωπικός της χαρακτήρας και να διατυπώνεται , ταυτόχρονα, η συλλογική θέση του κόμματος.

Δεν έχει κανένα νόημα να ακολουθούνται επίπονες και χρονοβόρες εσωκομματικές διαδικασίες, Κεντρικές Επιτροπές, Γραμματείες, Συνδιασκέψεις και τώρα Συνέδριο για να καταλήγουμε σε αποφάσεις που λαμβάνονται για λόγους εσωκομματικών ισορροπιών και αφορούν μόνο τα μέλη του κόμματος, των οποίων οι θέσεις δεν εκφωνούνται ή αλλοιώνονται ή εκφωνούνται «μισές«, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις διατυπώνονται εντελώς διαφορετικά ή και αντίθετα πράγματα απ’ όσα έχουν αποφασιστεί.

Ακόμα χειρότερα, πρέπει να επισημανθούν ως άκρως αρνητικά φαινόμενα ανάληψης σημαντικών πολιτικών πρωτοβουλιών και κινήσεων ερήμην των συλλογικών οργάνων και με πλήρη άγνοια των τελευταίων, που στέκονται αμήχανα προ τετελεσμένων γεγονότων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο πρέπει να αποφύγει αλλά και να καταπολεμήσει με όλες του τις δυνάμεις και σε όλα τα επίπεδα τυπικά φαινόμενα που έχουν εμφανισθεί σε αντιπολιτευτικά κόμματα , ιδίως του σοσιαλδημοκρατικού κλίματος, τα οποία όσο προσέγγιζαν την κυβέρνηση τόσο υποβαθμιζόταν το κόμμα και μεγάλωνε η απόσταση ανάμεσα στο τελευταίο, τα συλλογικά του όργανα ,τις συλλογικές του αποφάσεις και τη δημόσια διαχείριση της πολιτικής του κόμματος.

Αυτήν την ώρα όλα τα μέλη και στελέχη του κόμματος, όλα τα συλλογικά σώματα και συλλογικά όργανα του σε όλα τα επίπεδα και το ίδιο το Συνέδριο , οφείλουν να υπερασπιστούν την αποτελεσματική και στην πράξη δημοκρατική λειτουργία του κόμματος, την προάσπιση των αποφάσεων του κόμματος και την ενιαία διατύπωση της πολιτικής του τόσο στις εσωκομματικές διαδικασίες όσο και στη δημόσια παρουσία του.

4) ΙΔΡΥΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΜΩΝ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΔΙΠΛΟ ΑΛΜΑ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ

Το ιδρυτικό Συνέδριο πρέπει να αναδειχθεί σε μεγάλη ευκαιρία προκειμένου να προχωρήσει ένα δεύτερο κύμα ριζοσπαστικοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ένα περίπου χρόνο μετά τις εκλογές, μπορεί και πρέπει να ξεκολλήσει από τα ποσοστά που κατέγραψε σε αυτές, μπορεί να ανακτήσει την πολιτική πρωτοβουλία, να αποκτήσει ξανά την ηγεμονία στην πολιτικοκοινωνική σκακιέρα και πρώτα απ΄όλα μέσα στο λαό και να κατακτήσει μια νέα πολιτική και κοινωνική δυναμική, εν μέσω νέας ανάπτυξης των εργατικών-λαϊκών αγώνων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ για να επιτύχει όλα τα παραπάνω στην κατεύθυνση μιας μεγάλης προοδευτικής ανατροπής στη ζωή της χώρας, χρειάζεται να πραγματοποιήσει ο ίδιος μια δημιουργική ανατροπή μέσα από τη συνέχεια της πορείας του.

Το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα πρέπει να είναι μια από «τα ίδια». Δεν θα πρέπει να συνεχίσει την «πεπατημένη».

Το ιδρυτικό Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να αναδείξει και να χαράξει εκείνες τις νέες πολιτικές κατευθύνσεις που θα ανοίξουν τα «φτερά» του Κόμματος να επιτύχει ένα ταυτόχρονο διπλό άλμα.

Ένα άλμα στη συμβολή του για την εκ νέου αφύπνιση του κοινωνικού πεδίου, στην αναζωογόνηση των κοινωνικών αγώνων και στην ανάπτυξη ενός μεγάλου ενωτικού εργατικού – λαϊκού κινήματος στο ύψος της ανάγκης μιας προοδευτικής ανατροπής στην πορεία της χώρας με σοσιαλιστικό ορίζοντα.

Ένα νέο άλμα στη δυναμική και επιρροή του κόμματος, που θα του προσδώσει ένα άνετο πολιτικό προβάδισμα και μια καινούργια πολιτική πρωτοκαθεδρία, η οποία θα δώσει και τη χαριστική βολή στο παλιό αστικό πολιτικό σκηνικό και στις «αριστερές» εφεδρείες του.

Αυτά τα νέα άλματα στη δυναμική και τη κινηματική συμβολή του ΣΥΡΙΖΑ είναι απείρως πιο δύσκολα από το «πέταγμα» του Κόμματος σε ρόλο αξιωματική αντιπολίτευσης και απαιτούν για να υλοποιηθούν μεγάλες τομές στην πολιτική του Κόμματος, μεγάλη αποφασιστικότητα, τιτάνια πολιτική θέληση, ακλόνητη ριζοσπαστικότητα και πείσμονα σιδερένια συνέπεια, σταθερότητα, προκειμένου να ανταπεξέλθουμε στις συγκρούσεις και τις επιθέσεις του κατεστημένου, οι οποίες για να ματαιώσουν την κυβερνητική προοπτική της Αριστεράς και του εργατικού-λαϊκού κινήματος, θα καταστούν απείρως πιο σφοδρές έως λυσσώδεις, ενώ δεν πρέπει να αποκλείουμε τη χρήση ακραίων αντιδημοκρατικών μέσων και σκοτεινών μεθοδεύσεων.

Ήδη εδώ και αρκετό διάστημα βρίσκεται σε εξέλιξη και διαρκώς κλιμακώνεται μια απροκάλυπτη επιχείρηση βαθιάς αντιδημοκρατικής εκτροπής και ακύρωσης ακόμα και των πιο στοιχειωδών πλευρών της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, με αποτέλεσμα να έχει καταστεί περίπου «κουρελόχαρτο» το Σύνταγμα, η Βουλή να έχει εκμηδενιστεί, τα εργασιακά δικαιώματα να είναι ανύπαρκτα, με τη σατραπεία της εργοδοσίας να είναι απόλυτη στους τόπους εργασίας, οι βαθιά συντηρητικές και επιθετικά αυταρχικές πολιτικές να εξαπλώνονται σε όλα τα πεδία, παρέχοντας κάλυψη στη φασιστική-νεοναζιστική προπαγάνδα και επιρροή, ενώ τα ΜΑΤ, οι δικαστικές απαγορεύσεις και όλο και περισσότερο οι κατασταλτικές και τώρα προληπτικές (βλ. καθηγητές) επιστρατεύσεις των εργαζομένων να γίνονται κανόνας, δίνοντας μια εικόνα στρατιωτικοποίησης των εργασιακών χώρων και σχέσεων.

5) ΓΙΑ ΕΝΑ ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΥΜΑ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ – ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ, ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ – ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΟΜΜΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ, ΜΕ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΛΗΨΗ ΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ

Υλοποιούμε αταλάντευτα τους στόχους μας, απαντάμε αποφασιστικά στις «απαιτήσεις» του συστήματος για αναδίπλωση και εξετάσεις συστημικής «υπευθυνότητας»

1. Ύστερα από τρία χρόνια αγώνων ενάντια στα μνημόνια και με κορύφωση τις εκλογές του Μαΐου – Ιουνίου 2012, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι σε πορεία μετασχηματισμού από μέτωπο δυνάμεων της Αριστεράς σε ενιαίο μαζικό πολιτικό φορέα . Κατανοούμε το μετασχηματισμό αυτόν σαν μια βαθιά και ουσιαστική διαδικασία που απαιτεί εμβάθυνση του ριζοσπαστικού χαρακτήρα του κόμματός μας και όχι εγκατάλειψή του, αναβάθμιση των κινηματικών και μαχητικών του χαρακτηριστικών, αναβάθμιση της δυνατότητάς του να κινητοποιείται και να συνδέεται στη βάση με τις ζωντανές δυνάμεις της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων στις πόλεις και την ύπαιθρο, της νεολαίας, των κινημάτων αντίστασης. Που απαιτεί ένα δεύτερο κύμα ριζοσπαστικοποίησης, πολιτικής, προγραμματικής, κινηματικής και ιδεολογικής, ώστε να είμαστε ικανοί να υλοποιήσουμε αταλάντευτα τους στόχους μας και να απαντήσουμε αποφασιστικά στις «απαιτήσεις» του συστήματος για αναδίπλωση και εξετάσεις συστημικής «υπευθυνότητας».

2. Μέσα στην κρίση και μπροστά στο βάθεμα των αδιεξόδων της, ο «τρίτος δρόμος» της σοσιαλδημοκρατίας χρεοκοπεί με πάταγο. Η σοσιαλδημοκρατία συμμαχεί σε όλη την Ευρωζώνη με τη Δεξιά και έχει μετατραπεί αμετάκλητα σε θεραπαινίδα του πιο ακραίου νεοφιλελευθερισμού. Είναι η ώρα της Αριστεράς, που μέσα από το «καθαρτήριο» της κρίσης οφείλει να προβάλει ξανά σαν ο φορέας των μεγάλων αγώνων, της μεγάλης ευθύνης και των μεγάλων απελευθερωτικών οριζόντων.

Σε αυτή τη βάση, έχουμε πλήρη συνείδηση ότι χρειαζόμαστε έναν ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ και μια Αριστερά που θα αναλάβουν την ευθύνη και θα έχουν την ικανότητα να αναμετρηθούν με τα ιστορικά καθήκοντα της σύγκρουσης με τις κυβερνήσεις του κεφαλαίου, με τις μνημονιακές πολιτικές και τον νεοφιλελευθερισμό, με το καπιταλιστικό σύστημα και τον ιμπεριαλισμό, υλοποιώντας ένα σχέδιο ρήξης και ανατροπής στο δρόμο για το σοσιαλισμό. Από το μετερίζι της Ελλάδας-«αδύναμου κρίκου» της κρίσης στην Ευρωζώνη και την Ε.Ε., έχουμε πια την εμπειρία για να αντιληφθούμε ότι έχει ανοίξει ένας νέος ορίζοντας της πάλης με εθνική και διεθνή σημασία, στο πλαίσιο της ιστορικών διαστάσεων παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης που διαρκεί και βαθαίνει. Αντιλαμβανόμαστε τη διεθνή σημασία του αγώνα, των καθηκόντων και των ευθυνών της ελληνικής Αριστεράς και του ΣΥΡΙΖΑ, στον ίδιο βαθμό που αντιλαμβανόμαστε ότι ο αγώνας στην Ελλάδα έχει απόλυτη ανάγκη από τη διεθνιστική αλληλεγγύη των κινημάτων και της Αριστεράς στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο.

Σε αυτήν τη βάση, έχουμε πλήρη συναίσθηση της πρωταρχικής ευθύνης μας απέναντι στα κινήματα και τον κόσμο της Αριστεράς στην Ελλάδα και διεθνώς.

3. Είναι εντελώς ξένα και ασυμβίβαστα με αυτή μας τη φυσιογνωμία χαρακτηριστικά που θέλει να μας επιβάλει το σύστημα, όπως η υποταγή σε αστικού τύπου πολιτικές που υποβαθμίζουν την πολιτική παρέμβαση και μάχη σε επικοινωνιακού τύπου τακτικές, ο συμβιβασμός και οι «γέφυρες» με τις δυνάμεις του συστήματος για να κερδίσουμε την ανοχή ή τη συναίνεσή τους, οι αντιλήψεις για την κυβέρνηση σαν σκοπό και τέλος της διαδρομής και όχι σαν εφαλτήριο για να δώσουμε πιο αποτελεσματικά τον αγώνα για τον εργατικό – κοινωνικό έλεγχο σε όλη την κλίμακα της κοινωνίας και του κράτους, για την εξουσία των εργαζομένων και το σοσιαλισμό.

Δεν λογοδοτούμε στα αστικά μίντια, την αστική τάξη και τα παπαγαλάκια του συστήματος και δεν πρόκειται να τους αναγορεύσουμε σε τιμητές των επιλογών μας. Οι δικοί μας «εντολείς» είναι η εργατική τάξη, τα φτωχά λαϊκά στρώματα, η αγωνιζόμενη νεολαία, όλοι οι καταπιεσμένοι και εκμεταλλευόμενοι.

4. Στο Ιδρυτικό μας Συνέδριο, ανανεώνουμε τη δέσμευσή μας να αγωνιστούμε για την ανατροπή των μνημονιακών πολιτικών, στηρίζοντας αποφασιστικά τους αγώνες τους και πρωταγωνιστώντας στα κινήματα αντίστασης.

Επιβεβαιώνουμε τη θέση μας στο πλευρό των εκμεταλλευόμενων και καταπιεσμένων και «απέναντι» στους τραπεζίτες, τους βιομήχανους, τους ντόπιους και ξένους τοκογλύφους, τις δυνάμεις του κεφαλαίου και του συστήματος, τις κυρίαρχες δυνάμεις της ιμπεριαλιστικής Ε.Ε. και του παγκόσμιου συστήματος.

5. Στο πλαίσιο του βαθέματος και της περιπλοκής της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, οι εκπρόσωποι του αμερικανικού, του βρετανικού και του ιαπωνικού ιμπεριαλισμού, το ΔΝΤ και τα παπαγαλάκια τους αντιπαρατίθενται στη γερμανική αστική τάξη ζητώντας «χαλάρωση» των πολιτικών ακραίας λιτότητας στην Ευρωζώνη. Πίσω από αυτή την παραπλανητική προπαγάνδα τάχα για το «τέλος της λιτότητας» δεν βρίσκεται κάποια στροφή μεγάλων ιμπεριαλιστικών κέντρων του διεθνούς συστήματος προς κεϊνσιανές πολιτικές (αύξηση μισθών και συντάξεων, ανοικοδόμηση του κοινωνικού κράτους κ.λπ.), ούτε καν μια γραμμή για την έξοδο του καπιταλισμού εν γένει από την κρίση, αλλά ο ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός που βαθαίνει και τα διαφορετικά σχέδια των ανταγωνιζόμενων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Τα αδιέξοδα που συσσωρεύει η καπιταλιστική κρίση είναι τόσο πολλά, ώστε ο παγκόσμιος καπιταλισμός έχει να διαλέξει ανάμεσα σε δύο καταστροφικές προοπτικές: Από τη μια, ένα νέο γύρο γιγαντώματος του πλασματικού κεφαλαίου, μέσα από ένα νέο κερδοσκοπικό «πάρτι», με την ελπίδα μιας αναιμικής ανάκαμψης που όμως προετοιμάζει μια νέα, ακόμη πιο καταστροφική έκρηξη και επιδείνωση της κρίσης. Από την άλλη, ακραίες πολιτικές μαζικής καταστροφής παραγωγικών δυνάμεων, που μπορούν να οδηγήσουν άμεσα σε οικονομικές καταρρεύσεις, σε διάλυση της Ευρωζώνης και σε άλλου τύπου «εκρήξεις»: πολιτικές και κοινωνικές.

Επομένως, η μάχη γραμμών στο διεθνές σύστημα δεν σηματοδοτεί το «τέλος της λιτότητας», αλλά δύο εξίσου αδιέξοδες πολιτικές, ένα διαφορετικό μίγμα πολιτικών λιτότητας, που συνδέεται με τα ανταγωνιστικά συμφέροντα των μεγάλων ιμπεριαλιστικών-καπιταλιστικών δυνάμεων. Δεν υπάρχει χώρος εδώ ούτε για αυταπάτες (ότι το τέλος της λιτότητας θα είναι δωρεά του… Ομπάμα και του ΔΝΤ) ούτε για συμμαχίες και «φίλιες» δυνάμεις για τα κινήματα και την Αριστερά (να συμμαχήσουμε με τον Ομπάμα και το ΔΝΤ ενάντια στη Γερμανία). Η λιτότητα θα ανατραπεί μόνο με σκληρούς αγώνες, και οι δύο πόλοι του ενδοϊμπεριαλιστικού καβγά είναι εξίσου εχθρικοί για το κίνημα και την Αριστερά.

6. Για να πραγματοποιήσει ο ΣΥΡΙΖΑ το αναγκαίο διπλό άλμα στην πορεία του, στην κατεύθυνση της προοδευτικής ανατροπής και της κυβέρνησης της Αριστεράς, χρειάζεται ο ίδιος μια νέα ριζοσπαστικοποίηση, η οποία με τη σειρά της θα δώσει ώθηση σε μια νέα πολιτική και ιδεολογική ριζοσπαστική μετατόπιση της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας.

Δεν είναι ο ΣΥΡΙΖΑ που πρέπει να «χαθεί» μέσα στις συγχύσεις, τις αμφιταλαντεύσεις, τις αντιφάσεις και την απροσδιοριστία σημαντικών κοινωνικών τμημάτων που προβληματίζονται και δυσφορούν με τη μνημονιακή λεηλασία, αλλά αντιθέτως οφείλει να ηγηθεί πρωτοποριακά μιας προσπάθειας για να υπάρξουν κοινωνικές αντιδράσεις και κινητοποιήσεις και συνεκτικές πολιτικές και ιδεολογικές ανακατατάξεις στη βάση μιας εναλλακτικής προοδευτικής και σοσιαλιστικής προοπτικής της κοινωνίας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρόκειται να κερδίσει περισσότερη «αξιοπιστία» και «εμπιστοσύνη», που την έχει απόλυτη ανάγκη για την ενίσχυση της επιρροής του, με μια ενδεχόμενη πορεία αναδίπλωσης και δήθεν υπευθυνότητας, που μας παροτρύνουν δυνάμεις του συστήματος, στρογγυλεύοντας τις αιχμές των θέσεων του, λειαίνοντας τις οξείες γωνίες της τακτικής του, κρατώντας αποστάσεις από «δύσκολους» κοινωνικούς αγώνες, διαλεγόμενος με κέντρα εξουσίας που πρέπει να αμφισβητηθούν και ακολουθώντας την παραδοσιακή ολισθηρή πορεία που ακολούθησαν κατά καιρούς οι διάφορες εκδοχές αξιωματικών αντιπολιτεύσεων στη χώρα μας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να ενισχύσει την αξιοπιστία του μέσα στα πλατιά λαϊκά στρώματα, να κερδίσει την εμπιστοσύνη της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας και να κατακτήσει την ηγεμονία στη συγκρότηση ενός πλατιού αριστερού μετώπου και σε μια πλατιά κοινωνική συμμαχία της εργατικής τάξης, των μικρομεσαίων στρωμάτων στις πόλεις και την ύπαιθρο και του κόσμου της διανόησης και του πολιτισμού, μόνο αν επιδείξει αξιοπιστία στο ριζοσπαστισμό του και την ανατρεπτική του κατεύθυνση και εμπνεύσει εμπιστοσύνη για τη συνέπειά του, τη σταθερότητά του, την ικανότητά του να δίνει δύσκολες μάχες, την αντοχή του στις πιέσεις του κατεστημένου και την αποφασιστικότητά του.

7. Σε πολιτικό επίπεδο, αρνούμαστε αποφασιστικά να εγκλωβιστούμε σε ένα πνεύμα και μια στάση άμυνας και απολογίας, όπως προσπαθούν να μας πείσουν οι δυνάμεις του συστήματος και του μνημονιακού κατεστημένου. Αντίθετα, οργανώνουμε μια μεγάλη δημιουργική πολιτική αντεπίθεση με τεκμηρίωση, επιχειρήματα, αυτοπεποίθηση και μαχητικό πνεύμα, βασισμένη στην εμβάθυνση του πολιτικού μας προσανατολισμού, στον κατάλληλο σχεδιασμό και στην ουσιαστική συλλογική προσπάθεια και μελέτη.

Στο συνέδριό μας αποφασίζουμε και αναλαμβάνουμε μεγάλες πρωτοβουλίες ώστε να αφαιρέσουμε την πολιτική πρωτοβουλία από τις δυνάμεις του μνημονιακού κατεστημένου και του συστήματος και να τους αφαιρέσουμε τη δυνατότητα να διαμορφώνουν την ατζέντα των δημόσιων συζητήσεων και αντιπαραθέσεων, ακόμα και στα «δύσκολα» θέματα, που «δεν επιτρέπεται» να συζητούνται ή όταν συζητιούνται υπαγορεύουν στην Αριστερά να παίρνει θέσεις που δεν θίγουν ουσιαστικά την κυρίαρχη αντίληψη, ιδιαίτερα σε θέματα που αφορούν το λεγόμενο «ευρωπαϊκό όραμα ή ιδεώδες», τις μαχητικές εκδηλώσεις του μαζικού κινήματος, το ρατσισμό κ.λπ.

Η νέα πολιτική αντεπίθεση που πρέπει να αναλάβει ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να αμφισβητήσει την κυρίαρχη θεματολογία, να αναδεικνύει τις δικές του θεματικές προτεραιότητες και να αμφισβητήσει την κεντρικότητα των αστικών μέσων ενημέρωσης, πρώτα απ’ όλα των τηλεοπτικών, προβάλλοντας ένα εναλλακτικό θεσμικό πλαίσιο δημόσιας συζήτησης και ενημέρωσης.

8. Σε κινηματικό επίπεδο ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να κάνει μια μεγάλη στροφή για να ανακαλύψει εκ νέου και σε μεγαλύτερο βάθος το ταξικό, εργασιακό και κοινωνικό πεδίο. Χρειαζόμαστε μια μεγάλη στροφή του Κόμματος σε όλα τα επίπεδα από τα κεντρικά του στελέχη μέχρι και την τελευταία οργάνωση και όλα τα μέλη του φορέα στην κοινωνία, τα κοινωνικά προβλήματα και πρώτα απ’ όλα τους εργασιακούς χώρους.

Δεν μπορεί να υπάρχει κοινωνική κινητοποίηση για υπαρκτά προβλήματα χωρίς την παρουσία και ισχυρή παρέμβαση του ΣΥΡΙΖΑ, δεν μπορεί να υπάρχει σωματείο και συνδικάτο στο οποίο να μην δραστηριοποιούνται δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ, δεν μπορεί να υπάρχει κοινωνικός και εργασιακός χώρος που ο ΣΥΡΙΖΑ, τα στελέχη, τα μέλη και οι φίλοι του δεν ενθαρρύνουν την ανάδειξη των προβλημάτων και την αγωνιστική διεκδίκηση τους.

Έχοντας διδαχθεί από τα λάθη και τις ανεπάρκειές μας, είμαστε αποφασισμένοι να αναβαθμίσουμε την κινηματική και αγωνιστική μας παρουσία. Διότι ο ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ρόλος «κυανόκρανου παρατηρητή» ή έξωθεν «σχολιαστή» των κοινωνικών αντιδράσεων και κοινωνικών αγώνων, κάτω από την πίεση των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης, αλλά ρόλος ουσιαστικής παρέμβασης για τη στήριξη των αγώνων και για να αποκτούν ουσιαστικό περιεχόμενο, εναλλακτικό προσανατολισμό και να κατακτούν την ευρύτερη δυνατή κοινωνική αλληλεγγύη και αποτελεσματικότητα.

Αμετάθετος άμεσος στόχος του ΣΥΡΙΖΑ σε αυτή ιδιαίτερα τη φάση είναι η αναζωογόνηση σε ταξική κατεύθυνση του συνδικαλιστικού κινήματος , η ανάπτυξη μεγάλων ενωτικών ταξικών αγώνων και η ανύψωσή τους σε ένα μεγάλο ενωτικό πολιτικό εργατικό – λαϊκό κίνημα προοδευτικής ανατροπής για μια κυβέρνηση της Αριστεράς και για την υλοποίηση του ριζοσπαστικού προγράμματός της.

Με δεδομένο ότι η μνημονιακή κυβέρνηση και οι ενωμένες δυνάμεις του συστήματος κεντρικοποιούν και πολιτικοποιούν την αντιπαράθεση με όλους τους μαζικούς αγώνες, επιστρατεύοντας χουντικούς νόμους όπως της πολιτικής επιστράτευσης, τις δυνάμεις καταστολής, τη συκοφαντία και την ιδεολογική τρομοκρατία, είναι απόφαση και δέσμευσή μας να στηρίζουμε ανεπιφύλακτα και χωρίς προϋποθέσεις αυτούς τους αγώνες, να παρέχουμε ανεπιφύλακτη και ενεργητική πολιτική «κάλυψη» και υποστήριξη, να οργανώνουμε το πιο πλατύ μέτωπο αλληλεγγύης και υποστήριξης των αγώνων, να «σηκώνουμε το γάντι» στην κυβερνητική πρόκληση για συνολική (πολιτική και ιδεολογική) αντιπαράθεση με στόχο την υπεράσπιση των αγώνων. Ταυτόχρονα, οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ στο εργατικό – συνδικαλιστικό κίνημα δεσμεύονται να πρωταγωνιστούν στην ανάπτυξη του αγωνιστικού του φρονήματος, στη στήριξη, το συντονισμό και την κλιμάκωση των αγώνων, στον απόλυτο σεβασμό στις αγωνιστικές διαθέσεις και τις αποφάσεις της αγωνιζόμενης βάσης και στη λογοδοσία των εκλεγμένων αντιπροσώπων στις συλλογικές αποφάσεις. Απέναντι στις κυβερνητική τακτική της τρομοκρατίας και της πολιτικής επιστράτευσης, ο ΣΥΡΙΖΑ δεσμεύεται ότι θα παίρνει όλες τις πρωτοβουλίες για κλιμάκωση των αγώνων στην κατεύθυνση της γενίκευσης της αντιπαράθεσης.

9. Σε προγραμματικό επίπεδο, οργανώνουμε ένα νέο άλμα στην προγραμματική μας εναλλακτική κατεύθυνση, με στόχο να γίνει ο ΣΥΡΙΖΑ πιο αξιόπιστος, φερέγγυος, διεισδυτικός και αποδεκτός από το λαό, αυθεντικά πιο εναλλακτικός με κοινωνικούς λαϊκούς όρους, ενάντια σε κάθε τάση προγραμματικής αναδίπλωσης και «στρογγυλέματος» και καταπολεμώντας τα ενδεχόμενα «φοβικά σύνδρομα» για τις επιθέσεις του κατεστημένου, προχωρώντας σε μια νέα προγραμματική αντεπίθεση εφ’ όλης της ύλης και σε όλα τα μέτωπα.

Προς αυτήν την κατεύθυνση, με τις προγραμματικές μας προστάσεις καθιστούμε πιο συνεκτική και πιο τεκμηριωμένη την κεντρική εναλλακτική μας πρόταση, θέτοντας σε ένα ενιαίο σχέδιο, χωρίς τεμαχισμούς και διακοπές, ένα πειστικό δρόμο απαλλαγής από τρόικα και μνημόνια, ο οποίος θα ακολουθηθεί μέχρι τέλους, χωρίς αναστολές και εκβιασμούς για την παραμονή στο ευρώ. Ταυτόχρονα, ο ΣΥΡΙΖΑ αμέσως μετά το Συνέδριο θα συνδέσει αυτή την κεντρική, συνεκτική, χωρίς αντιφάσεις και εξαρτήσεις από τρίτους, πρόταση με εξειδικευμένη και συγκεκριμένη ριζοσπαστική προγραμματική επεξεργασία σε όλους τους τομείς και σε ανοιχτό διάλογο με τις δυνάμεις της εργασίας, τα φτωχά λαϊκά στρώματα και τη νεολαία.

10. Σε κομματικό επίπεδο, ο ΣΥΡΙΖΑ προχωρεί σε ριζική και ριζοσπαστική ανασυγκρότηση και επαναπροσανατολισμό. Θεμελιώδες κατευθύνσεις είναι να κατακτήσει όλο το Κόμμα σε όλα τα επίπεδα μια πραγματικά νέα συλλογική λειτουργία, μια αληθινή και στην πράξη συμμετοχή στις αποφάσεις και μια ικανότητα εξωστρεφούς κοινωνικής παρουσίας και κινηματικής δράσης σε όλα τα επίπεδα.

Για μας είναι αδιανόητο να μην κινητοποιούνται πρωτοπόρα στους αγώνες όλα τα μέλη και πρώτα από όλα κυρίως τα στελέχη, ιδιαίτερα τα ανώτερα, του Κόμματος. Σε αυτή τη βάση θα λάβουμε όλες τις απαραίτητες αποφάσεις και τα μέτρα ώστε να καταπολεμηθεί η νωχελικότητα, η βραδυκινησία και η αδράνεια στην πολιτική και κοινωνική παρέμβαση και δράση των οργανώσεών μας αλλά και το φαινόμενο μελών στα χαρτιά, που εμφανίζονται μόνο σε συνεδριακές διαδικασίες και σε ψηφοφορίες για την εκλογή οργάνων.

Δεν μπορούμε να μιλάμε για νέα ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας και προοδευτική ανατροπή χωρίς ένα κόμμα μαζικό , ριζοσπαστικό, χωρίς ένα κόμμα εμπροσθοφυλακή, ένα κόμμα αφοσιωμένων αγωνιστών, ένα κόμμα πρωτοπόρων και όχι ένα κόμμα που καμιά φορά κινδυνεύουν λειτουργίες του να περιορίζονται στην ανάδειξη εσωτερικών συσχετισμών, στην επιβεβαίωση και αναπαραγωγή της όποιας ηγεσίας, κόμμα γραφειοκρατικό και μικροεξουσίας,

Με αυτούς τους γενικούς στόχους και κατευθύνσεις και με αίσθηση ιστορικής ευθύνης, προχωρούμε με αγωνιστικότητα και ενθουσιασμό στο ιδρυτικό μας συνέδριο, για να οικοδομήσουμε τον ΣΥΡΙΖΑ μαχητικό πολιτικό εργαλείο της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων και της αγωνιζόμενης νεολαίας, τον ΣΥΡΙΖΑ-φορέα ενός προγράμματος και σχεδίου ρήξης και ανατροπής, ενός προγράμματος μεγάλων αλλαγών για την ανόρθωση της κοινωνίας και της χώρας που θα ανοίξει το δρόμο στο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό.

6) ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ! Ο ΣΥΡΙΖΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΕΜΠΛΑΚΕΙ ΑΠΟ ΕΝΑ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΕΥΡΩΚΕΝΤΡΙΣΜΟ

Μια κυβέρνηση της Αριστεράς για να στηρίξει μια νέα προοδευτική πολιτική σοσιαλιστικού ορίζοντα με διαγραφή χρέους, χωρίς τρόικα, μνημόνια και δανειακές συμβάσεις, σε σύγκρουση με την ευρωζώνη αλλά και την ΕΕ. Για να στηρίξει, επίσης, μια πολιτικά ανεξάρτητη πορεία υπεράσπισης και διασφάλισης των νόμιμων δικαιωμάτων της, χρειάζεται να αναζητήσει μια νέα θέση στην περιοχή μας και τον κόσμο.

Με δύο λόγια η κυβέρνηση της Αριστεράς χρειάζεται να προωθήσει τολμηρά μια νέα πρωτότυπη, πολυδιάστατη και ριζοσπαστική εξωτερική πολιτική και πολιτική διεθνών οικονομικών σχέσεων, μακριά από τα μέχρι τώρα αστικά δόγματα, χωρίς τις οποίες είναι αδύνατη μια νέα προοδευτική διέξοδος και πορεία.

Ο ΣΥΡΙΖΑ για να συμβάλλει καθοριστικά σε αυτή τη ζωτική κατεύθυνση πρέπει να αντιταχθεί σε βάθος στις πολιτικές του «ανήκομεν εις τη Δύση», που μέσα στην παρούσα κρίση έχουν μετατρέψει ανοιχτά τη χώρα σε «δορυφόρο» των ΗΠΑ και της Γερμανικής Ευρώπης και συχνά την καταστούν παίγνιο και θύμα των μεταξύ τους ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, ενώ ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να απαλλαγεί στην πράξη από ένα ιδιόμορφο και μυωπικό «ευρωκεντρισμό» που συχνά περιορίζεται αποκλειστικά στη Δυτ. Ευρώπη και στον εξωραϊσμό της.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ιδιαίτερα σε μια νέα περίοδο που η ΕΕ βρίσκεται σε κρίση, γίνεται όλο και πιο απωθητική στους λαούς, διαλύει ότι έχει απομείνει από τις κοινωνικές-εργασιακές κατακτήσεις και ακολουθεί μια πορεία διεθνούς οικονομικής υποβάθμισης και παρακμής, σε μια περίοδο, επίσης, που οι ΗΠΑ βλέπουν να αποδυναμώνεται και να κλονίζεται η μεταψυχροπολεμική τους μονοκρατορία ενώ ο πολιτικός και οικονομικός χάρτης του πλανήτη και εν μέρει της περιοχής μας, μαζί με τους αντίστοιχους πολιτικούς και οικονομικούς συσχετισμούς, αλλάζουν συνεχώς, ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να αναπροσανατολίσει τους εξωτερικούς του πολιτικούς και οικονομικούς του ορίζοντες.

Ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να αντιληφθεί στην πράξη ότι η Ελλάδα είναι, ταυτόχρονα, χώρα των Βαλκανίων, μια μεσογειακή χώρα, χώρα που περιβρέχεται από την ίδια θάλασσα με τις αναπτυσσόμενες χώρες της Β. Αφρικής, χώρα της Νοτιοαν. Μεσογείου που γειτνιάζει με το Μεσο- Ανατολικό και Αραβικό βάθος, χώρα που είναι κοντά στην Κεντρική Ασία.

Ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να αντιληφθεί ότι ο κόσμος στον οποίο καθόριζε τις τύχες του μόνον οι ΗΠΑ ή οι ΗΠΑ με «παραστάτη» τη Γερμανική ΕΕ, έχει αρχίσει να γίνεται παρελθόν, ενώ νέες μεγάλες και φιλόδοξες δυνάμεις έχουν αρχίσει να αναδύονται, με χαρακτηριστικές τις χώρες των λεγόμενων Brics.

Κάτω από αυτό το νέο πρίσμα ο ΣΥΡΙΖΑ ως Αριστερά οφείλει να μην περιορίζει τις σχέσεις του μόνο με ορισμένα τμήματα της Αριστεράς των χωρών της ΕΕ, αλλά να αναπτύξει ισχυρούς δεσμούς με όλες τις αριστερές προοδευτικές δυνάμεις στον πλανήτη και πρώτα απ’ όλα στα Βαλκάνια, τη Μεσόγειο – Β. Αφρική, τη Μ. Ανατολή, την κεντρική Ασία αλλά και τη μακρινή, σε πολιτικό και κοινωνικό αναβρασμό, Λατ. Αμερική.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ταυτόχρονα, πρέπει να αναζητήσει από τώρα δυνατότητες ανάπτυξης πολιτικών και προοπτικά οικονομικών σχέσεων με χώρες και κυβερνήσεις ιδιαίτερα των ως άνω περιοχών και των BRICS.

Στοιχειώδης πολιτικός ρεαλισμός επιβάλλει σε μια κυβέρνηση της Αριστεράς να ξεκινήσει την όποια αναζήτηση διεθνών ερεισμάτων από μια θεμελιώδη παραδοχή: ότι μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ και τη στροφή της Κίνας δεν υπάρχουν, σε παγκόσμια κλίμακα, στρατηγικοί σύμμαχοι μεγάλης ισχύος για μια αυριανή αριστερή- εργατική κυβέρνηση, η οποία θα θελήσει να αλλάξει και όχι να διαχειριστεί το υπάρχον σύστημα. Υπάρχουν μόνο συγκρουόμενα οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα μεταξύ εδραιωμένων και αναδυόμενων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, αντιθέσεις που μπορεί να ανοίξουν κάποια παράθυρα ευκαιρίας για τακτικούς ελιγμούς και πρόσκαιρους, σχετικά ευνοϊκούς συμβιβασμούς στις μαχόμενες αριστερές δυνάμεις.

Από την άλλη πλευρά, η ανάδυση νέων κέντρων οικονομικής και πολιτικής ισχύος στην Άπω Ανατολή, τη Νότια Ασία και τη Λατινική Αμερική δημιουργεί δυνατότητες αναζήτησης εναλλακτικών στηριγμάτων στην προοπτική μιας λαϊκής, δημοκρατικής ανατροπής στην Ελλάδα, έστω κι αν θα πρόκειται για πρόσκαιρες, ετεροβαρείς συμμαχίες, οι οποίες προφανώς θα έχουν το τίμημά τους.

Χτυπητό παράδειγμα αποτελεί η ανάδυση των λεγόμενων BRICS- Κίνα, Ρωσία, Ινδία, Βραζιλία, Νότια Αφρική- που αντιστοιχούν στο 40% του παγκόσμιου πληθυσμού και στο 17% του παγκόσμιου εμπορίου. Την περασμένη εβδομάδα, οι πέντε αυτές μεγάλες χώρες πραγματοποίησαν σύνοδο κορυφής στο Ντέρμπαν της Νότιας Αφρικής, όπου αποφάσισαν να δημιουργήσουν κοινή, αναπτυξιακή τράπεζα, με κεφάλαια της τάξης των 50 δις.

Υπάρχουν εναλλακτικές δυνατότητες διμερών συμφωνιών, σε αμοιβαία επωφελή βάση, με χώρες όπως η Ρωσία και η Κίνα. Ανάλογες συμφωνίες μπορούν να σχεδιαστούν με χώρες όπως η Ινδία και η Βραζιλία- από τους παγκόσμιους πρωταθλητές στην παραγωγή γενόσημων φαρμάκων- θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν μια ριζοσπαστική κυβέρνηση της Ελλάδας φθηνά, αξιόπιστα φάρμακα τη δύσκολη μεταβατική περίοδο. Η πολύ σημαντική απόφαση της Ινδίας, στις αρχές της βδομάδας, να αγνοήσει τις πιέσεις της Novartis και άλλων πολυεθνικών αναφορικά με τα «πνευματικά δικαιώματα» στο χώρο του φαρμάκου διευρύνει σοβαρά αυτές τις δυνατότητες.

Σε αντίθεση με τις αστικές κυβερνήσεις του «ανήκομεν εις την Δύσιν», που ακολουθούν δουλικά τις επιλογές Ουάσιγκτον και Βρυξελλών, αυξάνοντας την ενεργειακή εξάρτηση της Ελλάδας από Τουρκία και Ισραήλ, μια ριζοσπαστική, αριστερή κυβέρνηση θα διέθετε μεγάλα περιθώρια διαφοροποίησης των πηγών ενεργειακού ανεφοδιασμού. Ακόμη και η Τουρκία, μια χώρα- μέλος του ΝΑΤΟ και στρατηγικός σύμμαχος των Αμερικανών στη Μέση Ανατολή, αγνοεί τις κυρώσεις Ουάσιγκτον και Βρυξελλών και συνεχίζει να προμηθεύεται από την Τεχεράνη το 20% των αναγκών της σε φυσικό αέριο. Μια κυρίαρχη και ανεξάρτητη Ελλάδα θα μπορούσε να πράξει κάτι ανάλογο, με ακόμη περισσότερο ευνοϊκούς όρους, δεδομένων των παραδοσιακά φιλικών σχέσεων ανάμεσα στην Αθήνα και την Τεχεράνη. Η Ρωσία, η Βενεζουέλα, η Αίγυπτος και άλλες χώρες εντάσσονται επίσης στους υποψήφιους προμηθευτές μιας νέας Ελλάδας, φιλικής με όλους τους λαούς, αλλά όχι «δεδομένης» για οποιαδήποτε μεγάλη δύναμη.

Η κυριότερη εφεδρεία μιας νέας, λαϊκής εξουσίας στην Ελλάδα θα ήταν οι λαοί που υποφέρουν, αγωνίζονται και ελπίζουν- ιδιαίτερα στην περιφέρεια της ευρωζώνης, την ευρωπαϊκή και αραβική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια. Μια Ελλάδα που θα τολμήσει να έρθει σε σύγκρουση με την πολιτική της τρόικας,μνημονίων, ευρωζώνης και Γερμανικής ΕΕ, μπαίνοντας στις αχαρτογράφητες θάλασσες της αλληλεγγύης και της κοινωνικής δικαιοσύνης, είναι βέβαιο ότι θα κέρδιζε αμέσως τη συμπάθεια των λαών, πυροδοτώντας ντόμινο προοδευτικών ανατροπών στο γεωγραφικό και οικονομικό της περίγυρο. Για καλή μας τύχη, οι χώρες του Νότου που αποτελούν αυτή τη στιγμή τους αδύναμους, από οικονομική άποψη, κρίκους της ευρωζώνης, υπήρξαν ιστορικά οι αδύναμοι κρίκοι της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας και από πολιτική άποψη- και ήδη έχουν αρχίσει να ξαναγίνονται, όπως μαρτυρά η άνοδος της Αριστεράς στην Ελλάδα, η αφύπνιση του πνεύματος της «Επανάστασης των γαρυφάλλων» στην Πορτογαλία και η ανοιχτή πολιτική κρίση στην Ιταλία. Ζώνη αμερικανοβρετανικής συγκυριαρχίας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Μεσόγειος μπορεί να γίνει σε όλες τις ακτές της σε Ευρώπη, Αφρική και Ασία η δική μας θάλασσα της κοινωνικής εξέγερσης, της ελπίδας και της ελευθερίας.

7) ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΚΑΙ ΘΕΣΕΙΣ

Το κεντρικό θέμα για το ΣΥΡΙΖΑ είναι η συγκρότηση και ο σχεδιασμός μιας δέσμης άμεσων μέτρων για την αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης, για να σταματήσει η διαδικασία μεταφοράς των βαρών της κρίσης στους εργαζόμενους και τον κόσμο της εργασίας γενικότερα (άνεργοι, συνταξιούχοι), στη νεολαία και στα φτωχά λαϊκά στρώματα, στους αυτοαπασχολούμενους και μικροεπαγγελματίες της πόλης και της υπαίθρου. Αυτή η δέσμη μέτρων θα είναι συνυφασμένη με ένα μεταβατικό πρόγραμμα για την εγκαθίδρυση ενός νέου οικονομικού προτύπου ανάπτυξης και νέων οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων, με περιεχόμενο και κατεύθυνση τη σοσιαλιστική οικονομία και κοινωνία.

Στο πλαίσιο αυτό, της άμεσης δέσμης μέτρων ανακοπής της κρίσης και του νέου οικονομικού προτύπου μετάβασης στο σοσιαλισμό, προτείνουμε:

7.1. ΑΚΥΡΩΣΗ – ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΜΝΗΜΟΝΙΩΝ

Την άμεση, με νόμο στη Βουλή, ακύρωση – κατάργηση όλων των μνημονίων και των εφαρμοστικών τους νόμων, πράγμα που, πέραν των άλλων, θα έχει αποτέλεσμα τον τερματισμό της λιτότητας και την απαρχή μιας νέας περιόδου πλήρους επαναφοράς των εργασιακών κατακτήσεων που καταργήθηκαν με τα μνημόνια, με πρώτη την αποκατάσταση των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων και σταδιακής επαναφοράς (σε συνδυασμό με την επίτευξη αναπτυξιακών επιδόσεων) των μισθών και των συντάξεων στο προ μνημονίων πραγματικό ύψος.

7.2. ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΙΚΟΥ ΧΡΕΟΥΣ

Άμεση, χωρίς όρους, προϋποθέσεις και μνημονιακές δεσμεύσεις, διαγραφή του ελληνικού κρατικού χρέους. Ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί ότι το υπέρογκο και δυσβάσταχτο κρατικό χρέος είναι βαθιά άδικο και ταξικό, ενώ στο μεγαλύτερο μέρος του είναι παράνομο και επαχθές. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αναγνωρίζει αυτό το χρέος σαν χρέος του ελληνικού λαού, πέραν του ότι έχει καταστεί εκ των πραγμάτων και μη βιώσιμο, διότι δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί και πολύ περισσότερο να αποπληρωθεί, χωρίς να εξοντωθούν η εργατική τάξη και ο λαός μας.

Η άμεση, χωρίς όρους και μνημονιακές υποχρεώσεις, διαγραφή του ελληνικού κρατικού χρέους, πέρα από δίκαιη και αναγκαία, είναι θεμελιώδης προϋπόθεση για να απελευθερωθούν πολύτιμοι πόροι για την ανατροπή της λιτότητας και την υλοποίηση ενός μεταβατικού προγράμματος σε σοσιαλιστική κατεύθυνση.

Μια κυβέρνηση της Αριστεράς θα προσπαθήσει καταρχήν να διαγράψει το χρέος -ή τουλάχιστον το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του- μέσα από διαπραγματεύσεις. Στο βαθμό που η προσπάθεια αυτή δεν θα αποφέρει γρήγορα θετικά αποτελέσματα, η κυβέρνηση της Αριστεράς θα προχωρήσει άμεσα στη διακοπή αποπληρωμής του χρέους (τόκων και χρεολυσίων) και στη διαγραφή του, επικαλούμενη νόμιμους λόγους επιβίωσης του ελληνικού λαού και τις αρχές του ΟΗΕ, που επιβάλλουν στις κυβερνήσεις να θέτουν τους θεμελιώδεις όρους επιβίωσης των λαών τους πάνω από οποιαδήποτε άλλη σκοπιμότητα ή «υποχρέωση».

Στη βάση της αδιαπραγμάτευτης θέσης του και δέσμευσής του για τη διαγραφή του ελληνικού κρατικού χρέους, ο ΣΥΡΙΖΑ θα ζητήσει τη συμπαράσταση των κινημάτων και της Αριστεράς σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, ενώ ταυτόχρονα θα αναλάβει πρωτοβουλίες ώστε να τεθεί το ζήτημα της διαγραφής των κρατικών χρεών κατά προτεραιότητα στις χώρες του Τρίτου Κόσμου και τις αδύναμες-υπερχρεωμένες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα αναλάβει το επόμενο διάστημα άμεσες αγωνιστικές πρωτοβουλίες σε αυτήν την κατεύθυνση, συμπεριλαμβανομένης και της σύγκλησης μιας ευρωπαϊκής διάσκεψης, η οποία, ανεξάρτητα από τη μορφή και το εύρος της συμμετοχής, θα μπορούσε να υποβοηθήσει στη διαμόρφωση κλίματος και αγώνων για τη διαγραφή των κρατικών χρεών σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.

7.3. ΑΚΥΡΩΣΗ – ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ ΔΑΝΕΙΑΚΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ

Η κυβέρνηση της Αριστεράς θα προχωρήσει άμεσα στην ακύρωση – κατάργηση των «νεοαποικιακών» δανειακών συμβάσεων που συνομολόγησαν με την τρόικα και ψήφισαν με διαδικασίες κατάφωρης παραβίασης του Συντάγματος οι μνημονιακές κυβερνήσεις.

Η επαναδιαπραγμάτευση με την τρόικα αυτών των δανειακών συμβάσεων δεν είναι νοητή, αφού στόχος της κυβέρνησης της Αριστεράς είναι η διαγραφή του χρέους που αντιπροσωπεύουν αυτές οι δανειακές συμβάσεις και όχι η αλλαγή των όρων αποπληρωμής τους, ενώ και αυτοί οι όροι που θα συμπεριλαμβάνουν αυτές οι δανειακές συμβάσεις είναι όροι ακραίας υποτέλειας και δεν είναι διαπραγματεύσιμοι, αφού δεν υπάρχουν καλοί και κακοί όροι σε συμφωνία με την τροϊκανή κηδεμόνευση.

Άλλωστε, η διαγραφή του χρέους, που θα έχει προωθήσει η κυβέρνηση της Αριστεράς, θα έχει αχρηστεύσει στην πράξη αυτές τις δανειακές συμβάσεις, των οποίων θα έχει εκλείψει το δανειακό αντίκρισμα.

Η ακύρωση – κατάργηση των «νεοαποικιακών» δανειακών συμβάσεων δεν πρόκειται να προκαλέσει ανυπέρβλητα προβλήματα χρηματοδότησης στον κρατικό προϋπολογισμό (όπως ισχυρίζεται η τρομοκρατική προπαγάνδα των εκπροσώπων του συστήματος) διότι η τροϊκανή χρηματοδότηση κατευθυνόταν στο συντριπτικό της μέρος στην αποπληρωμή των τοκοχρεολυσίων του ελληνικού κρατικού χρέους, τα οποία με τη διαγραφή του χρέους θα εξαλειφθούν ως υποχρέωση. Στη χειρότερη περίπτωση που ο νέος προϋπολογισμός μιας κυβέρνησης της Αριστεράς θα παρουσιάζει πρωτογενές έλλειμμα, αυτό θα είναι εξαιρετικά μικρό και θα μπορεί να καλυφθεί χωρίς ιδιαίτερες δυσχέρειες.

7.4. ΓΕΝΝΑΙΑ ΡΥΘΜΙΣΗ ΕΩΣ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΧΡΕΩΝ

ΣΤΑ ΑΣΘΕΝΕΣΤΕΡΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ

Η κυβέρνηση της Αριστεράς θα πάρει άμεσα και ριζοσπαστικά μέτρα για την αντιμετώπιση του προβλήματος του υπέρογκου ιδιωτικού χρέους, πρώτα απ’ όλα των μισθωτών εργαζομένων, των πολύ μικρών επιχειρήσεων και αυτοαπασχολούμενωνεπαγγελματιών, των μικρομεσαίων αγροτών, χωρίς τα οποία δεν μπορεί να υπάρξει θετική διέξοδος από την κρίση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ στη βάση των μέχρι σήμερα προτάσεών του και παίρνοντας υπόψη τη ραγδαία επιδείνωση των συνεπειών της υπερχρέωσης για τα νοικοκυριά και την οικονομία, θα ριζοσπαστικοποιήσει, θα επικαιροποιήσει και θα εμβαθύνει τις προτάσεις του για γενναία ρύθμιση των χρεών στα φτωχά νοικοκυριά και τους πολίτες που βρίσκονται στη ζώνη κινδύνου, στις πολύ μικρές επιχειρήσεις, στους πολύ μικρούς επαγγελματίες, τους μικρομεσαίους αγρότες, ρύθμιση η οποία θα φτάνει ως τη διαγραφή χρεών για τις πιο ευάλωτες, ευαίσθητες και οικονομικά ασθενείς κοινωνικές κατηγορίες.

Στο πλαίσιο μιας νέας σεισάχθειας, ο ΣΥΡΙΖΑ θα προχωρήσει σε μέτρα που θα σταματήσουν το κύμα κατασχέσεων και πλειστηριασμών περιουσιακών στοιχείων (κινητών και ακινήτων) όταν αυτά βρίσκονται κάτω από ένα όριο, ενώ θα απαγορευθεί πλήρως η κατάσχεση της πρώτης κύριας κατοικίας και η κατάσχεση μισθών και συντάξεων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ θα προχωρήσει στην άμεση κατάργηση του διάτρητου διατραπεζικού συστήματος «Τειρεσίας», το οποίο λειτουργεί σαν τυφλό όργανο των τραπεζών και σύστημα εξουθένωσης και εξόντωσης των μισθωτών και των πιο αδύναμων εμπορικών, επαγγελματοβιοτεχνικών στρωμάτων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, στο πλαίσιο ενός νέου εθνικοποιημένου και κοινωνικοποιημένου χρηματοπιστωτικού συστήματος, που θα προωθήσει μια κυβέρνηση της Αριστεράς, θα συγκροτήσει μια νέα δημόσια και κάτω από κοινωνικό έλεγχο υπηρεσία για την ασφάλεια του χρηματοπιστωτικού συστήματος, η οποία θα λειτουργεί με κανόνες και κριτήρια που δεν θα καταδυναστεύουν τους πολίτες αλλά αντίθετα θα υποβοηθούν τον κοινωνικό ρόλο της πίστης και την προοδευτική ανάπτυξη της χώρας.

Τέλος, ο ΣΥΡΙΖΑ θα επανεξετάσει με αντικειμενικά, διαφανή και κοινωνικά κριτήρια τις οφειλές των πιο αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων προς το Δημόσιο αλλά και την Τοπική Αυτοδιοίκηση με στόχο τη λήψη γενναίων και ριζοσπαστικών μέτρων για τη ρύθμιση έως διαγραφή τους σε όσους / όσες πραγματικά έχουν ανάγκη και αντιμετωπίζουν πρόβλημα επιβίωσης.

7.5. ΕΘΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ – ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ

Κεντρική θέση του ΣΥΡΙΖΑ για τη διέξοδο από την κρίση αλλά και την εκπλήρωση όλων των ως άνω μέτρων, είναι η άμεση εθνικοποίηση – κοινωνικοποίηση των τραπεζών και ο γενικότερος αναπροσανατολισμός τους ώστε να διαδραματίσουν αποκλειστικά ένα νέο αναπτυξιακό, επενδυτικό, παραγωγικό και κοινωνικό ρόλο.

Η εθνικοποίηση – κοινωνικοποίηση και ο επαναπροσανατολισμός του τραπεζικού συστήματος θα είναι ένα από τα πρώτα άμεσα μέτρα της κυβέρνησης της Αριστεράς, πολύ περισσότερο όταν στην ουσία το ελληνικό δημόσιο έχει χρηματοδοτήσει με διάφορες μορφές τις τράπεζες με ένα πακτωλό πολλών δεκάδων δις, με τελευταία περίπτωση την χορήγηση του τρομακτικού ποσού των 50 δις για την επανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, το οποίο φορτώθηκε ως δάνειο στο ελληνικό δημόσιο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αποδέχεται σε καμία περίπτωση τους όρους και τις ρυθμίσεις κάτω από τις οποίες προωθείται η επανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, με τη διάκρισή τους σε συστημικές και μη, με τις πρώτες να παραμένουν με δανεικά κεφάλαια του δημοσίου είτε στην ιδιωτική διαχείριση είτε στον έλεγχο του εκτός δημοσίου ΤΧΣ, δηλ. στα χέρια των κυρίαρχων της ΕΕ – ΕΚΤ και στην ουσία της Γερμανίας και τις δεύτερες να χαρίζονται με «προίκα» στις «συστημικές» τράπεζες.

Ο ΣΥΡΙΖΑ σε κάθε περίπτωση θα καταργήσει τις ρυθμίσεις της επανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, και ειδικότερα τον απαράδεκτο ρόλο του ΤΧΣ και θα προωθήσει το πλήρες και ουσιαστικό πέρασμα όλων των τραπεζών σε δημόσια ιδιοκτησία και διαχείριση με νέο προσανατολισμό.

Ειδικότερα, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αποδέχεται και δεν αναγνωρίζει τα σκανδαλώδη τετελεσμένα από το απαράδεκτο σπάσιμο της Αγροτικής Τράπεζας και τη χαριστική με «προίκα» 7,5 δισ. παραχώρηση της «καλής» ΑΤΕ στην Τράπεζα Πειραιώς.

Όπως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αποδέχεται το σκανδαλώδες και αυθαίρετο σπάσιμο του Τ.Τ. σε «καλή» και «κακή» Τράπεζα, με στόχο την εκχώρηση του καλού κομματιού με «προίκα» 4,5 δισ. σε μία από τις «συστημικές» τράπεζες.

Αυτοί οι σχεδιασμοί είναι επιζήμιοι, απαράδεκτοι, αυθαίρετοι και σκανδαλώδεις και μια κυβέρνηση της Αριστεράς θα τους ακυρώσει.

Η κυβέρνηση της Αριστεράς θα ακυρώσει τη λεγόμενη «πώληση» της ΑΤΕ και θα επαναφέρει την τελευταία σε πλήρη λειτουργία με νέο προσανατολισμό και ανασυγκροτημένη, προκειμένου να υπηρετήσει το μεταβατικό – προοδευτικό σχέδιο στήριξης της μικρομεσαίας αγροτιάς και ανάπτυξης της πρωτογενούς παραγωγής στη χώρα μας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ θα αγωνισθεί για να αποτρέψει τη πώληση-χάρισμα του Τ.Τ. σε άλλο τραπεζικό όμιλο και σε περίπτωση που μια τέτοια εξέλιξη δεν ματαιωθεί, από κυβερνητικές θέσεις θα την ακυρώσει, επανακτώντας, υπό δημόσια ιδιοκτησία και έλεγχο, ένα ανασυγκροτημένο και δυναμικό Τ.Τ., το οποίο σε στενή διασύνδεση με τα δημόσια ΕΛΤΑ θα καταστεί βραχίονας για τη στήριξη και ανάπτυξη της λαϊκής αποταμίευσης, των λαϊκών καταθέσεων και ειδικότερα της περιφερειακής ανάπτυξης.

7.6. ΤΕΛΟΣ ΣΤΙΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΙΣ – ΕΘΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ

ΥΠΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΕΛΕΓΧΟ ΤΩΝ ΠΡΩΗΝ ΔΕΚΟ

ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΩΝ ΤΟΜΕΩΝ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Ο ΣΥΡΙΖΑ αγωνίζεται με όλες του τις δυνάμεις για να μπει τέλος στο κύμα των ιδιωτικοποιήσεων που έχει εξαπολύσει η κυβέρνηση Σαμαρά, όχι μόνο για τις διάτρητες, διαπλεκόμενες και σκανδαλώδεις διαδικασίες που ακολουθούνται ούτε αποκλειστικά για το εξευτελιστικό, στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, τίμημα της εκποίησης, αλλά κυρίως γιατί εμπορευματοποιούν θεμελιώδη αγαθά και υπηρεσίες, είναι επιζήμιες για το Δημόσιο και ενισχύουν ένα οικονομικό πρότυπο του πιο άγριου καπιταλισμού, ενώ μετατρέπουν την Ελλάδα σε άθυρμα και προτεκτοράτο των πιο τυφλών ιδιωτικών κερδοσκοπικών συμφερόντων, εγχώριων και πολυεθνικών.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αντίθετος και αγωνίζεται για να ματαιωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις που έχουν προγραμματιστεί για το αμέσως επόμενο διάστημα: του «Ελ. Βενιζέλος», της ΔΕΗ, της ΔΕΠΑ και του ΔΕΣΦΑ, της ΕΥΑΘ και ΕΥΔΑΠ, του ΟΛΠ και του ΟΛΘ κ.λπ.

Αγωνιζόμενος ενάντια στην ιδιωτικοποίησή τους, ο ΣΥΡΙΖΑ δεσμεύεται ότι θα αγωνιστεί και από τη θέση της κυβέρνησης της Αριστεράς θα επιβάλει με όλα τα διαθέσιμα μέσα την πλήρη εθνικοποίηση – κοινωνικοποίηση αυτών των επιχειρήσεων, υπό εργατικό και κοινωνικό έλεγχο, με στόχο να αναδιοργανωθούν και αναπροσανατολιστούν στην εξυπηρέτηση των κοινωνικών αναγκών και όχι του κέρδους, στη στήριξη ενός συνολικού κοινωνικού σχεδίου και ενός νέου, μεταβατικού προτύπου ανάπτυξης με σοσιαλιστική κατεύθυνση και περιεχόμενο.

Σε αυτή την κατεύθυνση οργανικό στοιχείο αποτελεί η προστασία του περιβάλλοντος, ο κοινωνικός-οικολογικός μετασχηματισμός της κοινωνικής παραγωγής, η προστασία των τοπικών οικοσυστημάτων και των τοπικών παραγωγικών δραστηριοτήτων, με ουσιαστική συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών σε όλα τα στάδια του σχεδιασμού και της λήψης αποφάσεων. Η απόλυτη προτεραιότητα της εξυπηρέτησης των κοινωνικών αναγκών συνδέεται άρρηκτα με την ποιότητα των ζωτικών συνθηκών διαβίωσης της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας, την άμεση αναστροφή της περιβαλλοντικής υποβάθμισης και την ανάσχεση της κλιματικής αλλαγής, οι συνέπειες της οποίας πλήττουν με μεγαλύτερη οξύτητα τους/τις ποιο κοινωνικάοικονομικά ευάλωτους/ες. Το φυσικό περιβάλλον δεν είναι «εργοτάξιο του κεφαλαίου», των επενδυτών και της ανάπτυξής τους.

Συνολικότερα, ο ΣΥΡΙΖΑ δηλώνει ότι μια κυβέρνηση της Αριστεράς, μη αναγνωρίζοντας και ακυρώνοντας τα σκανδαλώδη και αντικοινωνικά τετελεσμένα των ιδιωτικοποιήσεων, θα επαναφέρει, αξιοποιώντας κάθε διαθέσιμο μέσον, υπό πλήρη δημόσια ιδιοκτησία και εργατικό – κοινωνικό έλεγχο όλες τις δημόσιες επιχειρήσεις, καθώς και τα δημόσια φυσικά αγαθά και τα δημόσια ακίνητα που εκποίησαν οι κυβερνήσεις των τελευταίων χρόνων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ υπογραμμίζει ότι, στο πλαίσιο μιας πολιτικής προοδευτικής διεξόδου από την κρίση και ενός μεταβατικού προγράμματος σοσιαλιστικής προοπτικής, θα προχωρήσει στην εθνικοποίηση – κοινωνικοποίηση όλων των στρατηγικών τομέων και κλάδων της ελληνικής οικονομίας και όσων κλάδων και επιχειρήσεων κριθεί αναγκαίο, προκειμένου να υπηρετηθεί στο πλαίσιο αυτό η ανάπτυξη με βάση τις κοινωνικές ανάγκες και το κοινωνικό σχέδιο, η απασχόληση και η παραγωγική ανασυγκρότηση.

Πιο συγκεκριμένα, μια κυβέρνηση της Αριστεράς θα ανασυγκροτήσει, θα επαναπροσανατολίσει και θα θέσει υπό πλήρη δημόσια ιδιοκτησία, δημόσια διαχείριση, εργατικό και κοινωνικό έλεγχο, πρώτα απ’ όλα τους στρατηγικούς τομείς και κλάδους:

Το χρηματοπιστωτικό τομέα, σύμφωνα με τα όσα έχουμε αναφέρει.

Τον τομέα της ενέργειας σε όλες τις πτυχές και τις εκφάνσεις της, συμπεριλαμβανομένου του τομέα διύλισης των πετρελαιοειδών.

Τον τομέα των τηλεπικοινωνιών, με πρώτο βήμα την επαναφορά υπό δημόσια ιδιοκτησία και διαχείριση του ΟΤΕ.

Τα μέσα τακτικής μαζικής μεταφοράς και πρώτα απ’ όλα το σιδηρόδρομο, ενώ πρώτο βήμα σε αυτήν την κατεύθυνση θα είναι η συγκρότηση δημόσιας επιχείρησης ακτοπλοϊκών υπηρεσιών.

Τα λιμάνια της χώρας και πρώτα απ’ όλα τον ΟΛΠ και τον ΟΛΘ, με την αμφισβήτηση της παρουσίας της COSCO στο λιμάνι του Πειραιά.

Τις στρατηγικές υποδομές και πρώτα απ’ όλα τα αεροδρόμια και τους αυτοκινητόδρομους, με τον τερματισμό των εξουθενωτικών διοδίων.

Τις ταχυδρομικές υπηρεσίες και πρώτα απ’ όλα τα ΕΛΤΑ.

Την αμυντική βιομηχανία, με αιχμή την ΕΑΒ, την ΕΛΒΟ, την ΠΥΡΚΑΛ.

Η κυβέρνηση της Αριστεράς, μαζί με τους στρατηγικούς τομείς, θα προχωρήσει άμεσα στο πέρασμα στο δημόσιο ορισμένων κρίσιμων κλάδων της οικονομίας στους οποίους η ελληνική οικονομία διαθέτει παραγωγικές δυνατότητες και προοπτικές ή έχει ανάγκες και οι οποίοι για να επιβιώσουν και να αναπτυχθούν απαιτούν την άμεση δημόσια στήριξη.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα σε αυτήν την κατεύθυνση είναι ο κρίσιμος κλάδος των Ναυπηγείων και της Ναυπηγοεπισκευής. Η κυβέρνηση της Αριστεράς θα θέσει υπό δημόσια ιδιοκτησία και έλεγχο τα Ναυπηγεία της χώρας, τα οποία και θα ανασυγκροτήσει, σχεδιάζοντας μια νέα εθνική ναυπηγική πολιτική, ενώ θα θέσει υπό δημόσιο έλεγχο και τη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη του Περάματος.

Το πέρασμα στρατηγικών τομέων και κλάδων της οικονομίας σε δημόσια ιδιοκτησία και έλεγχο δεν έχει την παραμικρή σχέση με τον κυβερνητικό – κομματικό έλεγχό τους και τη διαπλεκόμενη λειτουργία τους με μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα ή με τον ονομαζόμενο «κρατισμό».

Η κυβέρνηση της Αριστεράς, αντίθετα, θα ακολουθήσει μια πορεία αποδυνάμωσης των κατασταλτικών και καταπιεστικών λειτουργιών του κράτους και τσακίσματος των διαπλοκών του με τα ιδιωτικά καπιταλιστικά συμφέροντα, μετατρέποντας σταθερά τις παλιές αλωμένες κρατικές γραφειοκρατίες σε δημόσιες κοινωνικοποιημένες λειτουργίες, που θα εργάζονται συλλογικά και καινοτόμα, με νέες αρχές, αξίες και προσανατολισμό, υπό τον ακατάπαυστο εργατικό – κοινωνικό έλεγχο και τις οποίες οι εργαζόμενοι θα υπηρετούν δουλεύοντας υπεύθυνα και ευσυνείδητα σε όφελος του κοινού συμφέροντος, λογοδοτώντας γι’ αυτό συνεχώς στους θεσμούς εργατικού και κοινωνικού ελέγχου.

Η κυβέρνηση της Αριστεράς, με την εθνικοποίηση – κοινωνικοποίηση των στρατηγικών τομέων της οικονομίας και την επιτυχή και αποδοτική έκβαση του εγχειρήματος, θα εγκαινιάσει μια ουσιαστικότερη πορεία σταδιακής κοινωνικοποίησης των βασικών μέσων παραγωγής και των οικονομικών λειτουργιών, με στρατηγικό ορίζοντα το σοσιαλισμό, που θα έχει άμεσους και μεγάλους πρωταγωνιστές τις δυνάμεις της εργασίας.

7.7. ΣΤΗΡΙΞΗ ΜΙΣΘΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ – ΕΚΔΗΜΟΚΡΑΤΙΣΜΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

ΕΡΓΑΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ

Η κυβέρνηση της Αριστεράς, καταργώντας μνημόνια και εφαρμοστικούς νόμους, θα προχωρήσει στη στήριξη και σταδιακή αναβάθμιση μισθών και συντάξεων, στην πλήρη αποκατάσταση και αναβάθμιση των εργασιακών σχέσεων και στην κατάργηση ειδικότερα των ευέλικτων εργασιακών σχέσεων μαζί με το τσάκισμα της «μαύρης εργασίας». Σε αυτή τη βάση, της καθολικής επιβολής της πλήρους απασχόλησης, θα νομοθετηθεί η σταδιακή, σε συνδυασμό με την ανακοπή της ύφεσης, εφαρμογή του 35ωρου-7ωρου-5νθήμερου.

Η Επιθεώρηση Εργασίας θα ανασυγκροτηθεί πλήρως σε νέα βάση, θα στελεχωθεί και θα γίνει εργαλείο δημόσιου, εργατικού – κοινωνικού ελέγχου εφαρμογής της νέας προωθημένης εργατικής νομοθεσίας.

Η κυβέρνηση της Αριστεράς θα προχωρήσει ταυτόχρονα, σε μέτρα γενικού εκδημοκρατισμού του εργατικού δικαίου: κατάργηση παράνομης και καταχρηστικής απεργίας και πολιτικής επιστράτευσης απεργών, εκδημοκρατισμός νομοθετικού πλαισίου για τη λειτουργία των συνδικάτων κ.λπ. ώστε να διευκολυνθεί αποφασιστικά η ταξική, δημοκρατική και αγωνιστική συγκρότηση των συνδικάτων και του εργατικού κινήματος.

Θα απαγορευτούν, σε πρώτη φάση, οι μαζικές απολύσεις και οι απολύσεις σε κερδοφόρες επιχειρήσεις και θα νομοθετηθεί το πέρασμα επιχειρήσεων που κλείνουν στον έλεγχο και της διαχείριση των εργαζομένων, με κρατική ενίσχυση και βοήθεια.

Θα καταργηθεί το άρθρο 99 και θα αλλάξει το πτωχευτικό δίκαιο, ώστε οι εργοδότες να μη μεταθέτουν τα χρέη των επιχειρήσεών τους στους εργαζόμενους και το κοινωνικό σύνολο.

Το πρώτο και άμεσο μέτρο μιας κυβέρνησης της Αριστεράς θα είναι η επαναφορά των κατώτερου μισθού στα επίπεδα πριν από τη δραστική μείωσή του με Υπουργική Απόφαση και η άμεση επαναφορά των ελεύθερων Συλλογικών διαπραγματεύσεων, της μετενέργειας, της επεκτασιμότητας και του θεσμικού πλαισίου της διαιτησίας, όπως είχαν κατακτηθεί με αγώνες του εργατικού κινήματος πριν την κατάργησή τους.

Θεμελιώδες μέτωπο της Αριστεράς είναι η αποκατάσταση της δημοκρατίας στους χώρους παραγωγής. Θα παλέψουμε για να φυσήξει ο αέρας της δημοκρατίας και η εφαρμογή και όχι μόνο η θεσμοθέτηση, ενός νέου πολύ πιο προωθημένου εργατικού δικαίου σε όλη την έκταση της παραγωγής, ώστε να πάψει το εργοστάσιο και ο χώρος εργασίας να είναι άβατο και φέουδο του εργοδότη. Η δημοκρατία στους εργασιακούς χώρους συνιστά προϋπόθεση και όρο ώστε οι εργαζόμενοι όχι μόνο να πάψουν να είναι οι σύγχρονοι «δουλοπάροικοι», αλλά και να μετατραπούν από απλός «συντελεστής παραγωγής» για το κεφάλαιο, σε πρωταγωνιστές, προχωρώντας σε μορφές ελέγχου της παραγωγής και των υπηρεσιών.

Στο πλαίσιο μιας τέτοιας δέσμης μέτρων, η κυβέρνηση της Αριστεράς και το εργατικό κίνημα θα θεσμοθετήσουν τον πιο αυθεντικό και ουσιαστικό εργατικό και κοινωνικό έλεγχο σε όλη την έκταση της παραγωγής και της κοινωνίας.

Στόχος της κυβέρνησης της Αριστεράς είναι να απελευθερώσει την πρωτοβουλία της εργατικής τάξης, ώστε να ανυψωθεί σε ηγέτιδα κοινωνική δύναμη, που θα καθορίσει τις μεγάλες αλλαγές σε σοσιαλιστική κατεύθυνση. Χωρίς τη δημιουργική πρωτοβουλία της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, χωρίς τη γενική ανάταση της αυτενέργειάς τους, χωρίς οι ίδιοι οι άνθρωποι να πάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους, η κοινωνία θα παραμένει δέσμια των συμφερόντων του κεφαλαίου και η οικονομία θα λειτουργεί με υπέρτατο κριτήριο το κέρδος, και κανένα σχέδιο για μεγάλες ανατροπές με κατεύθυνση το σοσιαλισμό δεν μπορεί να υλοποιηθεί.

Θεωρούμε όλα αυτά τα μέτρα, τις πρωτοβουλίες και τους αγώνες σαν τα πρώτα βήματα σε μια διαδικασία που οφείλει γρήγορα να προσανατολιστεί στην κατεύθυνση της πλήρους κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής και της συγκρότησης από τους ίδιους τους εργαζόμενους των δικών τους μορφών εξουσίας για την κοινωνία της εργατικής και κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης.

7.8. ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ, ΓΙΑ ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΝ ΤΑ ΚΕΡΔΗ ΚΑΙ Ο ΠΛΟΥΤΟΣ

Σε μια μακρόχρονη περίοδο υψηλών ρυθμών ανάπτυξης και υψηλής κερδοφορίας, η φοροδιαφυγή προσέλαβε τεράστιες διαστάσεις, με αποτέλεσμα τα δημόσια έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ να είναι 4 εκατοστιαίες μονάδες κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η κρατικά προστατευόμενη φοροδιαφυγή, ιδιαίτερα των μεγάλων και των πολυεθνικών επιχειρήσεων, η σκόπιμη καθυστέρηση στην ολοκλήρωση και εφαρμογή ενός πλήρους ηλεκτρονικού συστήματος, η απαρχαιωμένη φορολογική νομοθεσία που άφηνε έκθετο το φορολογικό μηχανισμό στη διαπλοκή και τη διαφθορά, η υποβάθμιση της Εσωτερικής Επιθεώρησης και των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου, η τεράστια φοροδιαφυγή μέσω των off shore και της διαφυγής μεγάλων καταθέσεων στο εξωτερικό, η υποβάθμιση και έλλειψη στελέχωσης και τεχνικών μέσων στο φορολογικό μηχανισμό, ο κομματικός έλεγχος του ΣΔΟΕ και των φοροελεγκτικών μηχανισμών και η χρησιμοποίησή τους για την κάλυψη «ημετέρων» ή την επιλεγμένη εξόντωση αντιπάλων επιχειρηματιών ή πολιτικών προσώπων – όλα αυτά δημιούργησαν και εξακολουθούν να συντηρούν μια τεράστια αιμορραγία στα φορολογικά έσοδα. Επιπλέον, οι κυβερνήσεις του δικομματισμού θέσπισαν σειρά από φοροαπαλλαγές, φορο-κίνητρα κ.λπ. για τις μεγάλες κυρίως επιχειρήσεις, εντείνοντας το πρόβλημα της αιμορραγίας στα φορολογικά έσοδα.

Στον αντίποδα της κρατικά προστατευόμενης φοροδιαφυγής, των φοροαπαλλαγών και των φορο-κινήτρων για το κεφάλαιο, η φορολογική κλίμακα επέβαλε μια κατανομή φορολογικών βαρών ταξική, σε όφελος των κερδών, των υψηλών εισοδημάτων και του πλούτου, την ίδιας στιγμή που οι εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι και οι μικρομεσαίοι.

Οι κυβερνήσεις των μνημονίων διατήρησαν άθικτο όλο αυτό το σύστημα προστασίας της φοροδιαφυγής και ενέτειναν τη φορο-ληστεία σε βάρος μισθωτών, συνταξιούχων, μικρομεσαίων, ακόμη και ανέργων, την ίδια στιγμή που έδιναν και δίνουν μάχες για να καλύψουν τους φοροφυγάδες των διαφόρων λιστών.

Σε πλήρη αντίθεση με όλα αυτά, ο ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνηση της Αριστεράς:

Θα αυξήσουν το συντελεστή φορολόγησης των κερδών σε 45%.

Θα νομοθετήσουν νέα φορολογική κλίμακα, αλλάζοντας το επίπεδο του αφορολόγητου και τους φορολογικούς συντελεστές ώστε να κατανεμηθούν δίκαια τα φορολογικά βάρη, δηλαδή να πληρώσουν τα υψηλά εισοδήματα, να απαλλαγούν από φορολογικές υποχρεώσεις οι άνεργοι, οι χαμηλόμισθοι και οι χαμηλοσυνταξιούχοι.

Θα συντάξουν περιουσιολόγιο, ώστε να καταγραφεί η ακίνητη και κινητή περιουσία όλων και να διευκολυνθεί η μετατόπιση των φορολογικών βαρών στα υψηλά εισοδήματα και η πάταξη της φοροδιαφυγής των κερδών, των υψηλών εισοδημάτων και του πλούτου.

Θα νομοθετήσουν τη φορολόγηση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας και του συσσωρευμένου πλούτου.

Θα νομοθετήσουν την πλήρη απαγόρευση των off shore εταιριών και για τη φυγή καταθέσεων στο εξωτερικό, ώστε να σταματήσει η κοινωνική πρόκληση της διαφυγής τεράστιων ποσών από τη φορολόγηση.

Θα απαγορεύσουν τις βραχυπρόθεσμες κερδοσκοπικές συναλλαγές και θα επιβάλουν φόρο στις χρηματιστηριακές συναλλαγές.

Θα καταργήσουν όλες τις φοροαπαλλαγές του κεφαλαίου, αλλά και της Εκκλησίας.

Θα προχωρήσουν στην ταχύτατη ολοκλήρωση του ενιαίου ηλεκτρονικού συστήματος για όλο το φορολογικό μηχανισμό.

Θα ανασυγκροτήσουν το φορολογικό μηχανισμό, με στελέχωσή του, διάθεση σε αυτόν όλων των αναγκαίων τεχνικών μέσων αλλά και με αυστηρό εσωτερικό έλεγχο για να κοπεί ο ομφάλιος λώρος της διαπλοκής με επιχειρηματικά συμφέροντα και να ξεριζωθεί η διαφθορά.

Θα ανασυγκροτήσουν το φοροελεγκτικό μηχανισμό, αυστηροποιώντας το σύστημα ποινών για τη φοροδιαφυγή, με απόλυτη προτεραιότητα στα κέρδη, τα υψηλά εισοδήματα, τη μεγάλη ακίνητη περιουσία και εν γένει το συσσωρευμένο πλούτο.

Ωστόσο, η αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ των εργαζομένων και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων μέσω της φορολογίας είναι δευτερογενής και δεν θα αποδώσει ουσιαστικά αποτελέσματα παρά μόνο με την προϋπόθεση και σε συνδυασμό με την πρωτογενή αναδιανομή του πλούτου, στο έδαφος της ίδιας της παραγωγής. Όσο στην ίδια τη διαδικασία της παραγωγής η κατανομή του πλούτου ανάμεσα στους μισθούς και τα κέρδη είναι άνιση υπέρ των κερδών, όσοι μέσα από τα κέρδη και την κατανομή τους συσσωρεύουν πλούτο σε ακίνητες ή κινητές αξίες θα συντηρούν τα ιδεολογήματα ότι η φορολογία είναι κλοπή ή «αντικίνητρο» για την ανάπτυξη και θα εφευρίσκουν χιλιάδες τρόπους για να αποφύγουν την κοινωνικά δίκαιη φορολόγηση. Οι δε εργαζόμενοι πολύ δύσκολα θα ανακτούν μέσα από τη φορολογία αυτά που έχασαν μέσα από την πρωτογενή κατανομή του πλούτου. Με αυτή την έννοια, το κύριο πεδίο αναδιανομής του πλούτου υπέρ των εργαζομένων παραμένει η πάλη και τα μέτρα για αύξηση των μισθών στον ιδιωτικό τομέα, για εκδημοκρατισμό των εργασιακών σχέσεων και της συγκρότησης του συνδικαλιστικού κινήματος και για επέκταση της δημοκρατίας στους χώρους παραγωγής και των μορφών κοινωνικού και εργατικού ελέγχου σε όλη την έκταση της παραγωγής, της κοινωνίας και του κράτους.

7.9. ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΥΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ

Οι παγκόσμιες ανισότητες στην καπιταλιστική ανάπτυξη, η ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση του Τρίτου Κόσμου και η διαμόρφωση εκτεταμένων και διευρυνόμενων ζωνών εξαθλίωσης σε μεγάλες περιοχές του πλανήτη, οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι και τα εμπάργκο που εξαθλιώνουν ολόκληρους λαούς, οι τοπικοί πόλεμοι και τα δικτατορικά καθεστώτα, είναι οι αιτίες που τα μαζικά μεταναστευτικά ρεύματα προς τις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού συνεχίζονται, με αυξομειώσεις στην έντασή τους, ανάλογα με την παγκόσμια οικονομική συγκυρία ή και πολιτικά γεγονότα και πολεμικά μέτωπα.

Η Ελλάδα, στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων και ως μέλος της Ευρωζώνης και της Ε.Ε., είναι εκ των πραγμάτων ίσως η μεγαλύτερη πύλη εισόδου για τα οικονομικά και προσφυγικά μεταναστευτικά ρεύματα που κατευθύνονται κατά κύριο λόγο προς την Ευρώπη και εγκλωβίζονται εδώ λόγω της απαράδεκτης Συμφωνίας Δουβλίνο ΙΙ, που υπέγραψαν και υλοποιούν οι ελληνικές κυβερνήσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα και ο ευρωπαϊκός Νότος δεν δοκιμάζονται μόνο από τις πολιτικές της μνημονιακής «νεοαποικιοποίησης» και λεηλασίας αλλά αξιοποιούνται και σαν ιδιόμορφο «φίλτρο» και δικλίδα ασφαλείας του ευρωπαϊκού Βορρά από μη επιθυμητά για τις κυρίαρχες ελίτ μεταναστευτικά ρεύματα, τα οποία συσσωρεύονται στις μεσογειακές χώρες-πύλες εισόδου.

Όσο η χώρα μας διατηρούσε σχετικά «υψηλούς» αναπτυξιακούς ρυθμούς και την ανεργία σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, το ζήτημα των μεταναστών δεν είχε ιδιαίτερη επίδραση στο πολιτικό σκηνικό και δεν προκαλούσε τέτοιας έκτασης κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες, αντίθετα μάλιστα, στις αρχικές φάσεις τα μαζικά μεταναστευτικά ρεύματα υποβοήθησαν σημαντικά τον ελληνικό αστισμό με τα ευτελή μεροκάματα και τη μαύρη εργασία.

Με το ξέσπασμα, όμως, της κρίσης, την εφαρμογή μνημονιακών πολιτικών γενικής κατεδάφισης κατακτήσεων και δικαιωμάτων, την καλπάζουσα ύφεση, τη διάλυση των εργασιακών σχέσεων, την αλματώδη αύξηση της ανεργίας και τα φαινόμενα μετανάστευσης νέων από τη χώρα μας, τώρα, προς την Ευρώπη, στο έδαφος του ζητήματος των μεταναστών ενεργοποιούνται έντονες πολιτικές, ιδεολογικές και κοινωνικές διεργασίες και αντιπαραθέσεις. Σε αυτές τις συνθήκες, η τάση των κυρίαρχων τάξεων στοχεύει στη μετατροπή ολοένα ευρύτερων τμημάτων των ντόπιων εργαζομένων σε αδήλωτους – ανασφάλιστους εργαζόμενους με μεροκάματα πείνας, ενώ η θέση των μεταναστών εργαζομένων συμπιέζεται ακόμη περισσότερο σε «παράνομους» σκλάβους τύπου Μανωλάδας. Με δεδομένη την επιδείνωση της κατάστασης που προκαλούν η κρίση και οι συνέπειες των μνημονίων και της λιτότητας, οι ξενοφοβικές ακροδεξιές κυβερνητικές πολιτικές, η δράση ισχυρών ρατσιστικών θυλάκων στα δυναμικά τμήματα του κράτους και των ΜΜΕ, η ασύδοτη και δουλεμπορική δράση μεγάλων μερίδων του ελληνικού κεφαλαίου και οπωσδήποτε η ρατσιστική και συχνά δολοφονική δράση της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής, δημιούργησαν και επιδείνωσαν εξαιρετικά ένα κλίμα ξενοφοβίας μέσα στην κοινωνία και μέσα στα εργατικά – λαϊκά στρώματα, το οποίο αν δεν ανακοπεί, μπορεί να έχει πολύ επικίνδυνες συνέπειες τόσο για τις συνθήκες ζωής και τα δικαιώματα των ίδιων των μεταναστών όσο και για τις πολιτικές εξελίξεις.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν περιορίζει το ζήτημα των μεταναστών μόνο στο πεδίο των αυτονόητων ανθρώπινων δικαιωμάτων τους και διαφωνεί με προσεγγίσεις που υποβαθμίζουν το γεγονός ότι η πλειονότητα των μεταναστών που ζουν στη χώρα μας είναι εργαζόμενοι κάτω από τις πιο απάνθρωπες συνθήκες.

Το πρώτιστο για την Αριστερά και αυτό που τη διακρίνει θετικά σε σχέση με τις φιλελεύθερες δικαιωματικές απόψεις, ακόμα και τις πλέον προωθημένες και τις απόψεις των μη κυβερνητικών οργανώσεων, είναι ότι βλέπει τους μετανάστες όχι μόνο από την άποψη των δικαιωμάτων τους, αλλά πρώτα απ’ όλα και κυρίως ως εργαζόμενους, ως τμήμα της εργατικής τάξης της χώρας μας και μάλιστα το πλέον ευάλωτο, ανυπεράσπιστο και εκμεταλλευόμενο.

Η προσπάθεια της Αριστεράς στο χώρο των μεταναστών, ανεξαρτήτως εθνικότητας και προέλευσης, οφείλει να στοχεύει, ταυτόχρονα, στην ταξική τους συνειδητοποίηση, στον πολιτικό – ιδεολογικό επαναπροσανατολισμό τους και στη συμμετοχή τους στους κοινούς αγώνες της εργατικής τάξης της χώρας μας και του λαού ενάντια στην τρόικα και τα μνημόνια, για ανθρώπινες και αξιοπρεπείς εργασιακές σχέσεις, για μια προοδευτική και σοσιαλιστική Ελλάδα.

Αυτά σημαίνουν ότι η Αριστερά στο πλαίσιο της στροφής της στους χώρους εργασίας, στην εργατική τάξη και στους αγώνες της και στην παρέμβασή της στα συνδικάτα, οφείλει να αναπτύξει μια ειδική μεγάλη προσπάθεια μέσα στους μετανάστες εργαζόμενους, ως οργανικό, αναπόσπαστο και κρίσιμο τμήμα της σύγχρονης εργατικής τάξης.

Η Αριστερά πρέπει πρώτα απ’ όλα να εργαστεί ώστε τα συνδικάτα σε όλους τους τομείς να ανοίξουν τολμηρά τις πόρτες τους στους ξένους εργαζόμενους και να υπερασπιστούν τα εργασιακά δικαιώματά τους, σπάζοντας τους δισταγμούς, τις προκαταλήψεις και τις αντιστάσεις σε αυτήν την κατεύθυνση.

Την ίδια ώρα η Αριστερά πρέπει να ανοίξει τολμηρά τις κομματικές γραμμές της στους ξένους που ζουν και εργάζονται στη χώρα μας, αφού στα μέλη και πολύ περισσότερο στα στελέχη της είναι ανύπαρκτη η παρουσία μεταναστών.

Αν ως Αριστερά δεν μπορέσουμε να διαμορφώσουμε ένα μεγάλο αριστερό πολιτικό ρεύμα μέσα στους μετανάστες, ανεξάρτητα από την καταγωγή και τη θρησκεία τους, αν δεν κάνουμε βήματα ένταξης των εργαζόμενων μεταναστών στο εργατικό κίνημα και στις γραμμές της ίδιας της Αριστεράς, αν δεν διαμορφώσουμε πρώτα απ’ όλα ένα μεγάλο μέτωπο Ελλήνων και μεταναστών εργατών για να καταπολεμήσουμε αποφασιστικά πρώτα απ’ όλα τη «μαύρη» εργασία που είναι κυρίαρχη στους ξένους εργάτες, αν δεν θέσουμε ως στόχο και κάνουμε βήματα για ένα εργατικό κίνημα με τη συμμετοχή των μεταναστών εργαζομένων, τότε είναι πολύ δύσκολο να καταπολεμήσουμε τις ρατσιστικές πολιτικές και ιδέες που κερδίζουν έδαφος και να διαμορφώσουμε ως Αριστερά θετικές προοπτικές.

Σε αυτή την κατεύθυνση, η Αριστερά αγωνίζεται ενάντια στον άγριο κρατικό αυταρχισμό και καταστολή σε βάρος των μεταναστών (επιχειρήσεις-«σκούπα», αυθαίρετες συλλήψεις και βασανιστήρια κ.λπ.), ενάντια στην ασύδοτη και συχνά εγκληματική συμπεριφορά σε βάρος τους από μεγάλες μερίδες του ελληνικού κεφαλαίου (που γεννά «Μανωλάδες»), ενάντια στα κάθε λογής κυκλώματα, ελληνικά και ξένα, «προστασίας» και εκμετάλλευσης μεταναστών και κυρίως ενάντια στις δολοφονικές επιθέσεις που δέχονται από ρατσιστικές και φασιστικές συμμορίες.

Η Αριστερά με τους αγώνες της διεκδικεί και ως κυβέρνηση γρήγορα θα εφαρμόσει:

  • Την άμεση μονομερή καταγγελία της συμφωνίας «Δουβλίνο ΙΙ» με την παράλληλη χορήγηση ταξιδιωτικών εγγράφων για τους μετανάστες που θέλουν να κατευθυνθούν σε άλλες χώρες.
  • Την άμεση αλλαγή του θεσμικού πλαισίου ώστε να χορηγείται ταχύτατα πολιτικό άσυλο σε όσους πρόσφυγες πραγματικά το δικαιούνται.
  • Την άμεση κατάργηση των «στρατοπέδων συγκέντρωσης» μεταναστών και τη διαμόρφωση σύγχρονων δημόσιων υποδομών-ανοιχτών χώρων υποδοχής που θα προσφέρουν στους μετανάστες πολιτισμένες υπηρεσίες με όρους αξιοπρέπειας και θα αποσυμφορήσουν τις άθλιες συνθήκες ζωής τους στα γκέτο που διαμορφώνονται σε γειτονιές των μεγάλων πόλεων αλλά και στην ύπαιθρο.
  • Την άμεση ενεργοποίηση μιας πολιτικής σταδιακής νομιμοποίησης των μεταναστών που ζουν και εργάζονται στη χώρα μας και θέλουν να παραμείνουν σε αυτήν, με διαφανή και δίκαια κριτήρια (χρόνια παραμονής και εργασίας), χωρίς ατέρμονες γραφειοκρατικές διαδικασίες, δυσβάστακτες οικονομικές (ακριβά παράβολα) ή ανεδαφικές εργασιακές (αριθμός ενσήμων) προϋποθέσεις.
  • Την άμεση και αποφασιστική στροφή από την πολιτική δίωξης των εξαθλιωμένων μεταναστών, σε μια πολιτική προστασίας της ζωής τους, σεβασμού και υπεράσπισης της ανθρώπινης υπόστασης και των δικαιωμάτων τους και αμείλικτης δίωξης των δουλεμπορικών» κυκλωμάτων διακίνησης και εκμετάλλευσής τους, στα σύνορα αλλά και μέσα στη χώρα (τράφικινγκ, εμπόριο ναρκωτικών, εκμετάλλευση παιδιών κ.λπ.).
  • Την άμεση χορήγηση ιθαγένειας σε παιδιά μεταναστών που ζουν και εργάζονται στην Ελλάδα και τα οποία γεννήθηκαν ή σπουδάζουν στη χώρα μας.
  • Τέλος, μια κυβέρνηση της Αριστεράς θα πρωτοστατήσει για την προώθηση μιας ευρωπαϊκής και διεθνούς στρατηγικής για τον τερματισμό πολέμων και επεμβάσεων και τη γενναία αναπτυξιακή και κοινωνική στήριξη χωρών του Δεύτερου και Τρίτου Κόσμου, ως απάντηση στην εκμετάλλευση αυτών των χωρών από το κεφάλαιο και τα ιμπεριαλιστικά κέντρα, αλλά και για να αντιμετωπιστούν ως ένα βαθμό οι αιτίες που προκαλούν τα μαζικά μεταναστευτικά ρεύματα.

7.10. ΓΙΑ ΜΙΑ ΡΙΖΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΜΑΖΙΚΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ

ΕΚΔΗΜΟΚΡΑΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΜΜΕ ΣΕ ΜΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ

Η εξάλειψη των βαθύτατα νοσηρών καταστάσεων που κυριαρχούν στα μέσα μαζικής ενημέρωσης συνιστά ένα από τα πιο άμεσα και κρίσιμα μέτωπα, ίσως το πιο άμεσο και κρίσιμο, για δημοκρατικές και προοδευτικές εξελίξεις στη χώρα που θα ανοίξουν νέους σοσιαλιστικούς ορίζοντες.

Η Αριστερά αγωνίζεται για τον εκδημοκρατισμό και τον κοινωνικό έλεγχο των μέσων ενημέρωσης, για την πλήρη κατοχύρωση των δικαιωμάτων των εργαζομένων στα μέσα και την προάσπιση και την ενίσχυση της απασχόλησης σε αυτά, για μια πολυφωνική και πλήρη ενημέρωση των πολιτών, για τη στήριξη και ανάδειξη της πολιτιστικής ενημέρωσης που θα ελέγχονται θεσμικά από την κοινωνία, στο πλαίσιο μιας στρατηγικής κοινωνικοποίησής τους.

Η κυβέρνηση της Αριστεράς θα αγωνισθεί και θα προωθήσει ριζικές αλλαγές ώστε:

  • Να αποκατασταθεί με κάθε δυνατό μέσο το δημόσιο αγαθό της ενημέρωσης. Το κράτος, ως πάροχος ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών συχνοτήτων αλλά και ως εγγυητής του δημόσιου αγαθού και στο πλαίσιο μιας στρατηγικής κοινωνικού ελέγχου και κοινωνικοποίησης των μέσων ενημέρωσης, πρώτα απ’ όλα των τηλεοπτικών, θα καταργήσει τη δωρεάν νομή των συχνοτήτων από τα ΜΜΕ και θα επιβάλει κανόνες δεοντολογίας και μηχανισμούς ελέγχου για την τήρησή τους μαζί με αυστηρές κυρώσεις για την παραβίασή τους μέχρι και την αφαίρεση της άδειας λειτουργίας.
  • Θα επιβληθεί, κατ’ αρχήν, το ασυμβίβαστο της συμμετοχής στην ιδιοκτησία ΜΜΕ με επιχειρηματικές δραστηριότητες που καθ’ οιονδήποτε τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, έχουν διασυνδέσεις με το Δημόσιο (εργολάβοι δημόσιων έργων, προμηθευτές Δημοσίου, ιδιοκτήτες επιχειρήσεων που εμπλέκονται με συγχρηματοδοτούμενα έργα ή με οποιαδήποτε μορφή κρατικής επιδότησης κ.λπ.).
  • Θα σταματήσει η πορεία διάλυσης και ιδιωτικοποίησης της δημόσιας τηλεόρασης και του δημόσιου ραδιόφωνου και αντίθετα θα υποστηριχτούν, θα εκδημοκρατιστούν και θα αναβαθμιστούν, στην κατεύθυνση της συγκρότησης μιας ισχυρής δημόσιας ενημερωτικής και πολιτιστικής παρουσίας, υπό κοινωνικό έλεγχο, στην προοπτική μιας κοινωνικοποιημένης, απόλυτα δημοκρατικής, πλουραλιστικής και ολόπλευρης τηλεοπτικής ενημέρωσης και αξιακής πολιτιστικής παρέμβασης. Στόχος μας είναι η λειτουργία της δημόσιας τηλεόρασης να θωρακιστεί από πελατειακές πρακτικές και κυβερνητικό έλεγχο (ακόμη και της κυβέρνησης της Αριστεράς), μακριά από τις αποκρουστικές ιστορικές εμπειρίες της κομματικής μονοφωνίας, ώστε να αποτελέσει πρότυπο και «πιλοτικό» εγχείρημα στην πορεία για την κοινωνικοποίηση των ΜΜΕ, για τον πλήρη εργατικό και κοινωνικό τους έλεγχο.
  • Θα ανοίξουν τα βιβλία και θα πραγματοποιηθεί πλήρης οικονομικός και διαχειριστικός έλεγχος σε όλες τις επιχειρήσεις ΜΜΕ, αρχίζοντας από τις πιο μεγάλες και νευραλγικές, ώστε να σπάσει το απόστημα των σχέσεων διαπλοκής με τράπεζες και κυκλώματα πολιτικής προστασίας και εξάρτησης. Ο έλεγχος αυτός δεν θα περιοριστεί μόνο στη δράση των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών, αλλά θα πάρει την ευρύτερη μορφή κοινωνικού ελέγχου στα ΜΜΕ, γιατί οι πολίτες έχουν το δικαίωμα να γνωρίζουν αλλά και να καθορίσουν τις «προδιαγραφές» και τους όρους για την ενημέρωση και την ψυχαγωγία που τους παρέχεται.

Στο πλαίσιο του οικονομικού και διαχειριστικού ελέγχου, ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί στην αποκάλυψη των κερδοσκοπικών παιχνιδιών που έγιναν με τα αποθεματικά των ταμείων των δημοσιογράφων (δομημένα ομόλογα, «κούρεμα» ομολόγων), με στόχο την αποκατάσταση των ζημιών και την τιμωρία των υπευθύνων. Ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί επίσης στο να στηριχτούν τα ταμεία των δημοσιογράφων μέσα από την υποχρέωση των εργοδοτών να αποδίδουν το αγγελιόσημο (που μέχρι τώρα παρακρατούν συστηματικά, ενώ το έχουν εισπράξει).

Όλα αυτά θα είναι τα πρώτα αποφασιστικά μέτρα για να δρομολογηθεί μια διαδικασία με στόχο την κοινωνικοποίηση των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Το αγαθό της ενημέρωσης, του διαλόγου, της κουλτούρας και των ιδεών δεν μπορεί να είναι στα χέρια ιδιωτών επιχειρηματιών, να υπόκεινται στη λογική του κέρδους, να είναι αντικείμενο εμπορευματοποίησης, να καταλήγει στη «μονοφωνική πολυφωνία» της αγοράς.

8) ΓΙΑ ΕΝΑ «ΟΧΙ», ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ, ΣΤΗΝ ΤΡΟΪΚΑ, ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΚΒΙΑΣΜΟΥΣ

Οι τραγικές εξελίξεις στην Ευρώπη, ειδικά στον ευρωπαϊκό Νότο, με αποκορύφωμα το δράμα της Κύπρου, έρχονται να επιβεβαιώσουν ότι η Ευρωζώνη αλλά και η Ε.Ε. όχι μόνο κλιμακώνουν με ραγδαίους ρυθμούς μια πορεία αντιδραστικοποίησής τους, αλλά και μετατρέπονται ταχύτατα σε ζώνες απόλυτης κυριαρχίας του γερμανικού ιμπεριαλισμού και του πολυεθνικού ευρωπαϊκού κεφαλαίου, πρώτα από όλα του χρηματιστικού, εντός των οποίων επιβάλλονται όροι μιας άγριας πανευρωπαϊκής λιτότητας, μιας νέας «αποικιοποίησης» και ιδιόμορφου ολοκληρωτισμού, στον οποίον συναινούν οι κυρίαρχες τάξεις κάθε χώρας – μέλους.

Η λιτότητα και ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός επιβάλλονται πλέον σε όλη την Ευρωζώνη και την Ε.Ε. ανεξάρτητα και από μνημόνια, μέσα από το νέο Δημοσιονομικό Σύμφωνο, προϊόν διακυβερνητικής συμφωνίας και όχι ευρωπαϊκής συνθήκης, που θέτει δρακόντειους όρους δημοσιονομικής πειθαρχίας για το χρέος, το έλλειμμα και άρα τους μισθούς, τις συντάξεις και το κοινωνικό κράτος. Επιβάλλονται επίσης μέσα από το εκτεταμένο πλέγμα των ευρωπαϊκών Οδηγιών και ποικίλων νεοφιλελεύθερων ρυθμίσεων για την απελευθέρωση κεφαλαίων και αγορών, για τη «μεταρρύθμιση»-αποδόμηση των ασφαλιστικών συστημάτων, για τη «μεταρρύθμιση»-αποδόμηση της αγοράς εργασίας και των εργασιακών σχέσεων κ.λπ. Ωστόσο, η πανευρωπαϊκή λιτότητα προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά της συντριβής των ιστορικών κατακτήσεων και δικαιωμάτων των λαών αλλά και μιας ταπεινωτικής οικονομικής και πολιτικής επιτροπείας στον ευρωπαϊκό Νότο.

Το δράμα της Κύπρου, ωστόσο, αποκαλύπτει ακόμα περισσότερο και την ιμπεριαλιστική φύση της Ε.Ε. και ιδιαίτερα της Ευρωζώνης, όχι μόνο προς τα έξω αλλά και προς τα μέσα, τη μετατροπή τους σε «φονικό» γρανάζι της παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής μηχανής, τη μετατροπή τους σε νέα «Ιερά Συμμαχία» κατά των εργατικών τάξεων και των λαών της ευρωπαϊκής ηπείρου.

Στο πλαίσιο αυτό, είναι χαρακτηριστικό ότι η Ευρωζώνη, αποκτώντας όλο και πιο ακραία χαρακτηριστικά ενός νέου ευρω-ολοκληρωτισμού, μετατρέπεται συνολικά σε πειραματικό χώρο εντός του οποίου τείνουν να εκμηδενισθούν και τα πλέον στοιχειώδη εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα, ενώ στην πράξη ακυρώνονται επί της ουσίας και η ίδια η αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία και, σχεδόν, κάθε έννοια λαϊκής κυριαρχίας, φτάνοντας στο σημείο αποφάσεις που καταστρέφουν κυριολεκτικά χώρες, όπως η Κύπρος, να λαμβάνονται εκβιαστικά και τελεσιγραφικά μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο από κλειστά υπερεθνικά κέντρα, στο όνομα της παραμονής στο ευρώ.

Οι τελευταίες αυτές εξελίξεις υπογραμμίζουν ακόμη πιο έντονα ότι τόσο η Ευρωζώνη όσο και η Ε.Ε. δεν μεταρρυθμίζονται ούτε επαναθεμελιώνονται αλλά μόνο ανατρέπονται, αν το αίτημα παραμένει -και παραμένει- μια Ευρώπη των λαών, της σύγκλισης προς τα πάνω, της προόδου και του σοσιαλισμού. Και αυτή η διαδικασία ανατροπής μπορεί να γίνει ρεαλιστική και να μην παραμείνει κενό γράμμα ή ουτοπία, αν ξεκινήσει από μια χώρα ή ομάδα χωρών, πράγμα που μπορεί να προκαλέσει, ίσως και πολύ σύντομα, ένα ντόμινο ανάλογων ανατρεπτικών εξελίξεων σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο.

Η περίπτωση της Κύπρου επιβεβαιώνει ότι το απαραίτητο «ΟΧΙ» στους «ευρωπαϊκούς» εκβιασμούς, την τρόικα και τα μνημόνια, για να μην μείνει μισό και για να μην οδηγήσει σε οδυνηρή αναδίπλωση, οφείλει να συνοδεύεται από ένα τεκμηριωμένο, ενιαίο, συνεκτικό και ριζοσπαστικό εναλλακτικό σχέδιο προοδευτικών μετασχηματισμών με σοσιαλιστικό ορίζοντα, που μαζί με την ακύρωση των μνημονίων, θα συμπεριλαμβάνει αφετηριακά: τη διαγραφή του χρέους ή τουλάχιστον του συντριπτικά μεγαλύτερου μέρους του, την εθνικοποίηση-κοινωνικοποίηση όλων των τραπεζών και των στρατηγικών τομέων της οικονομίας, τη στήριξη και αναβάθμιση μισθών και συντάξεων και γενικότερα την ανατροπή της λιτότητας, την προώθηση της δημόσιας δωρεάν Υγείας και Παιδείας και ένα σχέδιο δημόσιων επενδύσεων και μέτρων για την προοδευτική παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας σε σοσιαλιστική κατεύθυνση, με τη δραστική ενίσχυση της απασχόλησης.

Μια κυβέρνηση της Αριστεράς οφείλει να είναι αποφασισμένη και προετοιμασμένη να ακολουθήσει με σταθερότητα, συνέπεια και ενιαία κατεύθυνση αυτό το προοδευτικό πρόγραμμα σοσιαλιστικής προοπτικής, ανεξάρτητα από απειλές, εκβιασμούς, πιέσεις και τρομοκρατικά διλήμματα.

Η κυβέρνηση της Αριστεράς, έχοντας ως στόχο να υλοποιήσει ένα τέτοιο πρόγραμμα ρήξης και ανατροπής, πρέπει να προετοιμαστεί από κάθε άποψη για όλες τις συνέπειες και τα ενδεχόμενα της αναπόφευκτης σύγκρουσης με την Ευρωζώνη του κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού, περιλαμβανομένης, αν χρειαστεί, και της εξόδου από την Ευρωζώνη.

Ένα τέτοιο ενδεχόμενο εξόδου από την Ευρωζώνη, που απαιτεί καλή προετοιμασία, σε καμία περίπτωση δεν συνιστά «καταστροφή» ή εθνική απομόνωση, όπως προσπαθούν να μας τρομοκρατήσουν τα παπαγαλάκια του συστήματος. Αντίθετα, στο βαθμό που εντάσσεται σε ένα προοδευτικό σχέδιο ρήξης με τα μνημόνια και την τρόικα και ανατροπής της λιτότητας, με κατεύθυνση το σοσιαλισμό, μπορεί να αποτελέσει, παρά τις προσωρινές δυσκολίες που θα επιφέρει, μια βιώσιμη και θετική πρόταση διεξόδου με ελπιδοφόρο ορίζοντα για τον ελληνικό λαό και όλους τους λαούς της Ευρώπης.

Η πιθανή έξοδος από την Ευρωζώνη δεν συνιστά ένα άλλο πολιτικό σχέδιο, δεν παραπέμπει σε ένα άλλο πρόγραμμα και σε άλλες συμμαχίες, αλλά ίσα-ίσα δηλώνει την αποφασιστικότητα να υλοποιήσουμε το πρόγραμμα και σχέδιο ρήξης και ανατροπής σε σοσιαλιστική κατεύθυνση αταλάντευτα, αποφασιστικά, μέχρι το τέλος, γνωρίζοντας ότι συνεπάγεται τη μετωπική ρήξη με την Ευρωζώνη και ότι μια τέτοια ρήξη απαιτεί πλήρη προετοιμασία και εναλλακτικό σχέδιο.

Για τη συγκεκριμένη επεξεργασία ενός τέτοιου σχεδίου, με τις ιδιαίτερες εκδοχές και παραμέτρους του, με ανάλυση και εκτίμηση των συνεπειών και προεκτάσεών του, με καθορισμό των αναγκαίων τακτικών και μέτρων, ο ΣΥΡΙΖΑ θα αναλάβει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες, απευθυνόμενες και σε άλλες δυνάμεις της Αριστεράς στην Ελλάδα, τον ευρωπαϊκό Νότο αλλά και συνολικά την Ε.Ε.

Υπ’ αυτό το πρίσμα, η θέση «καμιά θυσία για το ευρώ» δεν είναι επαρκής και πρέπει να συμπληρωθεί, ύστερα και από την καταλυτική εμπειρία της Κύπρου, με τις παραπάνω θέσεις, που εκφράζουν την ετοιμότητα και αποφασιστικότητα να υλοποιήσουμε το πρόγραμμά μας και τους στόχους μας μέχρι το τέλος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ με αφετηρία το συνολικό του πρόγραμμα και αυτή τη θέση, μπορεί και πρέπει να απευθύνει συγκεκριμένη πρόταση διαλόγου για αναζητήσεις προγραμματικών συγκλίσεων και κοινών δράσεων προς όλες τις αριστερές δυνάμεις της χώρας μας, ενώ θα πρέπει να αναλάβει, στο πλαίσιο αυτό, και μεγάλες πρωτοβουλίες συγκλίσεων, πολιτικού και κινηματικού συντονισμού με τις αριστερές προοδευτικές δυνάμεις της Ευρώπης, ειδικότερα στον ευρωπαϊκό Νότο και πρώτα απ’ όλα της Κύπρου.

9) ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ ΓΙΑ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ

Όλες οι εξελίξεις του τελευταίου διαστήματος έρχονται να υπογραμμίσουν με ακόμα μεγαλύτερη έμφαση ότι μόνο μια κυβέρνηση της Αριστεράς -και όχι κυβερνήσεις κεντροαριστεράς ή κεντροαριστεροδεξιάς, ρευστού πολιτικού στίγματος και ετερόκλητου φάσματος- θα ήταν ικανή να επιχειρήσει, στη βάση ενός σαφούς εναλλακτικού ριζοσπαστικού προγράμματος και στηριγμένη σε ένα πλατύ ενωτικό ταξικό και αγωνιστικό εργατικό – λαϊκό κίνημα, την προοδευτική ανατροπή που έχουν ανάγκη η εργατική τάξη και ο λαός της χώρας μας και μια πορεία προοδευτικών μετασχηματισμών σε σοσιαλιστική κατεύθυνση.

Θεωρούμε ότι σήμερα μια συνεργασία και συμπόρευση όλων των δυνάμεων της Αριστεράς, κατά πρώτο λόγο του ΣΥΡΙΖΑ με το ΚΚΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που θα δημιουργούσε ισχυρή αριστερή δυναμική παρέμβασης και ανατροπής στο πολιτικό σκηνικό, όχι μόνο καθίσταται όσο ποτέ αναγκαία αλλά και ότι οι τραγικές εξελίξεις που σημειώνονται στην Ελλάδα και την Κύπρο, μαζί με τα διδάγματα που τις ακολουθούν, φέρνουν αντικειμενικά πιο κοντά αυτή τη συμπόρευση και την καθιστούν πιο δυνατή μέσα από αμοιβαίες μετατοπίσεις και την εκδήλωση ισχυρής ενωτικής βούλησης.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις δυσκολίες, δεσμεύεται ότι θα σχεδιάσει και θα αναλάβει συγκεκριμένες, εποικοδομητικές και ρεαλιστικές πολιτικές και προγραμματικές πρωτοβουλίες για τη συνεργασία και τη συμπαράταξη της Αριστεράς.

Για μας μια σύγχρονη ριζοσπαστική αριστερή συμπαράταξη δεν περιορίζεται μόνο στις δυνάμεις του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και στις άλλες δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και της ριζοσπαστικής αντισυστημικής οικολογίας, παρά το ξεχωριστό, ειδικό ιστορικό και αναντικατάστατο βάρος αυτών των δυνάμεων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει και ενθαρρύνει ενδεχόμενες συνεργασίες με στελέχη και συλλογικότητες από το σοσιαλιστικό και σοσιαλδημοκρατικό χώρο, οι οποίες απεγκλωβίζονται από τις λογικές της σοσιαλδημοκρατίας και της διαχείρισης του συστήματος και ακολουθούν μια αγωνιστική πορεία προς τ’ αριστερά και με τις οποίες έχουν αναπτυχθεί και δοκιμασθεί σχέσεις εμπιστοσύνης με κοινές θέσεις, κοινές πρωτοβουλίες και κυρίως κοινούς αγώνες.

Τέτοιου είδους συνεργασίες, που μπορεί να γίνονται δυνατές με όρους μετατοπίσεων προς τ’ αριστερά και όχι με όρους πίεσης για αναδίπλωση του ΣΥΡΙΖΑ προς την κεντροαριστερά και τις σοσιαλδημοκρατικές αυταπάτες, δεν αφορούν σε καμία περίπτωση πρόσωπα ή φορείς που είχαν ρόλους σημαντικής ευθύνης στη διαμόρφωση και εφαρμογή της δεξιόστροφης πορείας του ΠΑΣΟΚ και ιδιαίτερα των μνημονιακών επιλογών του. Πολύ περισσότερο, τέτοιου είδους ευρύτερες συνεργασίες δεν αφορούν δυνάμεις κεντροδεξιού προσανατολισμού, δυνάμεις του αστικού πολιτικού συστήματος και πολιτικούς εκπροσώπους της αστικής τάξης, ανεξάρτητα από την αντιμνημονιακή ρητορική τους.

Είναι επίσης κρίσιμης σημασίας να διευκρινίσουμε ότι η αναγκαιότητα της αντιφασιστικής πάλης γενικά και της πάλης ενάντια στο ναζιστικό κόμμα της Χρυσής Αυγής ιδιαίτερα, η αναγκαιότητα συγκρότησης γι’ αυτό το σκοπό ενωτικού κοινωνικού και πολιτικού μετώπου πάλης, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει τη μετατόπιση από το έδαφος της αντίθεσης μνημόνιο και πολιτικές λιτότητας από τη μια και πολιτικές κατάργησης των μνημονίων και ανατροπής της λιτότητας από την άλλη, του μετώπου των μνημονιακών δυνάμεων από τη μια (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ) και του ΣΥΡΙΖΑ και του πολιτικού μετώπου της Αριστεράς από την άλλη, σε μια κατεύθυνση συμμαχίας των «δημοκρατικών πολιτικών κομμάτων» ενάντια στην ακροδεξιά και το φασισμό. Το ενιαίο αγωνιστικό μέτωπο ενάντια στο φασισμό και τη ναζιστική Χρυσή Αυγή συγκροτείται πάνω στην ενότητα στη δράση, εντάσσεται στο μέτωπο αγώνα ενάντια στα μνημόνια και τις πολιτικές λιτότητας και σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει μια κεντρική πολιτική συμμαχία με μνημονιακές δυνάμεις με το πρόσχημα της «υπεράσπισης της δημοκρατίας». Το μέτωπο ενάντια στο ρατσισμό, το φασισμό και τη Χρυσή Αυγή σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να σημαίνει πολιτική συμμαχία με τις μνημονιακές δυνάμεις (ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ), αλλά πρέπει να ενισχύει και να αναδεικνύει τον αγώνα ενάντια στα μνημόνια και τη λιτότητα. Εξάλλου, ο φασισμός γενικά και η ναζιστική Χρυσή Αυγή ιδιαίτερα, τρέφονται και δυναμώνουν από την κοινωνική απελπισία που δημιουργούν οι μνημονιακές πολιτικές ακραίας λιτότητας και οι τραγικές συνέπειές τους (πρωτοφανής ανεργία και φτώχεια, μαζική καταστροφή μικρομεσαίων στρωμάτων κ.λπ.). Σε αυτή τη βάση, δεν θα πέσουμε στην παγίδα ενός συστημικού μετώπου με μνημονιακές δυνάμεις ενάντια στη Χρυσή Αυγή, που θα δώσει την ευκαιρία στο ναζιστικό κόμμα να παρουσιάζεται σαν δήθεν αντισυστημική δύναμη και να αποκρύπτει τα πραγματικά συστημικά της χαρακτηριστικά: δράση αποκλειστικά ενάντια στους μετανάστες και τους εργατικούς αγώνες, στήριξη των εργοδοτών ενάντια στους εργαζόμενους, καμία δράση ενάντια σε επιχειρηματίες και τραπεζίτες κ.λπ. Αντίθετα, θα ενισχύσουμε τα ριζοσπαστικά – αντισυστημικά χαρακτηριστικά του ΣΥΡΙΖΑ, θα αποκαλύπτουμε διαρκώς το συστημικό χαρακτήρα της Χρυσής Αυγής και θα δουλεύουμε ακούραστα για τη διαμόρφωση ενός αντιφασιστικού μετώπου πάλης στη δράση, που θα εντάσσεται και θα αποτελεί τμήμα του συνολικού αγώνα ενάντια στα μνημόνια, τις πολιτικές λιτότητας και την τρόικα και για μια προοδευτική πολιτική και κοινωνική ανατροπή με κατεύθυνση το σοσιαλισμό.

Σε αυτή τη βάση, με αυτές τις πολιτικές συμμαχίες και κατευθύνσεις, σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ χρειάζεται όσο ποτέ ένα δεύτερο μεγάλο κύμα ριζοσπαστικοποίησης και ακόμα πιο ουσιαστικής επεξεργασίας της πολιτικής, της φυσιογνωμίας, των προγραμματικών του προτάσεων, των πρακτικών και της κινηματικής του στάσης, σχεδιασμένης με βαθύτατα ταξικούς, εργατικούς, λαϊκούς και κοινωνικούς όρους, γεγονός που θα του δώσει τη δύναμη και την ικανότητα για ένα νέο άλμα στην επιρροή του και στη συμβολή του στη διαμόρφωση ενός μεγάλου αριστερού πολιτικοκοινωνικού ηγεμονικού μετώπου που θα αγκαλιάζει τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία.

Υπ’ αυτό το πρίσμα, το μέτωπο και η κυβέρνηση της Αριστεράς δεν συνιστούν μια στατική αντίληψη κοινοβουλευτικού αθροίσματος, αλλά μια δυναμική αντίληψη διαμόρφωσης των πολιτικών, κοινωνικών και αγωνιστικών προϋποθέσεων για την υλοποίηση του προγράμματός μας κατάργησης των μνημονίων, της λιτότητας και των δανειακών συμβάσεων, ρήξης και ανατροπής. Είναι δέσμευση για την ταξική κατεύθυνση και το περιεχόμενο του προγράμματός μας, είναι κατεύθυνση «αριστερά» και όχι «προς το κέντρο», είναι πολιτικές συμμαχίες που μπορούν να υποστηρίξουν ακριβώς μια τέτοια κατεύθυνση και όχι να την ακυρώσουν, είναι σχέδιο για να κερδίσουμε τη μεγάλη πλειοψηφία της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων και με ένα τέτοιο στέρεο κοινωνικό κορμό να διαμορφώσουμε ένα κοινωνικό μέτωπο αγώνα και ανατροπής, είναι δέσμευση απέναντι στα κινήματα αντίστασης για αγώνες για την ανατροπή της τρικομματικής κυβέρνησης, είναι επιβεβαίωση της συνέπειας πάνω στις δεσμεύσεις μας, είναι δέσμευση για επιμονή στο δρόμο του ριζοσπαστισμού και της εμβάθυνσής του και όχι αναδίπλωσης και «υπευθυνότητας» απέναντι στο σύστημα. Ο στόχος της κυβέρνησης της Αριστεράς συμπυκνώνει ολόκληρο το πολιτικό μας σχέδιο και το στρατηγικό μας προσανατολισμό, είναι η αιχμή του δόρατος της πολιτικής μας. Δεν προσδιορίζει μόνο το «μετά», τις πολιτικές συμμαχίες μιας κυβέρνησης της Αριστεράς, αλλά εξίσου και το «πριν»: το δρόμο για να φτάσουμε εκεί, που δεν μπορεί να είναι παρά ένας δρόμος της συγκρότησης ενός μαχητικού κοινωνικού και πολιτικού μετώπου αγώνα για την ανατροπή της τρικομματικής μνημονιακής κυβέρνησης «από τα κάτω», ως προϋπόθεση όχι μόνο για την κυβέρνηση της Αριστεράς αλλά και για τη δημιουργία των αγωνιστικών προϋποθέσεων για την υλοποίηση του πολιτικού μας σχεδίου ρήξης και ανατροπής.

Έχουμε πλήρη συνείδηση ότι η ανάδειξη κυβέρνησης της Αριστεράς μέσα από ένα τέτοιο δρόμο αγώνα και ανατροπής της τρικομματικής – μνημονιακής κυβέρνησης «από τα κάτω», θα μας φέρει αντιμέτωπους με τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις και εκπροσώπους του κεφαλαίου. Ότι για να υλοποιήσουμε ένα πρόγραμμα και σχέδιο ρήξης και ανατροπής θα πρέπει να δώσουμε, στηριγμένοι στην εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, στην αγωνιζόμενη νεολαία και τα κινήματα αντίστασης, μεγάλους και σκληρούς αγώνες. . Έχουμε πλήρη συνείδηση ότι η κατάκτηση της κυβερνητικής εξουσίας δεν είναι παρά το πρώτο βήμα, ένα σημαντικό μετερίζι αγώνα, στο μακρύ δρόμο για να έρθουν οι εργαζόμενοι στην εξουσία και για να υλοποιηθεί ένα μεταβατικό πρόγραμμα ανόρθωσης της κοινωνίας και της χώρας που επίσης θα ανοίγει το δρόμο για την μετάβαση στο σοσιαλισμό. Σε αυτές τις προοπτικές και στις ανάγκες ενός τέτοιου αγώνα, με ιστορικές διακυβεύσεις και στοχεύσεις, λογοδοτεί η αντίληψή μας για τις πολιτικές συμμαχίες, για το πλατύ, ενωτικό πολιτικό μέτωπο και την κυβέρνηση της Αριστεράς.

10) ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ, ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΛΑΙΚΟΥ ΚΑΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

1. Στη διάρκεια της τρίχρονης μνημονιακής περιόδου αναδείχτηκαν πιο έντονα τα χρόνια προβλήματα του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, η κυριαρχία σε αυτό του κυβερνητικού, εργοδοτικού και γραφειοκρατικού συνδικαλισμού, η έλλειψη πολιτικοποίησης των αιτημάτων, η ουσιαστική αποδοχή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής μέσω στενών αιτημάτων, με αποτέλεσμα το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα να βρεθεί αποδυναμωμένο, απροετοίμαστο, χωρίς στρατηγική, χωρίς σχεδιασμό, χωρίς την αναγκαία πολιτική και οργανωτική ικανότητα ανάπτυξης των κινήσεών του και με σοβαρότατο το πρόβλημα της συμβιβαστικής στάσης της ηγετικής του πλειοψηφίας.

Παρ’ όλα αυτά, το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα δημιούργησε γεγονότα μεγάλης έντασης και ταξικής αντιπαράθεσης, οι εργαζόμενοι και η κοινωνία οικοδόμησαν ισχυρές αντιστάσεις απέναντι στις πολιτικές του Μνημονίου, με την εργατική τάξη και τα συνδικάτα της να έχουν τον πρώτο λόγο, με κύματα διαδοχικών απεργιών και πολύμορφων δράσεων.

Οι δυνάμεις της αριστεράς βρέθηκαν μέσα στους αγώνες.

Αδύνατα σημεία της αγωνιστικής περιόδου, υπήρξε η έλλειψη συντονισμού των αγώνων και η απουσία κέντρου οργάνωσης και αλληλεγγύης των αγώνων.

Δυνατά σημεία ήταν η δημιουργία νέων συλλογικοτήτων, η ανάδειξη των αντιστάσεων στις πλατείες, των λαϊκών συνελεύσεων στις γειτονιές, άλλων θεματικών κινημάτων κοινωνικής αντίστασης, η αυξανόμενη ένταξη των μικρομεσαίων αυτοαπασχολουμένων στις κινητοποιήσεις, η αυθόρμητη (μη οργανωτικά ενταγμένη) συμμετοχή πολιτών και εργαζομένων στις γενικές απεργίες.

Παρά τις αρχικές δυσκολίες, η αγωνιστική διεκδίκηση συγκροτήθηκε γύρω από το κομβικό αίτημα μη ψήφισης των μνημονίων και των εφαρμοστικών νόμων τους και κλιμακώθηκε με βάση το προωθημένο αίτημα της ανατροπής των μνημονίων και των κυβερνήσεων που τα εφάρμοζαν.

Η δυναμική αυτή, δημιούργησε το πρόπλασμα μιας λαϊκής συμμαχίας και μία νέας ανάτασης του λαϊκού κινήματος.

Οι μεγάλες στιγμές γεννήθηκαν όταν το εργατικό συνδικαλιστικό συναντήθηκε αλληλοτροφοδοτήθηκε και συμπορεύτηκε με τα άλλα κοινωνικά κινήματα και το ευρύτερο λαϊκό κίνημα (μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις σε συντονισμό με τα κινήματα των πλατειών κλπ). Όταν επίσης τα αιτήματα των εργαζομένων αποκτούσαν πολιτικά χαρακτηριστικά, όταν η Αριστερά πορεύτηκε αποφασιστικά και συγκρουσιακά μαζί με το λαό και τους εργαζόμενους στις απεργίες, στις καταλήψεις, στους δρόμους και τις πλατείες. Αυτό το νήμα καλούμαστε σήμερα να επανασυνδέσουμε με καλύτερους όρους, πιο αποφασιστικά και πιο αποτελεσματικά.

2. Μετά την ψήφιση του Μνημονίου 3 (Νοέμβριος 2012), οι εργατικοί και κοινωνικοί αγώνες παρουσιάζουν σημεία κάμψης και κόπωσης. Ευρύτατα στρώματα των εργαζομένων, προσχωρούν στη λογική της πολιτικής ανάθεσης. Αναπτύσσεται επιπρόσθετα μια συνείδηση αναμονής και μίνιμουμ προσδοκιών, εξαιτίας των βίαιων επιπτώσεων που έχουν οι μνημονιακές πολιτικές. Η έλλειψη πολιτικοποίησης των αιτημάτων έχει ως αποτέλεσμα να αναπτύσσονται αγώνες ασυντόνιστα με αποσπασματικά ή και στενά αιτήματα (εξαιρέσεις από γενικότερες ρυθμίσεις), που πολλές φορές καλλιεργούν τον κοινωνικό αυτοματισμό και το διαχωρισμό μεταξύ των εργαζομένων.

Εάν η κατάσταση αυτή συνεχιστεί, ούτε η μνημονιακή κυβέρνηση θα είναι εύκολο να ανατραπεί ή – και εάν αυτό συμβεί- η αυριανή αριστερή κυβέρνηση χωρίς ενεργοποιημένο εργατικό και λαϊκό κίνημα δεν θα μπορέσει να ανταπεξέλθει στις πιέσεις ή και εκβιασμούς του εγχώριου και ευρωπαϊκού πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου.

3. Αν και το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα βρίσκεται σε τροχιά υποχώρησης και αποδυνάμωσης μπορεί κάτω από ορισμένες συνθήκες να παίξει σημαντικό ρόλο στην οργάνωση των αντιστάσεων, να βάλει φρένο στις μνημονιακές πολιτικές και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις μιας εργατικής και λαϊκής αντεπίθεσης.

Η πολιτικοποίηση των αιτημάτων, η σύνδεση του γενικού με το ειδικό είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη διαμόρφωση συλλογικής κοινωνικής συνείδησης με αίτημα την ανατροπή των μνημονιακών πολιτικών και των πολιτικών εκφραστών τους. Όλες οι κινητοποιήσεις που αναπτύσσονται πρέπει να αναδεικνύουν τις πολιτικές αιτίες της κρίσης, να ενσωματώνουν πολιτικά αιτήματα για την ανατροπή των πολιτικών της μνημονιακής συγκυβέρνησης, εξειδικεύοντάς τα με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες κάθε εργασιακού χώρου.

Επιδιώκουμε μια νέα συνάντηση των εργατικών συνδικάτων με τα κοινωνικά κινήματα, το κίνημα των ανέργων που πρέπει να αναπτυχθεί , τους μικρομεσαίους επαγγελματίες – αυτοαπασχολούμενους και αγρότες και αυτό αποτελεί την βασική προϋπόθεση για μία νέα ανάταση του λαϊκού κινήματος.

Είναι ανάγκη να αναπτυχθεί, μια πλατιά κοινωνική συμμαχία, που θα προωθεί την πολιτική αντιπαράθεση μέσα από κοινές δράσεις για κοινά προβλήματα ( ανεργία, ιδιωτικό χρέος, δάνεια, φορολογία, ενίσχυση της ζήτησης μέσω αναδιανομής του εισοδήματος, διεύρυνση κοινωνικών τιμολογίων ΔΕΚΟ, ακρίβεια, δικαίωμα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης χωρίς προϋποθέσεις κ.ά) και θα συσπειρώνει εργαζόμενους, συνδικάτα, συνταξιούχους, ανέργους, κοινωνικές, επιστημονικές συλλογικότητες, οργανώσεις μικρών και μεσαίων επαγγελματιών, αυτοαπασχολουμένων και αγροτών.

Με αυτό τον τρόπο μπορεί να δημιουργηθεί ένα νέο ιστορικό μπλοκ κοινωνικής ανατροπής και αλλαγής, που θα στηρίζεται σε μια σταθερή συμμαχία της εργατικής τάξης με μικρομεσαία στρώματα, υπό την ηγεμονία της πρώτης, με αιχμές την κατάργηση των μνημονίων, την ριζοσπαστική αντιμετώπιση του δημοσίου και ιδιωτικού χρέους και τη ρήξη με τον οικονομικό και κοινωνικό κανιβαλισμό της Ευρωζώνης.

Αγωνιζόμαστε για την ανασύνταξη των συνδικάτων και την επαναθεμελίωση του εργατικού – συνδικαλιστικού κινήματος σε αγωνιστική – ταξική κατεύθυνση.

Συμβάλλουμε στην ανασυγκρότηση και τη διεύρυνση των συντονισμών πρωτοβάθμιων εργατικών σωματείων, που δεν πρέπει να είναι συντονισμός παραγόντων της Αριστεράς αλλά σωματείων και συλλογικοτήτων.

Αναζωογονούμε και διευρύνουμε το συντονισμό των Ομοσπονδιών για να δημιουργήσουμε ένα ακόμα βήμα αγωνιστικών πρωτοβουλιών και δράσεων, διατηρώντας την αντίληψη της κοινής δράσης όλων των συνδικάτων.

4. Προϋπόθεση γι ΄ αυτό είναι η κοινή παραταξιακή συγκρότηση των συνδικαλιστικών κινήσεων, που έχουν αναφορά στις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ και η αναβάθμιση της πολιτικής δουλειάς του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ στην εργατική τάξη .

Στόχος των δυνάμεών μας που δρουν στο συνδικαλιστικό κίνημα είναι μέσα από την ανάπτυξη των εργατικών αγώνων να συμβάλλουν στη διαμόρφωση ενός διακριτού αγωνιστικού συνδικαλιστικού ρεύματος, που θα διεκδικήσει την αλλαγή των συσχετισμών δύναμης σε όλα τα επίπεδα του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος και θα αγωνιστεί για την ανασυγκρότησή του σε διεκδικητική, ριζοσπαστική, ανατρεπτική, ταξική κατεύθυνση.

Οι νέοι αγώνες, οι οποίοι θα δοθούν με βάση κοινά αιτήματα των εργαζόμενων στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, μπορεί και πρέπει να αποτελέσουν ένα σταθερό και αποφασιστικό βήμα για την κλιμάκωση και γενίκευσή τους με στόχο την ανατροπή των μνημονιακών πολιτικών και της τρικομματικής κυβέρνησης που τις υπηρετεί.

Απαιτείται αναζωογόνηση και ενίσχυση όλων των κινημάτων και ο συντονισμός τους σε μια γραμμή συνάντησης με τα συνδικάτα, ώστε οτιδήποτε κινείται να συνενώνεται και να δημιουργεί δράσεις μεγάλης κλίμακας.

Αντί επιλόγου

Ο ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ είναι δημιούργημα όλων όσων πάλεψαν για αυτόν τα τελευταία χρόνια. Των συνιστωσών ,των παλιών και νέων μελών ,των στελεχών. Σήμερα περνάμε σε μια νέα φάση ενοποίησής μας ,η οποία πρέπει να προωθηθεί με σταθερότητα ,ωριμότητα και σεβασμό στις διαφορετικές ευαισθησίες και απόψεις. Ανοίγουμε ένα νέο κεφάλαιο και πρέπει να το γράψουμε όλοι μαζί υποστηρίζοντας με συντροφικό τρόπο τις διαφορετικές μας απόψεις χωρίς άγονες πολώσεις ,χωρίς αναζήτηση αντιπάλων, με εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μας με πίστη και επιμονή στους στόχους που θέλουμε να πετύχουμε. Με αυτή την πρόθεση καταθέτουμε αυτό το κείμενο ,το οποίο δεν τίθεται αντιπαραθετικά αλλά σαν μια προσπάθεια συμβολής στον κοινό προβληματισμό.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: